Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου 2017


Το αλογάκι (2ο μέρος)

 

Το αλογάκι, συνέχεια… 
Για να συνεξηγηθούμε καλύτερα πρέπει να αναλύσω γιατί “έκλεψα τα λεφτά απ’ την Αγιαστούρα”. Μεγάλωσα στη Μάνη, κοντά στη σιδηρά Μανιάτισσα, τη γιαγιά μου. Η δίνη του εμφύλιου πολέμου είχε συμπαρασύρει τη μάνα μου στο βουνό. Η γιαγιά μου όταν με πήγαινε στην εκκλησία με υποχρέωνε να κάνω πεντακόσιες γονατιστές (μετάνοιες). Τα γόνατά μου είχαν κάνει πέταλα. Με τους παπάδες τα πήγαινα καλά, ντυνόμουνα και παπαδάκι. Θυμάμαι ότι ο τότε παπάς του χωριού, ένας φιλάργυρος άνθρωπος, με χρησιμοποίησε για μια ολόκληρη μέρα μέχρι να εξαντληθούν οι σωματικές μου δυνάμεις. Στο χωριό δεν κυκλοφορούσαν μετρητά και οι συναλλαγές γίνονταν συνήθως με λάδι. Ο παπάς την Πρωτάγιαση (παραμονή των Θεοφανίων) έπαιρνε σβάρνα τα σπίτια για να αγιάσει. Οι νοικοκυρές τον πλήρωναν με λάδι, που το έριχναν μέσα σε έναν τενεκέ που κουβάλαγα εγώ. Ο αγιασμός τελείωσε αργά το βράδυ. Ο τενεκές ζύγιζε κοντά στα 18 κιλά. Είχε γεμίσει και με πολύ κόπο το μετέφερα στο σπίτι του σεβαστού ιερέως. Ο αθεόφοβος δε μου έδωσε ούτε ένα πενηνταράκι για τον κόπο μου κι ας με είχε ξεχεριάσει όλη μέρα. Πολύ με είχε πικράνει η συμπεριφορά του. ’Έπεσε πολύ στην υπόληψή μου. Ξέρεις τί είναι να γυρίζεις όλη μέρα πόρτα - πόρτα για να αγιάσει ο παπάς κι εσύ να κουβαλάς τον τενεκέ μέχρι αργά το βράδυ, χωρίς ένα ευχαριστώ. Εγώ πάντως και πικράθηκα και θύμωσα.

 

Την επόμενη μέρα ανήμερα των Θεοφανίων, στη γιορτή μου, ο παπάς βγήκε στην Ωραία Πύλη και αγίαζε τους πιστούς. Εκείνοι του έριχναν στην Αγιαστούρα τρύπιες δεκάρες και εικοσάρες. Σπανίως κανένα πενηνταράκι και καμιά δραχμή. Όταν ο παπάς άφησε την Αγιαστούρα πάνω στην Αγία Τράπεζα και βγήκε να μεταλάβει κάτι ηλικιωμένους, εγώ άρπαξα την ευκαιρία, έβαλα το χέρι μου στην Αγιαστούρα κι ό,τι δεκάρες έπιασα τις πήρα και πήγα στην πλατεία να παίξω βόλους.
 
Το αμάρτημά μου το περιέγραψα αργότερα στον δεσπότη. Ο δεσπότης το χαρακτήρισε πταίσμα και είπε ότι δεν έπρεπε να τιμωρηθώ. Άλλωστε δικονομικά είχε υποκύψει στην ετήσια παραγραφή!
 
Αλλά και οι άλλοι παπάδες δεν ήταν καλύτεροι. Άλλος έπινε, άλλος έπαιζε χαρτιά… Δεν έχω πρόθεση να αποκλείσω τις φωτεινές εξαιρέσεις. Έχω γνωρίσει ιερωμένους με ήθος, αγωγή και πραγματική πίστη, που τιμούσαν πράγματι το ράσο τους. Μην ξεχνάμε ότι στην επανάσταση του ’21, αλλά και στην αντίσταση, πολλοί παπάδες κράτησαν τουφέκια. Δε θα γράψω άλλα για τον κλήρο, απλώς θα θυμίσω έναν πάντα επίκαιρο στίχο του Μήτσου του ΕυθυμίουΚοτζαμπάσηδες πασάδες και σεβάσμιοι δεσποτάδες, κυβερνούσανε τη χώρα. Καληώρα”. Για να συστηθώ: Δηλώνω ότι θαυμάζω τον Αναστάσιο της Αλβανίας και είμαι πρόθυμος να τον βοηθήσω.
 
Αλλάζω θέμα και πηγαίνω στις διακρίσεις που έκανε ο δάσκαλος. Μια απ’ αυτές έγινε σε βάρος μου και την ένιωσα στο πετσί μου. Βρισκόμαστε κάπου εκεί γύρω στα 1957, ήμουν πλέον τελειόφοιτος δημοτικού και ο δάσκαλος με επέλεξε για σημαιοφόρο. Μεγάλη μου τιμή. Συμπτωματικά εκείνη τη χρονιά, το βασιλικό ζεύγος, Παύλος και Φρειδερίκη, οι άνακτες, έκαναν περιοδεία στα χωριά της Μεσσηνιακής Μάνης. Η περιοδεία είχε σκοπό να επουλώσει τα τραύματα του εμφύλιου. Κούνια που τους κούναγιε. Ακόμα είναι ανοιχτά! Στην ουσία ήταν ένα ταξίδι εντυπώσεων και μόνο, φρου - φρου κι αρώματα. Άντε “ζήτωσαν οι βασιλείς” και δε συμμαζεύεται. Από κοντά το πόπολο για να τους προσκυνήσει. Θυμάμαι τη γιαγιά μου να λέει με καμάρι “από πάνω μου έχουν περάσει πέντε βασιλιάδες”! Εννοούσε ότι στη διάρκεια της ζωής της, που ξεπέρασε τα 100 χρόνια, είχαν αλλάξει πέντε βασιλείς. Την περίοδο εκείνη ο πατέρας μου προσπαθούσε με νύχια και με δόντια να σταθεί στα πόδια του. Άκληρος με τέσσερα παιδιά και σημαδεμένος. Ζόρικα τα πράγματα. Ωστόσο η εξουσία  -διάβαζε ο τοπικός άρχων, αστυνόμος-  τον καλούσε σε τακτά διαστήματα να εμφανιστεί ενώπιον της αρχής. Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να κάνει δυο ώρες δρόμο, μία να πάει και μία να γυρίσει. Ο λόγος; Εξακρίβωση στοιχείων! Η μέθοδος αυτή εφαρμόστηκε κατά κόρον την ψυχροπολεμική εκείνη περίοδο. Είχε σκοπό να καθυποτάξει μέχρι εξευτελισμού τον αντίπαλο: “Άκου φίλε εμείς κάνουμε κουμάντο. Το κεφάλι κάτω. Δεν είναι μακριά η Μακρόνησος και ο Αι Στράτης” (oι Παρθενώνες της σύγχρονης Ελλάδας κατά τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο) Ας μην το έλεγε. Ουδέν λάθος αναγνωρίζεται μετά την απομάκρυνση εκ του ταμείου!

 

Στο σημείο αυτό πρέπει να παραδεχτώ ότι αν βρισκόμαστε στις χώρες του τέως υπαρκτού σοσιαλισμού, τα πράγματα θα ήταν πολύ χειρότερα. Δυστυχώς αυτό το μάθαμε πολύ αργά. Με απλά λόγια η εξουσία διαχρονικά αποπνέει το ίδιο άρωμα σε συσκευασία δημοκρατίας, σοσιαλισμού και βάλε.

 

Ο πατέρας μου ευρισκόμενος στην τραγική αυτή κατάσταση, αποφάσισε να εκμεταλλευτεί την περιοδεία των βασιλέων, για το καλό μας. Έτσι κατεβήκαμε οικογενειακώς (συγκούρβουλοι) να προϋπαντήσουμε το βασιλικό ζεύγος. Ο πατέρας μου μ’ αυτή την απόφασή του ήθελε να δηλώσει προς κάθε κατεύθυνση και κυρίως στο γκουβέρνο ότι αποδέχεται τη βασιλευόμενη δημοκρατία και τις εξ αυτής συνέπειες. Ήθελε να τους πει σε απλή γλώσσα: “Αφήστε με στη φτώχια μου, δεν πάει άλλο”.  Όπου φτωχός κι η μοίρα του. Κατά τη γνώμη μου η απόφαση του πατέρα μου τώρα που πέρασαν τα χρόνια δεν παύει να ήταν μια πολιτική απόφαση με μακροχρόνια πρόβλεψη. Αναγνωρίζω πως είχε τύχη και αντίληψη, γι’ αυτό επέζησε.

 

Φτάσαμε εκεί που θα περνούσαν οι βασιλείς, μία ώρα δρόμο απ’ το χωριό, μέσα σε αγανιές και λαγκαδάκια. Παραταχθήκαμε στην αγορά. Περιμέναμε να εμφανιστεί η βασιλική πομπή, δηλαδή οι βασιλείς και η κουστωδία τους. Εκείνη τη στιγμή κάποιος, ίσως και ο ίδιος ο δάσκαλος, διαπίστωσε ότι εγώ, γιος κουμουνιστή, κρατούσα στα χέρια μου το σύμβολο του έθνους. Η διάκριση ήταν από ανεπίτρεπτη έως εγκληματική. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και σήμερα με τους Αλβανούς σημαιοφόρους. Μόλις ο ρέκτης δάσκαλος κατάλαβε το ολέθριο σφάλμα του, έσπευσε να σώσει την παρτίδα, και μου είπε σε ύφος αυστηρό, επιτατικό: “Φώτο, δώσε τη σημαία στον Σταυρούλη”. Ο Σταυρούλης ήταν συμμαθητής μου κι ο πατέρας του καραμπινάτος εθνικόφρονας. Εγώ ήμουν για τα μπάζα, άλλως και το άδικο το ζούμε μέσα από την κούνια μας.

 

Δεν τα έχασα, αντιθέτως η αντίδρασή μου ήταν ακαριαία. Είπα στο δάσκαλο που με κοίταζε ασκαρδαμυκτί με καθαρό πολιτικό λόγο: “Τί δηλαδή εγώ κουβάλαγα τη σημαία μία ώρα, για να την πάρει ο Σταυρούλης; Όχι, δεν του τη δίνω!” Αμέσως έκανα στροφή, έκοψα τη σημαία στον ώμο και τρέχοντας μπήκα μέσα στις ελιές. Κάγκελο ο σκληρός δάσκαλος. Δεν περίμενε τέτοια αντίδραση από εμένα. Στο μεταξύ οι βασιλείς κοντοζύγωναν. Έντρομος ο αγέλαστος δάσκαλος άρχισε να μου φωνάζει: “Φώτο, Φώτο γύρνα πίσω δε σου την παίρνω”.

 

Γύρισα καμαρωτός πίσω και υποδέχτηκα με καμάρι τους βασιλείς. Πέρασε το δικό μου. Ήταν η πρώτη πράξη αντίστασης κατά της αρχής. Θυμάμαι την αείμνηστη γιαγιά μου που μου έλεγε συχνά “ή βάρα για να σε σκιάζονται (φοβούνται) ή κλαίγε να σε λυπούνται”.

 

Όταν πέρασε από μπροστά μου το βασιλικό ζεύγος, μου έκαναν εντύπωση τα μάτια της Φρειδερίκης και οι γυαλισμένες μπότες του Παύλου.
Το θέμα όμως της σημαίας δεν έκλεισε εδώ. Για να ξεπλύνω την προσβολή που μου έκανε ο δάσκαλος και για να τον τιμωρήσω, ακούστε τί σκαρφίστηκα. Εποχή Άνοιξη. Ο Μάης προς το τέλος του. Είναι απομεσήμερο. Ένας ξάδερφός μου, που έχουμε το ίδιο όνομα, μου φώναξε να πάω να τον βοηθήσω για να σκοτώσουμε μία κοντοσέρβα (οχιά) που είχε πέσει μέσα στο νερό της στέρνας. Πήγα και βρήκα τον ξάδερφο να έχει δέσει μία αφάνα στην άκρη ενός σχοινιού. Κρέμασε την αφάνα με το σχοινί μες στη στέρνα, και το φίδι, έκατσε (παστελώθηκε) επάνω στην αφάνα. Τότε άρχισε να ανεβάζει σιγά σιγά το φίδι, που δεν κουνιόταν για να μην πέσει στο νερό. Εγώ περίμενα πλάι με ένα ραβδί στο χέρι, χτύπησα το φίδι και το σκότωσα. Μετά πήρα το φίδι και πήγα και το έβαλα στο πόμολο της κεντρικής πόρτας του σχολείου. Μια ψηλή πράσινη πόρτα που μπροστά είχε μεγάλο πλατύσκαλο. Το σκοτωμένο φίδι το τύλιξα γύρω - γύρω στο πόμολο και έγινε όπως το φίδι του Ιπποκράτη. Το είχα δέσει απ’ το κεφάλι με λεπτή κλωστή που την καρφίτσωσα πάνω στην πόρτα. Τότε κάναμε μάθημα και απόγευμα. Σε λίγο κατέφθασε ο δάσκαλος. Διασχίζοντας την πλατεία, κάτι πρέπει να υποψιάστηκε. Ανέβηκε τα σκαλιά, περίπου είκοσι, και μόλις άπλωσε το χέρι έπιασε το φίδι. Εκτινάχθηκε προς τα πίσω και λίγο έλειψε να πέσει και να γκρεμοτσακιστεί στα σκαλιά. Παρακολουθούσα τη σκηνή από καλή θέση. Είδα ότι στο τσακ ισορρόπησε στο πλατύσκαλο, με απλωμένα χέρια κάνοντας το γεράκι. Μόλις συνήλθε από το σοκ ρώτησε ποιος έφερε το φίδι. Τα παιδιά του απάντησαν: “Ο Φώτος”. Γύρισε και με ρώτησε: “Γιατί έφερες το φίδι;” Εγώ απάντησα για να κάνουμε μάθημα. Σημειώστε: Φώτος – Δάσκαλος: 2 - 0. Έτσι για να μην ξεχνιόμαστε! Όσο μεγάλωνα διαπίστωσα ότι ο δάσκαλος με εκτιμούσε ιδιαιτέρως, όχι μόνο για την πορεία μου στο γυμνάσιο. Έτσι, γενικώς.

 

Μετά τη σχολική γιορτή άρχιζαν οι διακοπές. Καμία σχέση με τις σημερινές. Όλη την ημέρα ήμαστε ελεύθεροι, γυρίζαμε όλη μέρα πάνω κάτω, πέρα δόθε. Είχαμε αλιμπερδία. Συνήθως αποφεύγαμε το δάσκαλο για λόγους ασφαλείας. Μόλις ξυπνούσαμε, τρώγαμε ό τι βρίσκαμε, συνήθως ψωμί και λάδι και μετά βγαίναμε παγανιά. Είχαμε τις λαστιχιέρες (σφεντόνες) κρεμασμένες στο λαιμό και κυνηγούσαμε πουλιά. Άσχετα αν τα τρώγαμε ή όχι. Όνειρό μας ήταν ν’ αποκτήσουμε όπλο, να ρίξουμε το σημάδι και να γίνουμε ετοιμοπόλεμοι. Το κυνήγι ήταν τρόπος ζωής και αναγκαίο συμπλήρωμα διατροφής! Ειδικά τον Χειμώνα που υπήρχαν πολλές τσίχλες, τις παστώναμε στο λάδι. Κατά γενική ομολογία ήταν εκλεκτός μεζές. Συνήθεις τόποι συνάντησης ήταν η πλατεία του σχολειού ή της εκκλησίας. Από κει κανονίζαμε κατά πού θα πάμε. Διαλέγαμε μέρη που υπήρχαν φρούτα: Σύκα, σταφύλια, αχλάδια για να εξασφαλίσουμε το μεσημεριανό μας.

 

Βρισκόμαστε ακόμα στον Αλωνάρι. Πηγαίναμε κει εμείς στ’ αλώνια για να βοηθήσουμε κι εκεί μαθαίναμε πώς χώριζε το στάρι απ’ τα άχυρα. Κάθε οικογένεια είχε το δικό της αλώνι. Γεμίζανε το αλώνι με χερόβολα και μετά έβαζαν μες στο αλώνι ένα ή δύο μουλάρια που γύριζαν γύρω γύρω και με τις οπλές τους ‘‘κόβανε’’ τα’ αλώνι σε μικρά κομμάτια. Έτσι ξεχώριζε ο καρπός απ’ τ’ άχυρα. Στη μέση του αλωνιού στεκόταν ένας ηλιοκαμένος άντρας, αξύριστος με καπέλο, που κρατούσε τα χαλινάρια. Αυτός είχε την ευθύνη. Κατά διαστήματα τα σταματούσε να ξεκουραστούν τα ζώα, τα οποία έχωναν λαίμαργα τη μουσούδα τους μέσα στα άχυρα και έτρωγαν καθαρό καρπό.

 

Το βράδυ έπιαναν δουλειά οι γυναίκες για να βγάλουν τον σωρό. Αρκετές φορές περίμεναν πολλές ώρες να φυσήξει αέρας για ν’ αρχίσει το λίχνισμα. Αν δε φυσούσε κοιμούνταν στο αλώνι μέχρι να φυσήξει . Το βράδυ κάτω από τα αστέρια τους έκαναν παρέα τα τσακάλια που με τις φωνές τους σχημάτιζαν παιδικές χορωδίες. Το πρωί που έβγαινε ο σωρός έρχονταν πάλι οι άντρες, έβαζαν το στάρι στα σακιά, τα φόρτωναν στο μουλάρι και τα μετέφεραν στο σπίτι. Στο σπίτι κουβαλούσαν και τα άχυρα. Τα έβαζαν σε μεγάλο ειδικό παχνί. Ήταν ξηρά τροφή για τα μουλάρια τις βροχερές μέρες του Χειμώνα. Το στάρι που έβγαζαν με τόσο κόπο δεν έφτανε ούτε για ζήτω. Αναγκάζονταν λοιπόν ν’ αγοράσουν από το εμπόριο με πίστωση. Οι μεσάζοντες και οι μεταπράτες, που πιστεύουν μόνο στο “δούλεψε να ζεις και κλέψε να χεις”, τα κονομούσαν. Είχαμε κι εμείς το δικό μας Σουκιλαλά, τον τοκογλύφο που γνωρίσαμε στο έργο ‘‘γη ποτισμένη με ιδρώτα’’. Ως γνωστό, οι τοκογλύφοι υπάρχουν από τότε που βγήκαν οι λάσπες και βεβαίως είναι ομογάλακτοι και ομόσταυλοι. Υπήρχαν πολλά κοινά στη ζωή μας με τα όσα διαδραματίζονταν στην ταινία με τη Ναργκίς. Όταν μετά από μερικά χρόνια είδαμε την ταινία, ο φίλος μου πλάνταξε στο κλάμα.

 

Το Καλοκαίρι βγάζαμε με πολύ ευχαρίστηση τα μουλάρια για βοσκή. Τα καβαλικεύαμε και παριστάναμε τους καουμπόηδες. Στο ίσιωμα κάναμε και αγώνες. Σε μία έξοδο πάνω σε μία στροφή έπεσα και έσπασα το δεξί μου χέρι. Το μουλάρι σταμάτησε αμέσως. Σηκώθηκα αργά – αργά, αλλά μετά από λίγο άρχισα να πονάω. Έπρεπε να διασχίσω το χωριό και να περάσω ανάμεσα από τα καφενεία. Το χέρι μου για να μην πονάει έπρεπε να το κρατώ με το άλλο χέρι στο ύψος της μέσης. Έφτασα στη ρούγα που καθόταν η μάνα μου με τις άλλες γειτόνισσες και γνέθανε. Κατάλαβαν αμέσως ότι κάτι έπαθα. Αμέσως η μάνα μου πήρε το παιχνίδι στα χέρια της. Δεν υπήρχε 166, ούτε 100, ούτε εφημερεύον νοσοκομείο. Ευτυχώς υπήρχε ο μπαμπά-Σωτήρης, ο μελισσοκόμος, και “διάσημος ορθοπεδικός”!

 

Τον βρήκαμε έξω απ’ την πόρτα του σπιτιού του, να κάθεται στο σκαλί. Για να κάνει τη διάγνωση παράγγειλε δύο ρακές. Την πρώτη την ήπιε μονορούφι. Από τη δεύτερη ήπιε τη μισή και με την υπόλοιπη πιτσίλησε με τα χείλη του, το μέρος που πονούσα. Σε λίγο, αφού ψηλάφισε το σπασμένο μου χέρι απεφάνθη επισήμως: “Ήτονε ραγωμένη η κερκίς”. Στο μεταξύ, είχε στηθεί το πρόχειρο εργαστήριο. Οι γυναίκες με ρυτίδες στο πρόσωπο, μακριά φουστάνια και τσεμπέρες στα μαλλιά, χτυπούσαν στο πιάτο ασπράδια από αυγό. Πρόσθεταν σαπούνι ντόπιο και έκοβαν κλάπες από σκληρά χαρτόνια. Όταν ο “γιατρός” έβαλε το κόκαλο στη θέση του άρχισε η επίδεση. Το χέρι μου έγινε απολύτως καλά, ποτέ δεν πήγα σε ορθοπεδικό. Δεν πήρα απόδειξη και γλίτωσα τον ΦΠΑ!!!

 

Μετά τον Αλωνάρι δεν είχε δουλειές μέχρι να φτάσουν τα πρωτοβρόχια. Οι μεγάλοι, τα μεσημέρια, μαζευόταν στις ρούγες που είχε δροσιά. Εκεί έπεφτε πολύ γέλιο. Λέγανε… και τί δε λέγανε. Παλιές ιστορίες, πειράγματα με σεξουαλικά υπονοούμενα και δε συμμαζεύεται. Γινόταν ένας μικρός χαμός. Πάντα υπήρχαν και οι κουζουλοί που χωρούσαν στο κάδρο.

 

Άλλοι πήγαιναν στα καφενεία. Αν θυμάμαι καλά στο χωριό υπήρχαν εφτά. Το χωριό προπολεμικά κράταγε περίπου 1500 κατοίκους. Είχε τέσσερις εκκλησίες και ισάριθμους παπάδες. Τα καφενεία δεν είχαν πολλά πράγματα. Πούλαγαν καφέ, ούζο, κρασί και γλυκά κουταλιού. Έχω ακούσει παραγγελία προς τον καφετζή: “Φέρε μου έναν καφέ, ένα τσιγάρο, έναν χαρτοφάκελο και γράψε τα”. Τέτοια ευμάρεια. Σχόλιο του καφετζή: “Αφού δεν έχει λεφτά, τι το θέλει το τσιγάρο; Δεν φουμάρει καβαλίνα;”.

 

Για να βγάλουμε κάνα φράγκο αλλά και για να φάμε καμιά κομπόστα σταφύλι, εγώ κι ο φίλος μου ο Ηλίας συμφωνούσαμε με τον μελισσοκόμο να μας δώσει μια δραχμή στον καθένα, αν του φέρναμε είκοσι σκοτωμένους σκούρκους. Οι σκούρκοι είναι μεγάλα καφέ έντομα με λίγο κίτρινο χρώμα που τρώνε τις μέλισσες. Γι αυτό οι μελισσοκόμοι τους είχαν επικηρύξει. Έχουν πολύ δυνατό δηλητήριο κι άμα σε τσιμπήσουν στο πρόσωπο την έβαψες: Πρήζεσαι και γίνεσαι Κινέζος. Όταν φέρναμε τα σκοτωμένα έντομα, ο μελισσοκόμος τα καταμετρούσε και μας έδινε το συμφωνημένο τίμημα. Εμείς με καμάρι που βγάλαμε το μεροκάματο παραγγέλναμε τις κομπόστες και τις τρώγαμε αργά - αργά, μέχρι να ‘‘φτάσει η μελάδα στον κώλο μας’’, όπως έλεγαν οι φίλοι μας που δεν τρώγανε. Εγώ κι ο φίλος μου ο Ηλίας τρώγαμε τις περισσότερες κομπόστες γιατί είχαμε βρει πατέντα. Παίρναμε παλιές εφημερίδες και πηγαίναμε σε κληματαριές που είχαν γλυκάνει τα σταφύλια. Οι σκούρκοι βεβαίως το ήξεραν πολύ πριν από μας κι έπεφταν επάνω στα σταφύλια λεφούσι. Εμείς πλησιάζαμε, ανάβαμε απότομα την εφημερίδα και τους καίγαμε τα φτερά. Έπεφταν όλοι κάτω στρωσίδι. Τους μαζεύαμε με προσοχή σε μια εφημερίδα και τους πηγαίναμε στον εργοδότη μας.

 

Από τα καφενεία του χωριού ξεχώριζε ένα, που ήταν ακριβώς κάτω απ’ το σπίτι μου. Υπήρχε ένας τετραγωνισμένος χώρος που έμοιαζε με σκηνή θεάτρου. Από πάνω υπήρχε κληματαριά. Το βράδυ φωτιζότανε με λάμπα λουξ. Στο χώρο αυτό, που ήταν μόνο για το Καλοκαίρι, υπήρχαν διάφορα τραπέζια. Εκεί κάθονταν οι πελάτες που έπαιζαν συνήθως χαρτιά ή έπιναν κρασί. Αυτονόητο είναι ότι στο καφενείο πήγαιναν μόνο άντρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά κάθονταν πάνω σε πέτρες και σκαλιά, σε υπερυψωμένο έδαφος που έμοιαζε με κερκίδα. Στο μυαλό μου έχω ταυτίσει αυτό το καφενείο με αρχαίο θέατρο. Κάθε βράδυ κι άλλο έργο. Συνήθως βλέπαμε κωμωδίες του Αριστοφάνη. Οι άντρες έπαιζαν χαρτιά, έτρωγαν, έπιναν και μάλωναν. Οι γυναίκες παρακολουθούσαν, σχολίαζαν και γελούσαν. Έχω συγκρατήσει στο μυαλό μου αμέτρητα στιγμιότυπα από κείνα τα ανέμελα δροσερά καλοκαιρινά βράδια. ‘‘Μ’ αγιόκλημα και γιασεμί’’ που λέει το τραγούδι. Τύφλα να χουν οι επιθεωρήσεις!

 

Φ.Π.Α.
Έπεται συνέχεια

 

Your rating: None Average: 5 (2 votes)