Τρίτη 27 Ιουνίου 2017


Το αλογάκι (3ο μέρος)

 
Στο Δημοτικό σχολείο μαθαίναμε γράμματα και υπακοή. Τα υπόλοιπα τα μαθαίναμε στα καφενεία. Σε εκείνο το καφενείο, κάτω από το σπίτι μου, μεγαλώσαμε. Εκεί γνωρίσαμε την κοινωνική ομάδα, τη λειτουργία της και τα χρώματα των ανθρώπινων σχέσεων. Ακούσαμε σταράτες κουβέντες και γνωρίσαμε τους άντρες και το αντριλίκι. Είναι παράξενος τύπος ο Μανιάτης. Περπατά με το κεφάλι ψηλά, όπως έγραψαν οι ξένοι περιηγητές της, αλλά τελικά τον κουμαντάρει η μάνα του, γιατί όχι και η γυναίκα του. Η μάνα του δεν είναι εκείνη που τον κάνει δολοφόνο για την τιμή της οικογένειας (βλ. βεντέτα).
 
Μας μάθανε ότι ο άντρας πρέπει να πίνει, να φουμάρει και να βλαστημάει. Εκεί μυρίσαμε τον καφέ και το ούζο και τρομάξαμε με τα χλωμά πρόσωπα του τζόγου. Όσο μας άφηναν και κοντοζυγώναμε στα τραπέζια, γέμιζαν και οι τσέπες μας από χαρά. Το ραδιόφωνο το πρωτακούσαμε στο καφενείο. Μέναμε πολλές ώρες από πάνω του, ακούγοντας μουσική, ποδόσφαιρο, θέατρο.
 
Ακούγαμε τα νέα σε μια κολλαρισμένη γλώσσα που μας επέβαλαν. Παθιαστήκαμε με το ποδόσφαιρο, τις ομάδες και τους αβανταδόρους εκφωνητές. Αγκαλιαζόμαστε όταν έβαζε γκολ η ομάδα μας και δεν μιλιόμαστε όταν έχανε. Δεν αντέχαμε την καζούρα. Από τις λαϊκές εκπομπές του ραδιοφώνου και μάλιστα από στρατιωτικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς πρωτογνωρίσαμε το καλό λαϊκό τραγούδι και πρωτακούσαμε μπουζούκι. Στις ίδιες εκπομπές, μας χάιδεψαν τα αυτιά τονάτες, πρόσβαρες αντρικές φωνές. Φωνές που τραγουδούσαν τον πόνο του ξενιτεμένου, την καψούρα του ερωτευμένου, τη μάνα και τα ‘βαζαν με την κακούργα κοινωνία. Μας έμεινε σχεδόν πάντα ένα παράπονο και μια πικρή γεύση στο στόμα για την άδικη, την ένοχη κοινωνία, χωρίς να ξέρουμε καλά –καλά ποια είναι, και τι θεό πιστεύει. Μάθαμε πως η ζωή έχει δυο πόρτες και πως μοιάζει με πρωινό σεργιάνι. “Τον καημό του αλλουνού ποιος τον εννοεί”. Μεγάλη κουβέντα. Παστρική. Μελαγχολήσαμε με τη συννεφιασμένη Κυριακή και κλάψαμε ακούγοντας τον Στέλιο να τραγουδά “αυτή η νύχτα μένει”.
 
Εκεί μάθαμε πως το καλό ζεϊμπέκικο χορεύεται σ’ ένα τετραγωνικό μέτρο. Εκεί είδαμε τον βαρύ καημό να πνίγεται στο υπόγειο καπηλειό, όπως λέει και ο μεγάλος μας ποιητής ο Τάσος Λειβαδίτης. Πολλές φορές είχε μια μυσταγωγική διάσταση η ατμόσφαιρα του καφενείου. Άντρες κουρασμένοι, λιπόσαρκοι, αξύριστοι έπιναν καφέ και κάπνιζαν τσιγάρα στούκας από την κούτα των 88 σιγαρέτων. Δεν μιλάγανε. Νόμιζες πως κάτι περιμένουν να συμβεί, ν’ αλλάξει τη ζωή τους, να κάνουν κάτι. Να φύγουν. Αλλά, λες και τους είχε ξεχάσει ο Θεός. Πολλοί στάθηκαν τυχεροί και έφυγαν μετανάστες. Άλλος πόνος κι αυτός, αβάσταχτος. “Μεσ’ την καρδιά μου έχω χειμώνα, δεν βλέπω ήλιο και Παρθενώνα…”.
 
Αυτά καταλαβαίναμε τότε, πολύ πιθανόν από διαίσθηση. Ακούσαμε και ιστορίες ατόφιες, εξωτικές που συνδαύλιζαν την παιδική μας φαντασία. Ακούγαμε τους ξενιτεμένους και τους ναυτικούς που μας πήγαιναν ταξίδια μακρινά ως την Τζαμάικα. Γελάσαμε με την υπερβολή του συγχωριανού μας που πήγε στην Αμερική, τον κούνησε ο Ωκεανός και γύρισε όπως έφυγε. Μας έλεγε όμως ότι στην Αλάσκα “παγώνουν οι κουβέντες!”. Πολλοί συγχωριανοί πήγαν στην Αμερική, αλλά ούτε χάρηκαν, ούτε εξελίχθηκαν. Στον γυρισμό ζύγισαν τη ζωή τους, αφαίρεσαν το απόβαρο και τους έδωσαν ένα μάτσο δολάρια να πορεύονται. Γύρισαν πίσω στο χωριό και από νοοτροπία είχαν μείνει τριάντα χρόνια πίσω. Συνοπτικά χάλασαν τη ζωή τους για μια χούφτα δολάρια.
 
Ζήσαμε τότε μέσα σε μια κοινωνία λαβωμένη και πονεμένη από τον εμφύλιο. Είχε όμως αποθέματα υπερηφάνειας και αξιοπρέπειας. Υπήρχαν βεβαίως από ‘δω κι από ‘κει οι φανατικοί που έκαναν τη ζημιά και κατάστρεφαν τη ζωή των άλλων.
 
Στο καφενείο γνωρίσαμε επισκέπτες από την πόλη, ταξιδευτές, πραματευτές, πολιτικούς και τουρίστες. Το καφενείο ήταν αναγκαίος σταθμός. Θαυμάζαμε τις πολύχρωμες πραμάτειες, ζηλέψαμε τα καλοραμμένα κοστούμια και μυρίσαμε τα τσιγάρα πολυτελείας.
 
Θα προσπαθήσω να μεταφέρω εδώ χαρακτηριστικές περιπτώσεις ανθρώπων που έρχονταν στο χωριό εκείνα τα γκρίζα χρόνια της ανέχειας και της προσμονής.
 
Ερχόταν ο Γιάννης ο έμπορας, που διαλαλούσε “η Αθήνα στην πόρτα σας”. Είχε μετατρέψει τις δύο πλευρές από το σαμάρι του μουλαριού σε ράφια βάζοντας σανίδες. Εκεί επάνω έβαζε τα εμπριμέ υφάσματα. Πανωσάμαρα είχε τα βρακιά και τα εσώρουχα. Είναι γεγονός ότι όλες οι γυναίκες του χρωστάγανε κρυφά από τους άντρες τους.
 
Μετά γνωρίσαμε τον φωτογράφο τον Λευτέρη. Συνήθως αναλάμβανε να μεγεθύνει παλαιές φωτογραφίες προσφιλών προσώπων που είχαν πεθάνει. Στα σπίτια υπήρχαν δύο βασικά κάδρα: Οι γονείς του άντρα που είχαν πεθάνει και η φωτογραφία του γαμπρού και της νύφης. “Άσπρη – μαύρη η φωτογραφία, στο δεξί του η κυρία και το στήθος ένα φυλακτό…”. Μάλλον ο φεμινισμός κάπου από ‘δω ξεκίνησε.
 
Στο ίδιο καφενείο έπινε κρασί ο γανωματής, απίθανη φάτσα και στυλ. Δεν είχαν φτάσει ακόμη στο χωριό οι χύτρες ταχύτητας. Περιδιάβαινε στους δρόμους και φώναζε “χαλκώματα να γανώ…”! Όταν λέμε ότι έπινε κρασί, το εννοούμε. Μέχρι τελικής πτώσης. Μετά άρχιζε τους αστείους μονολόγους. Κάνοντας χαρακτηριστικές κινήσεις με τα χέρια του έλεγε: “Αντωνόπουλος του πυροβολικού... Φόρτωσα στη γαϊδούρα 10 πολυβόλα!.. Πυρ Αντωνόπουλος!” κι άλλα ακαταλαβίστικα. Μόνο ο φίλος του, που πίνανε μαζί και ήταν κι αυτός κουνουπίδι, τον καταλάβαινε. Ο φίλος του κούναγε το κεφάλι του καταφατικά καθώς τον έπιανε ο λόξιγκας του Ορέστη Μακρή. Εγώ έβλεπα ότι ο γανωματής και ο φίλος του είχαν τον κόσμο μια δρασκελιά. Τον μοίραζαν, όπως ήθελαν, κλαίγοντας και γελώντας. “Μια ζωή την έχουμε…”. Είχαν ανάγκη να “φύγουν” από τους καημούς και “φεύγανε”. Έχω παρακολουθήσει κοντά τους συναρπαστικά μονόπρακτα. Χωρίς σενάριο. Στο μεταξύ δεν ξεχνούσαν την τροφοδοσία. “Νίκο, φέρε μισή οκά”. Πίνανε ασταμάτητα, αλλά τον μεζέ, που ήταν συνήθως μια σαρδέλα, δεν τον πειράζανε. Απλώς τον τηράζανε (κοιτούσαν) μόνο. Έτσι είχαν την ψευδαίσθηση πως δεν πίνανε ξεροσφύρι.
 
Ήταν συνηθισμένο φαινόμενο η οινοποσία. Το ζητούσαν οι καιροί, η φτώχεια και οι σκοτούρες. Πολλές παρέες, πολύ κρασί. Πολλές φορές ακούγονταν και πολεμικά συνθήματα (!) όπως “πυρ κατά της Φορμόζης..!” και τσούγκριζαν τα ποτήρια. “Μεσ’ την υπόγεια την ταβέρνα …”. Αχ, ρε μπάρμπα Κώστα, τάπες ΟΛΑ.
 
Εκτός από την αυτοκαταστροφική οινοποσία που ναρκώνει και σκοτώνει, υπήρχε και η οινοποσία που ευφραίνει καρδίας ανθρώπων και τις κάνει να τραγουδούν. Στο ιδιαίτερο δωμάτιο του καφενείου σμίγανε παρέες με καλλίφωνους, τρώγανε, πίνανε και τραγουδούσανε. Λέγανε καντάδες όπως “είσαι άγγελος ωραίος… μάτια σαν και τα δικά σου… κελαηδήστε, ωραία μου πουλάκια”. Δεν ξεχνώ τον στίχο “ποια τύχη, ποιος δαίμων μ’ έφερε να σε γνωρίσω και μετά τη γνωριμία παρευθύς να σ’ ερασθώ!”
 
Πολλές φορές βγαίνανε και τραγουδούσανε στους δρόμους. Πίσω από τα κλειστά παράθυρα κρυφάκουγαν τα κορίτσια που κεντούσαν τον έρωτα. Εμείς ζηλεύαμε που είμαστε ακόμα μικροί. Οι νύχτες ρομαντικές, υπέροχες, μοναδικές. Και τι δεν θα έδινα για να ξαναζήσω έστω και μια από αυτές.
 
Κοντά στους άλλους έρχονταν και οι πολιτικοί, κακόγουστες προεκλογικές μασκότ … στυλ Μαυρογιαλούρου. Κερνούσαν επιδεικτικά όλους τους πελάτες του καφενείου και πλήρωναν φωναχτά. Χαρές οι καφετζήδες. Φόραγαν κοστούμια και γυαλισμένα παπούτσια και μοσχοπολούσαν την “έγνοια” τους για τους αγρότες. Ήταν μια υβριδική κοινωνικο – οικονομική διασταύρωση. Είχαν σμίξει με τα “δεσμά του γάμου” περιουσίες και ονόματα. Ο γιος του μεγαλογιατρού ήρχετο εις γάμου κοινωνίαν μετά της θυγατρός μεγαλέμπορου ή του πολιτικού. Τον ανθόσπαρτο βίον ακολουθούσε ευγενής ενασχόληση με τα κοινά! Σε δουλειά να βρισκόμαστε… για να κονομήσουμε.
 
Πουλούσαν φθηνά τον “ορθό λόγο” και υπόσχονταν σωτηρία εθνική, οικογενειακή, και ασφάλεια μικτή κατά παντός κινδύνου!!! Θα, θα, θα…. Βοήθεια !!!
 
Η αλήθεια είναι πως ήταν σκέτοι φελλοί που είχαν αναπτύξει χρόνια πελατειακή σχέση με τους χωριάτες. Σε ψηφίζω εγώ και το σόι μου, σου φέρνω και κάνα κόκορα στο ιατρείο και βάζεις το παιδί μου στο νοσοκομείο το κρατικό και τον δέσαμε τον γάιδαρό μας. Το όνειρο κάθε ρωμιού. Μια ξεπλυμένη ασθενική φιγούρα πολιτικού που είχε διατελέσει και υπουργός, είχε γεμίσει τα νοσοκομεία με συγχωριανούς μου. Σήμερα φθάσαμε στα γιαούρτια, στ’ αυγά και τις ντομάτες. Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Εάν δεν με γελά η μνήμη μου, υπάρχει πρόβλεψη στην Αποκάλυψη! “Θα έλθει καιρός που ο πολιτικός θα πληρώσει το τίμημα των αμαρτιών και των ανομημάτων του… και ουκ έστι σωτηρία”.
 
Δεν είμαι σε θέση να βάλω μια τάξη στο μυαλό μου, έτσι όπως είναι παστωμένες οι αναμνήσεις. Πέρασε ο καιρός, πέρασε η ζωή. Ίσως θα ‘πρεπε να είχα καταπιαστεί νωρίτερα. Κάλλιο αργά…
 
Στην αφήγησή μου έχω παραλείψει ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής μου. Άρχισα να αφηγούμαι από το Δημοτικό, όταν ήμουν περίπου 6 χρόνων. Για τα πρώτα έξι χρόνια της ζωής μου δεν έγραψα τίποτα. Δεν θέλω να τα θυμάμαι, θα ήθελα να τα παραλείψω. Τα τραύματα εκείνης της περιόδου ήταν πολύ σοβαρά και ακόμη και σήμερα δεν έχουν επουλωθεί. Πάμε από την αρχή.
 
Γεννήθηκα τον Αύγουστο του ’44. Η ταυτότητα μου γράφει 24.8.1945. Είναι λάθος. Τα δημοτολόγια κάηκαν, όπως κάηκε και η πόρτα πάνω στην οποία έγραφε ο πατέρας μου πότε γεννήθηκαν τα παιδιά του! Εμένα αυτό το λάθος μου κόστισε πολύ. Όταν πήγαινα στην τρίτη δημοτικού, μαζί με τα μεγάλα παιδιά, αφού διορθώθηκε η ημερομηνία γέννησής μου, ο δάσκαλος με κατέβασε μια τάξη και πήγα πάλι με τα μικρά. Ακόμα βλέπω όνειρα και σκηνές από αυτή την υποβάθμιση. Δεν μπόρεσα να αντέξω την υποτίμηση, τον υποβιβασμό μου. Ακόμη δεν μπορώ να εξηγήσω τί με είχε πειράξει τόσο πολύ. Ήταν τόσο σοβαρό το πισωγύρισμα; Έφταιγε η καζούρα των συμμαθητών μου ή όλα μαζί;
 
Η μάνα μου με βοήθησε να βρω τη μέρα της γέννησής μου. «Παιδάκι μου, όταν σε γέννησα νήστευα. Άρα ήταν πριν από της Παναγίας!» Βάλαμε δέκα Αυγούστου και πατσίσαμε. Τώρα με τα γενέθλια δεν ασχολήθηκα ποτέ. Μου έφθανε να γνωρίζω ότι γεννήθηκα τον Αύγουστο του ’44. Όπως μου έλεγε η μάνα μου υπέφερε για να με γεννήσει. Κοιλοπονούσε τρεις μέρες. Κάποια στιγμή η αδερφή μου πήρε ένα πιστόλι και το έριξε ανάμεσα στα πόδια της. Αγόρι, αγόρι, είπαν η μαμή και οι γυναίκες που της συμπαραστέκονταν. Ασφαλής μέθοδος διάγνωσης!
 
Όταν γεννήθηκα ο πατέρας μου ήταν εκλεγμένος φρούραρχος του ΕΛΑΣ. Μετά την απελευθέρωση άρχισε ο πραγματικός Γολγοθάς της Ελλάδας. Ο εμφύλιος. Μεγάλη κατάρα και καταστροφή… Ο πατέρας μου, με την πλευρά των ανταρτών, βρέθηκε τραυματισμένος στο βουνό. Η μάνα μου, με τη μικρή αδελφή μου αγκαλιά, τον ακολούθησε αναγκαστικά, διαφορετικά θα την σκότωναν. Εδώ πρέπει να κοντοσταθώ και να περιγράψω μια φρικιαστική σκηνή που έζησα και τελικώς θα την πάρω μαζί μου. Την επόμενη του τραυματισμού του πατέρα μου, οι διώκτες του κάλεσαν τη μάνα μου με τα τρία παιδιά της στην εκκλησία του χωριού. Για να την σμπαραλιάσουν ψυχολογικά, πέταξαν μέσα στην ποδιά της ένα ματωμένο μαξιλάρι που μέσα είχε ένα κομμένο ανθρώπινο κεφάλι! Τα χαρακτηριστικά του κεφαλιού διαγράφονταν πίσω από το ματωμένο ύφασμα. Της είπαν ότι είναι το κεφάλι του άντρα της. Της είπαν ψέματα. Το κεφάλι ανήκε στον τρελό του χωριού. Αυτή η σκηνή και ο ξυλοδαρμός της μάνας μου χαράχτηκαν ανεξίτηλα στην παιδική μου ψυχή. Αυτό το κόκκινο μαξιλάρι μου μαύρισε την καρδιά και με γέμισε φόβο. Το ματωμένο πρόσωπο της μάνας μου από τα χαστούκια και τα δαχτυλίδια του “καπετάνιου” δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Εάν μπορούσα θα τον σκότωνα.
 
Εγώ, τριών περίπου χρόνων τότε, δεν είμαι σε θέση να διαχωρίσω τι θυμάμαι από άμεση παρατήρηση και τι από τις συχνές αφηγήσεις της Μάνας μου. Σημασία έχει ότι για πολλά χρόνια μετά έβλεπα εφιαλτικά όνειρα. Πότε έπεφτα σε ένα βαθύ απύθμενο σκοτεινό πηγάδι και πότε έπεφτα από δυσθεώρητο γκρεμό. Και στις δύο εκδοχές φώναζα τον πατέρα μου. Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς σταμάτησα να βλέπω αυτά τα όνειρα. Ακόμα και σήμερα αρνούμαι να δω ταινίες βίας που δείχνουν κομμένα ανθρώπινα μέλη. Με διαλύουν στην κυριολεξία και μου κόβουν την ανάσα.
 
Όταν η μάνα μου έφυγε αναγκαστικά στο βουνό για να γλιτώσει, άφησε εμένα και τη μεγάλη μου αδελφή στη γιαγιά μας, τη μάνα του πατέρα μου. Ήταν γνήσια μανιάτισσα. Δεν κώλωνε. Τα έβαζε με τους άντρες και τους νικούσε. Χειριζόταν άριστα και ευθύβολα την πέτρα! Στον πύργο των παππούδων της πήγαινε ο Θοδωρής ο Κολοκοτρώνης. Αυτό το έχω διαβάσει στ’ απομνημονεύματά του.
 
Όταν μείναμε με τη γιαγιά μας, τα πράγματα δυσκόλεψαν. Υπήρχαν βλέπετε οι βαμμένοι, οι ανεγκέφαλοι, που μας έβριζαν “Βούλγαρους”, μας κυνηγούσαν και μας κτυπούσαν. Εμείς προσέχαμε και κρυβόμασταν. Δεν υπήρχε προστασία. Μια μέρα που η γιαγιά μου έλειπε και μας άφησε μοναχά μας, κάποιος άθλιος εν δυνάμει δολοφόνος με την παρέα του μάς καταδίκασαν σε θάνατο με συνοπτικές διαδικασίες. Μετά αναθέσανε στον τρελό του χωριού να μας εκτελέσει με λιθοβολισμό. Μας στήσανε αμέσως στον τοίχο και παρότρυναν τον τρελό «βάρτους, βάρτους» (χτύπα τους). Σαν τώρα βλέπω τον τρελό να σηκώνει το χέρι του με την πέτρα. Όμως, είχαμε τύχη βουνό. Κατέφτασε η γιαγιά μας σαν σίφουνας. Μόλις την είδανε οι επίδοξοι εκτελεστές μας γίνανε μπουχός. Τρέχανε σαν τους διαβόλους να κρυφτούνε. Ήξεραν καλά ότι η γιαγιά μου δεν χωράτευε. Θα τους τσάκιζε τα κόκαλα, θα τους έθαβε ζωντανούς.
 
Μεγαλώνοντας άρχισα να βλέπω ένα άλλο φρικιαστικό όνειρο. Έβλεπα στον ύπνο μου ότι περπάταγα σε μια γιδόστρατα που ‘κοβε το βουνό στη μέση. Εκεί υπήρχε ένας τροχαλέας (τροχαλέας λέγονται οι πολλές πέτρες που είναι απλωμένες στην πλαγιά του βουνού και φθάνουν μέχρι το λαγκάδι). Όταν ξεκινήσει να κατρακυλά μια πέτρα συμπαρασύρει και πολλές άλλες και γίνεται ένας χαμός ώσπου να φθάσουν όλες στο ρέμα. Πολλές φορές, αργότερα, κυλούσαμε μια πέτρα από την κορυφή του τροχαλέα για γούστο, για παιχνίδι. Αν βρεθείς μπροστά στις πέτρες, δεν γλιτώνεις που να χεις τον Θεό μπάρμπα.
 
Άκουγα στο όνειρό μου να χαλικοβολά ο τροχαλέας. Έβλεπα τις πέτρες να πλησιάζουν με δαιμονισμένο θόρυβο. Έμενα αποσβολωμένος και περίμενα από στιγμή σε στιγμή να με κτυπήσουν και να με σκοτώσουν. Ω του θαύματος, ένα αόρατο χέρι με έσπρωχνε απότομα και με έριχνε στη βαθιά σπηλιά ενός μεγάλου βράχου. Χωμένος στο αμπρί μου λούφαζα και άκουγα την πετροθύελλα να περνά από πάνω μου και να αντιλαλούν τα ρέματα. Ξύπναγα με τρόμο και διαπίστωνα με χαρά πως είμαι ζωντανός. Αυτά τα όνειρα και άλλα πολλά έγιναν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου. Πριν 15 χρόνια τα έψαξα με τη βοήθεια ειδικού. Έφτασα σε κάποια αυτογνωσία. Διαπίστωσα πως έχω βιώσει εγκατάλειψη και μέσα μου υπάρχει συσσωρευμένος θυμός και πόνος.
 
Μπροστά στον άμεσο και μεγάλο κίνδυνο να μας σκοτώσουν, ο φύλαξ άγγελός μας η γιαγιά μου μας πήρε και μας εγκατέστησε στο διπλανό χωριό, εκεί που είχε παντρέψει την κόρη της. Αυτή τη γυναίκα ποτέ δεν τη συμπάθησα. Στο χωριό αυτό βρέθηκε ένα εγκαταλειμμένο σπίτι για να κοιμόμαστε. Παιδιά είμαστε, ξεθαρρέψαμε και όλη μέρα πιλαλάγαμε. Το βράδυ ντυμένα όπως ήμαστε χωνόμαστε μέσα σε “σαΐσματα και ανδρομίδες” – χοντρά μάλλινα ζεστά σκεπάσματα. Στην αρχή τουρτουρίζαμε, μετά ζεσταινόμαστε. Έβραζε βλέπεις το αίμα μας. Οι τοίχοι ήταν κτισμένοι ξερολιθιά. Ήταν κακότεχνοι και έβγαζαν υγρασία.
 
Το χειμώνα το σπίτι αυτό ήταν θεοσκότεινο. Φωτιζόταν μόνο από ένα μεγάλο λυχνάρι που θαμπούριζε και τρεμόσβηνε στο βαθύ σκοτάδι. Από αυτό το τρέμουλο της φλόγας έβγαιναν διάφορα παράξενα σχήματα σκιών που χόρευαν ασυντόνιστα σ’ όλο το σπίτι. Άλλοτε έπαιρναν ακανόνιστες μορφές που με φόβιζαν. Έβλεπα ας πούμε παραμορφωμένη τη φάτσα του τρελού με την πέτρα, έβλεπα το ματωμένο μαξιλάρι, έβλεπα τους γονείς μου σκοτωμένους. Τρόμαζα να κοιμηθώ. Έκλεινα τα μάτια μου να μην τα βλέπω. Αλλά φοβόμουν και τα ξανάνοιγα. Έβλεπα τη μάνα μου να ‘ρχεται φορτωμένη λυγγούδια. Σκέτο μαρτύριο. Πού να πεις τον πόνο σου; Ποιος να σε κανακέψει. Δε λύγιζα όμως γιατί έπρεπε να είμαι δυνατός για να προστατέψω την αδελφή μου. Κράτα με να σε κρατώ ν’ ανεβούμε στο βουνό.
 
Αργότερα μετακομίσαμε σ’ άλλο σπίτι. Στο μεταξύ είχε σπάσει το αντάρτικο και ο πατέρας μου μια νύχτα κατέβασε τη μικρή μου αδελφή από το βουνό για να γλιτώσει. Ήταν ένα γλυκό, ξανθό, κοκκινομάγουλο κοριτσάκι. Δεν ήθελε να περπατήσει στο πάτωμα. Φοβόταν το θόρυβο που έκαναν τα βήματά της! Φυσιολογική αντίδραση αφού είχε μεγαλώσει σε σπηλιές και σε ραχούλες.
 
Όταν ο τακτικός στρατός έκανε εκκαθαρίσεις, ο Θεός να βάλει το χέρι του, μια ομάδα στρατιωτών μπήκε στο σπίτι που μέναμε για να πιει νερό. Μας έδωσαν μια κουραμάνα κι όταν έβγαλε η γιαγιά μου με το σιγλό (κουβά) το νερό από τη στέρνα, την έβαλαν να πιει πρώτη. Φοβόντουσαν μην τους δηλητηριάσει! Εμείς πάντως καταχεριάσαμε την κουραμάνα. Δεν τρώγαμε δα και κάθε μέρα! Κοιτάζαμε τους φαντάρους με κατεβασμένα μάτια, παράξενα και φοβισμένα. Ο φόβος σκέπασε μεγάλο κομμάτι της ζωής μας. Δυσκολευτήκαμε πολύ να ξεθαρρέψουμε και ν’ ανοιχτούμε στους άλλους.
 
Ο πατέρας μου ένα απόγευμα μαζί με την μάνα μου μπήκε στο χωριό κρατώντας λευκό μαντήλι στο χέρι. Είχε σκοπό να παραδοθεί στις αρχές. Παραδόθηκε, μαζί του και η μάνα μου, η οποία ζήτησε να πάει στη φυλακή με τη θέλησή της για να μην τη σκοτώσουν. Το πρώτο βράδυ, που κατέβηκε ο πατέρας μου από το βουνό, έκοβε βόλτες πάνω - κάτω στο σπίτι που μέναμε και έπινε συνεχώς κρασί. Γνώριζε καλά ότι η ζωή του κρεμόταν από μία βαμβακερή κλωστή. Εγώ με τα χέρια πίσω τον ακολουθούσα σκεφτικός και τον ρωτούσα “κι άλλο πατέρα;” Το πέρα δώθε συνεχίστηκε μέχρι το πρωί. Τελικά ο πατέρας μου πήγε φυλακή, αλλά αθωώθηκε παμψηφεί με βούλευμα. Μεταφέρω ένα κομμάτι από την κατάθεση του Παπά Δημήτρη, όχι εκείνου με την αγιαστούρα, ενός χριστιανού καταξιωμένου παπά που τιμούσε το σχήμα του. Ο παπάς, που πήγε αυτόκλητος στους δικαστές, τους είπε: «Μάρτυράς μου ο Θεός, εάν είχαμε έναν ακόμη στο χωριό σαν τον κατηγορούμενο, δεν θα θρηνούσαμε θύματα.» Αυτό είναι αλήθεια. Ο πατέρας μου έσωσε πολλούς. Αισθάνομαι την ανάγκη ν’ αναφέρω μια ηρωική του πράξη για να τιμήσω τη μνήμη του. Όταν κάποτε μπήκαν οι Γερμανοί στο χωριό έκαναν κατάληψη σε ένα μεγάλο σπίτι, που μέσα σε ένα συρτάρι ξέχασαν τους καταλόγους με τα ονόματα των μελών του Ε.Α.Μ.. Εάν κάποιο φασιστικό γουρούνι άνοιγε το συρτάρι, τότε κατά την πάγια προσφιλή τους μέθοδο, θα τους σκότωναν όλους και θα κατάκαιγαν το χωριό. Είχε πέσει πανικός στα μέλη του Ε.Α.Μ.. Τότε ο πατέρας μου πήρε τη μεγάλη απόφαση. Μεταμορφώθηκε σε τρελό. Έσκισε το παντελόνι του, έριξε χώμα στα μαλλιά του, απόκτησε ασταθές βήμα και άρχισε να τραυλίζει. Με θάρρος κατάφερε να μπει σε εκείνο το σπίτι και να φτάσει στο συρτάρι που είχε τη λίστα. Έβαλε βιαστικά τις κόλλες στον κόρφο του και συνεχίζοντας να παριστάνει τον τρελό κατάφερε να απομακρυνθεί από το σπίτι αυτό. Πιστεύω ότι ήταν μια παράτολμη ηρωική πράξη που επαληθεύει τον Παπά – Δημήτρη.
 
 Μόλις αποφυλακίστηκαν οι γονείς μου, πήραν εμένα και τη μικρή αδελφή μου και μεταναστεύσαμε στη Μεσσηνία για ένα χρόνο. Ο φόβος φυλάει τα έρημα.
 
Ώρα είναι να πάμε πάλι στο σχολείο και στο καφενείο.
Για να μη χάνω σκηνές και συνέχειες πρέπει να παρακολουθώ τις εποχές του έτους. Είχαμε σταματήσει στον Αλωνάρη. Ακολουθούσε ο χορτάτος Αύγουστος και μετά τα πρωτοβρόχια.
Η γιαγιά μου παρακολουθούσε τις 12 πρώτες μέρες του Αυγούστου, τα μερομήνια, για να μάθει τι καιρό θα κάνει όλο το χρόνο.
 
ΕΠΕΤΑΙ ΣΥΝΕΧΕΙΑ
 
Φώτης Ανδρέου
 
 
 

 

Your rating: None Average: 4.7 (3 votes)