Παρασκευή 7 Ιουλίου 2017


Το αλογάκι (4ο μέρος)

“Αύγουστε καλέ μου μήνα, νάσουν δυο φορές τον χρόνο”, σε ελεύθερη μεταφορά.
 
Ο Αύγουστος έχει συνδεθεί με τη θερινή ραστώνη, τα άφθονα φρούτα και την πενσέληνο που την τραγουδούν οι ρομαντικοί. Άφησα επίτηδες απ’ έξω τα πανηγύρια, γιατί εκείνα τα χρόνια τα πανηγύρια είχαν άλλη διάσταση και άλλο ειδικό βάρος. Το πανηγύρι αντικειμενικά ικανοποιούσε θρησκευτικές και κοινωνικές ανάγκες των ανθρώπων. Όλοι το περίμεναν γιατί ήθελαν να ξεφύγουν από το μαγγανοπήγαδο του κάθε μέρα και να ξεσκάσουν. Οι νέοι είχαν μεγαλύτερη λαχτάρα. Οι κοπελιές είχαν αγοράσει εμπριμέ ύφασμα από τον Γιάννη τον έμπορα και μετά από πολλές πρόβες στη μοναδική μοδίστρα είχαν επί τέλους δικό τους ένα ολοκαίνουργιο φουστάνι… Άλλες διάλεγαν φούστα μπλούζα. Ό,τι πήγαινε στην καθεμία. Την εποχή εκείνη ήταν στη μόδα τα κοντομάνικα. Τώρα βγήκε κι άλλη μόδα τα μανίκια ζαπονέ … έλεγε το τραγούδι. Τούτο σήμαινε ότι και στη Μάνη οι άντρες μπορούσαν επί τέλους να δουν και κανά γυναικείο μπράτσο χωρίς κίνδυνο παρεξήγησης ή ξυλοδαρμού! Το μπούτι απελευθερώθηκε πολύ αργότερα, δόθηκαν σκληρές μάχες μπούτι με μπούτι για αυτό!
 
Οι γιαγιάδες, οι μουλάδες της εποχής, σχολίαζαν πικρά και παρατηρούσαν αυστηρά τις παραστρατημένες γυναίκες! Όταν έβλεπαν κανένα κοριτσόπουλο που φόραγε κοντό φουστάνι, το φώναζαν περιπαικτικά “τσολιά”! Αλίμονο σε όποια γυναίκα έκοβε τα μαλλιά της. Φίδι κολοβό που την έφαγε. Ήταν αδιανόητο για αυτές τις γυναίκες να εκτεθεί το γυναικείο σώμα σε κοινή θέα. Είχαν μάθει αλλιώς. Η τιμή, τιμή δεν έχει και χαράς τον που την έχασε! Κάποτε αρρώστησε μια από αυτές τις γιαγιάδες και ήλθε να την εξετάσει ο γιατρός. Ήταν αδύνατο να βρει ο γιατρός τον “συνδυασμό” και να της βγάλει το βρακί, που έφθανε μέχρι τον αστράγαλο! Μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες, ο γιατρός παραιτήθηκε γιατί είχε αποκάνει. Η άρρωστη για να τον παρηγορήσει του είπε: “Ακα (περίμενε) παιδάτσι μου – παιδί μου- να γυρίσει ο γέρος που ξέρει…”! Προφανώς εννοούσε τον συνδυασμό!
 
Για τους άνδρες τα πράγματα ήταν πιο απλά. Ένα άσπρο πουκάμισο και ένα σκούρο παντελόνι ήταν αρκετά. Πολλοί μάλιστα φορούσαν πουκάμισα μεταξωτά φτιαγμένα από μετάξι παραγωγής τους. Με είχε εντυπωσιάσει τότε πως μεγάλωνε το κουκούλι και πως γίνονταν το μετάξι.
 
Δυο ήταν τα σπουδαιότερα πανηγύρια του Σωτήρος και της Παναγίας, που απέχουν μεταξύ τους μόλις μια εβδομάδα. Μεγάλη κοσμοσυρροή είχε στο μοναστήρι του Σωτήρος. Πίστευαν πως είναι θαυματουργό. Το μοναστήρι ήταν κτισμένο στη μεγάλη, άγρια, απόκρημνη χαράδρα που αρχίζει από τα σκέλια του αρσενικού Ταΰγετου και καταλήγει στη θάλασσα. Σ’ ένα σημείο που γίνεταιι άπλα στην αριστερή πλευρά, όπως βλέπουμε την επιβλητική πυραμίδα του Ταΰγετου, κτίσανε το μοναστήρι. Είναι υπερυψωμένο και απέχει 40- 50 μέτρα από την κοίτη της ρεματιάς. Δεν γνωρίζω πολλά για την ιστορία του. Την σκεπάζουν οι θρύλοι. Έχω ακούσει όμως πολλές ιστορίες για το πώς κτίζονταν τα μοναστήρια. Αναφέρω ότι η δεύτερη σε ύψος κορυφή του Ταΰγετου ονομάζεται “χαλασμένο”, διότι όπως λέει ο θρύλος εκεί έκτιζαν την εκκλησιά του προφήτη Ηλία και την εύρισκαν χαλασμένη. Θρύλοι είναι αυτοί, κάτι θέλουν να πουν. Το μοτίβο είναι ότι οι άνθρωποι έκτιζαν αλλού την εκκλησιά και το πρωί την έβρισκαν γκρεμισμένη ή κτισμένη σε άλλο μέρος! Λες και ήταν προκάτ, όπως το εκκλησάκι που τοποθέτησε νύκτωρ ο Άγιος Γλυφάδας στο παράνομο νεκροταφείο που έστησε “εν μιά νυκτί”, σε αγαστή συνεργασία με τις τοπικές αρχές που κατά τεκμήριο είναι ταγμένες για την   τήρηση των νόμων. Ελλάς το μεγαλείο σου!
 
Έτυχε ν’ ακούσω στο ραδιόφωνο τον Δήμαρχο να απολογείται για τους τραμπουκισμούς που έγιναν κατά τη μαφιόζικη επιχείρηση στησίματος του κοιμητηρίου. Ακούστε απάντηση αποστομωτική: “Για μένα είναι νόμιμο να πούμε”. Πάρτε εκλεγμένο τραμπούκο ...για τις κρύες νύκτες του Χειμώνα! Ντροπή του! Έχω τον βάσιμο φόβο και την υποψία ότι η καραμπινάτη παρανομία της καταπάτησης θ’ αποδοθεί σε θαύμα της Μεγαλόχαρης! Ας είναι. Πάμε πίσω στα παλιά, τότε που οι άνθρωποι πιστεύανε και ελπίζανε περισσότερο και συνήθιζαν να κοιτάζονται στα μάτια και όχι στις τσέπες.     
 
Το μοναστήρι του Σωτήρος έχει μεγάλη ιστορία. Εκεί λέγανε πως βρισκόταν και το θαυματουργό ευαγγέλιο του όσιου Λουκά. Η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αντίγραφο γραμμένο σε περγαμηνή. Το Ευαγγέλιο αυτό είχε και έχει τη φήμη πως θεραπεύει πάσα νόσο. Θ’ αναφέρω συγκεκριμένα περιστατικά παρακάτω.
 
Πίσω από το ιερό του ναού, όταν γιόρταζε, λειτουργούσε ένα πρόχειρο καφενείο. Καφέδες, πορτοκαλάδες, κάνα ούζο ξεροσφύρι κλπ. Τις λεμονάδες και τις πορτοκαλάδες τις έβαζαν μέσα σ’ ένα μισοβάρελο γεμάτο νερό για να είναι δροσερές! Την άδεια για εκμετάλλευση του υποτυπώδους  καφενείου την έδινε ο παπάς. Κατά σύμπτωση ο παπάς ήταν πρώτος ξάδερφος της μάνας μου. Είχαμε δηλαδή μέσον (κονέ) και έτσι ο πατέρας μου για αρκετά χρόνια ήταν μπαρακολόγος. Έτσι έλεγαν όσους έστηναν πρόχειρα μαγαζιά των δύο - τριών ημερών. Η πενία τέχνες κατεργάζεται! Δεν είμαι καθόλου σίγουρος για το οικονομικό όφελος, αφού ο πατέρας μου ήταν μεθυσμένος συνήθως από τον όρθρο! Διέδιδε όμως και ισχυριζόταν ότι από εκείνο το καφενείο θα ήταν ευχαριστημένος να βγάλει καμία σάκινα -σακί αλεύρι- να φάνε ψωμί τα παιδία του. Η αλήθεια είναι ότι πούλαγε μόστρα γιατί είχε από πίσω στην άμυνα την μανά μου, τον ακάματο ερέτη.
 
Αργότερα, όταν ξεπετάχτηκα και ήμουν σε θέση να κουμαντάρω το πεισματάρικο (τσινιάρικο) μουλάρι, βγάζαμε λεφτά και από τ’ αγώγια. Αν δεν με γελά η μνήμη μου, πλήρωναν τότε 20 δραχμές το αγώγι. Όταν ξεφόρτωνα και καβάλαγα το μουλάρι για να γυρίσω πίσω, από το περπάτημα του μουλαριού κουνιόμουνα και με κλωθογύριζε ο πιο γλυκός ύπνος του κόσμου. Πολλές φορές κινδύνεψα να πέσω κάτω, άσχετα αν δενόμουν με το σχοινί. Δεν γινόταν τίποτα. Τα βλέφαρά μου ήταν από σίδερο. Κάτι ανάλογο έχω νοιώσει και στο λεωφορείο. Το περπάτημα του μουλαριού είναι βουκολικό πρωτόγονο. Δεν σταματούσα όμως να κοιμηθώ, γιατί περίμενε άλλο αγώγι.Το αγώγι ξυπνά τον αγωγιάτη!
 
Μπαράκες στήνανε και χαμηλά, απέναντι από το μοναστήρι, το οποίο όπως έγραψα ήταν υπερυψωμένο. Οι μπαράκες αυτές ήταν “κέντρα διασκέδασης” δύο ημερών. Οι μπαρακολόγοι καλούσαν διάφορα γνωστά δημοτικά συγκροτήματα που έπαιζαν μουσική με αμοιβή. Είναι γνωστή η μαγκιά (τσαμπουκάς) του Έλληνα να πετά χαρτούρα ή να κολλά το χαρτονόμισμα στο κούτελο του κλαριτζή, μαζί με την παραγγελιά, για την οποία σκοτώνεται άμα λάχει! Κάθε χρόνο μαζεύονταν και έπαιζαν τέσσερις ίσως και περισσότερες καταξιωμένες ζυγιές βιολιά (δημοτικές ορχήστρες). Δεν έπαιζαν μόνο μουσική αλλά είχαν και καλούς τραγουδιστές. Ένας δικός μας είχε φωνή καμπάνα. Όταν την άφηνε ελεύθερη αντιλαλούσε το λαγκάδι σε μεγάλο βάθος και κρύβονταν τ’ αγρίμια. Οι άλλοι δεν πιάνανε μπάζα μπροστά του.
 
Παραμονή του Σωτήρος αναστέναζε η ρεματιά από τα κλαρίνα, τα βιολιά και τα τραγούδια των “άπιστων” που πήγαιναν στη χάρη του να φάνε, να πιούνε και να χορέψουνε, άντε και να ανάψουν κι ένα κερί, βοήθειά μας. Οι πιστοί προσκυνητές όμως είχαν στήσει τσαντίρια γύρω από την εκκλησία και έψαλλαν ψαλμούς όπως “άλαλα τα χείλη των άσεβων, των μη προσκυνούντων την εικόνα σου την σεπτή…”, “πάσαι των αγγέλων αι στρατιαί σε υμνούσι, πάντες αποστόλων η δωδεκάς…”. Την ίδια στιγμή από το λαγκάδι αντιλαλούσε το καλαματιανό και το τσάμικο και γινότανε ένας χαμός. “Ένας αητός καθότανε”, “ιτιά - ιτιά λουλουδιασμένη”, και από κοντά “σαν πας στην Καλαμάτα”. Το σταθερό μοτίβο o panellinik dance! Οι νότες της ρεματιάς ανέβαιναν και έσμιγαν, αναγκαστικά αλλά αρμονικά, με τις ψαλμωδίες, τα κοντάκια και τους ύμνους της βυζαντινής μουσικής. Όταν καθόμουν στο πεζούλι όξω από την εκκλησιά, από το ένα αυτί άκουγα καλαματιανό κι από το άλλο του ψάλτη το ισοκράτημα. Δεν μου έκανε καμία διαφορά. Άκουγα και τα δυο ταυτόχρονα πολύ ευχάριστα το δε ηχητικό αποτέλεσμα ήταν φανταστικό. Το σίγουρο είναι ότι επρόκειτο για μουσική ολοκλήρωση που συγκέντρωνε και έκρυβε μυστικά, πόθους και καημούς τούτου του λατρεμένου τόπου. Τι μου έμεινε από τότε; Πολλές φορές αργότερα που μεγάλωσα και τραγουδούσα, πάντα στα τραγούδια της παρέας πρόσθετα και ένα ψαλμό πλάγιο του δεύτερου… Ίσως θα έπρεπε να   περιγράψω καλλίτερα εκείνες τις σπάνιες ώρες της μοναδικής μέθεξης.
 
Είχε νυχτώσει. Το φεγγάρι σιγά -σιγά είχε ανέβει αρκετά και φώτιζε καλά το πολυδιάστατο τοπίο. Κάτω άσπριζαν οι κογκόρες – πέτρες του λαγκαδιού που τις φροντίζει και τις γυαλίζει το νερό που κατεβάζει τον Χειμώνα το λαγκάδι Όπως τα έβλεπα από ψηλά έμοιαζαν με άσπρα δόντια μεγάλου προϊστορικού δεινόσαυρου. Τα τραγούδια και οι ψαλμοί άπλωναν στον αέρα ένα εκπληκτικό μίγμα λεβεντιάς και κατάνυξης. Όσες φορές ξαναπέρασα από το μοναστήρι στο μυαλό μου ερχόταν εκείνη η συμπτωματική συναυλία αλλά και όσες ακολούθησαν αργότερα και θυμόμουν… Το λατρευτικό σκηνικό του ναού με τα κεριά που θα λιποθυμούσαν από στιγμή σε στιγμή μέσα στις μεθυστικές αναθυμιάσεις του λιβανιού. Τις παλλόμενες φιγούρες των πιστών, των ιερέων και των εικόνων που θα τις ζήλευε και ο ElGreco. Τη νύχτα που κατακάθιζε ολόγυρα μυσταγωγικά και τ’ αστέρια να τρεμοσβήνουν εορταστικά μαζί με τις πυγολαμπίδες. Τα τζιτζίκια που ξενυχτούσαν χωρίς λόγο. Οι αισθήσεις μου βρίσκονταν σε ανάταση και η παιδική μου φαντασία έτρεχε σαν άλογο σε πράσινο κάμπο. Βρισκόμουν εκεί και παντού όπου ήθελα πετούσα! Αισθανόμουν απόλυτα ασφαλής γατί βρισκόμουν ανάμεσα σε κόσμο που τραγουδούσε, διασκέδαζε και προσεύχονταν. Υμνούσε το καλό. Σε αυτή τη μικτή λιτανεία δεν υπήρχε θέση για το κακό. Είχε ήδη εξοβελιστεί εις το πυρ το εξώτερον.
 
Μου φαίνεται ότι πήρα αμπάριζα. Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Το μοναστήρι του Σωτήρος, που παρέλειψα να πω ότι ήταν μετόχι του Μεγάλου Σπηλαίου, γιορτάζει στις 6 Αυγούστου. Τρεις τέσσερις μέρες πριν γίνονται προετοιμασίες. Και στον χώρο του ναού αλλά και στις μπαράκες. Από το πρωί της παραμονής, ίσως και νωρίτερα, κατέφθαναν τα καραβάνια των προσκυνητών παρέες – παρέες. Έψαχναν να απαγκιάσουν και να βρουν τη βολή τους. Το βράδυ εκείνο θα κοιμούνταν έξω, κάτω από τ’ αστέρια. Έπρεπε να μαζέψουν λίγη φτέρη που μοσχομύριζε και να φταίξουν το στρώμα τους πάνω στο χώμα που τη νύχτα ανασαίνει. Έκαιγαν και κάνα κομμάτι μάλλινο ύφασμα για να διώξουν τ’ ανεπιθύμητα φίδια. Οι ιερείς και ο καλόγερος, που έρχονταν από το Μεγάλο Σπηλαίο όπως η ΤΡΟΙΚΑ σήμερα, κοιμούνταν στα κελιά. “Μακάριοι οι πεινώντες και οι διψώντες”. Όλη την ημέρα της παραμονής αλλά και ανήμερα μετά τη λειτουργία οι ιερείς διάβαζαν συνεχώς ευχές, έκαναν παρακλήσεις και διάβαζαν το ευαγγέλιο σε διάφορους αναξιοπαθούντες με προείσπραξη ανάλογης αμοιβής. Τότε δεν υπήρχε Φ.Π.Α.
 
Θαρρώ πως ήταν απόγευμα της παραμονής όταν φέρανε μια κοπέλα 20-25 χρόνων που έπασχε από σχιζοφρένια να της διαβάσουν πάνω από το κεφάλι της το θαυματουργό ευαγγέλιο. Οι συγγενείς της γαλαντόμοι είχαν βράσει κουρκούτι για να φάνε οι προσκυνητές που θα γινόταν καλά το κορίτσι τους. Οι πιστοί που έτρωγαν κουρκούτι και παρακολουθούσαν την ανάγνωση του θαυματουργού ευαγγελίου επί της κεφαλής της πάσχουσας μου θύμιζαν χορό αρχαίας τραγωδίας. Οι περισσότερες ήταν μαυροφορεμένες γυναίκες που πενθούσαν μονίμως και κατά συνήθεια. Όλο και κάποιον θρηνούσαν. Δικό τους ή ξένο. Όταν έφεραν την κοπέλα παρά τη θέληση της μπροστά στην εκκλησία, την κρατούσαν για να ολοκληρωθεί η ανάγνωση του ευαγγελίου, κάτω από μια μεγάλη μουριά. Εκείνη αντιδρούσε βιαία και ήθελε να φύγει. Στο πρόσωπο της ήταν ζωγραφισμένη η οργή και η απελπισία. Το βλέμμα της θόλο και αγριεμένο. Θύμιζε παγιδευμένο αγρίμι. Όμως οι συγγενείς της, που πίστευαν ακράδαντα στη δύναμη του ευαγγελίου, την κρατούσαν γερά και την πίεζαν να σκύψει κάτω από το επιτραχήλιο του κατά τα άλλα κυνικού ιερέως. Η κοπέλα όπως ήταν φυσικό και αναμενόμενο αντέδρασε δυναμικά και πήδαγε τόσο ψηλά ώστε το κεφάλι της έφθανε στα κλαδιά της μουριάς με κίνδυνο να τραυματισθεί. Οι σκηνές αυτές έχουν αποτυπωθεί βαθιά στη μνήμη μου ως τραυματική εμπειρία τρίτου βαθμού! Ήταν όντως τραγικές. Οι ιερείς απτόητοι επί το έργον. Έπρεπε με κάθε τρόπο να ξορκίσουν το κακό. Το κακό που κατ’ αυτούς το προκάλεσε ο τρισκατάρατος που πήγε και μπήκε μέσα της. Το ίδιο πίστευε και ο μαυροντυμένος χορός που απολάμβανε νωχελικά το ζεστό κουρκούτι. Εκείνο που δεν θυμάμαι είναι εάν μαζί με το κουρκούτι σερβίριζαν και μέλι! Κανείς δεν είχε αντίρρηση για τη φρικτή δοκιμασία. Αντίρρηση θα είχε μονο ο γιατρός που παρακολουθούσε τη δύστυχη κοπέλα. Ποιός τον ρώτησε όμως;
 
Εγώ, ως παιδί που παρακολουθούσα τη σκηνή, τρόμαξα πολύ βλέποντας την αιχμάλωτη κοπέλα να θέλει να φύγει και να την κρατούν με τη βία. Δεν ξέχασα ποτέ το αφρισμένο πρόσωπο της και τη δύναμη που έβαζε για να ελευθερωθεί. Θυμάμαι την απάθεια του ιερατείου που έκανε τη δουλειά του και μάλιστα όχι σύμφωνα με τον λόγο του Χριστού “δωρεάν ελάβατε δωρεάν δότε”. Με πείραξε η αδιαφορία των παρευρισκομένων που απολάμβαναν το ζεστό κουρκούτι και εύρισκαν το θέαμα φυσιολογικό. Στο μεταξύ όλοι ξόρκιζαν τον σατανά. Τρομάρα τους! Κάποια στιγμή απομακρύνθηκε το κακό, δηλαδή οι ιερείς, αφού ολοκλήρωσαν το θεάρεστο πλην θεατρικό τους έργο. Η άτυχη κοπέλα άρχισε σιγά - σιγά να ανακτά την ηρεμία της και τις αισθήσεις της. Έτρεμε σύγκορμη το Κατακαλόκαιρο. Ήταν αξιολύπητη σωματικά και ψυχικά ένα ράκος. Ποτέ δεν θεραπεύτηκε.
 
Ένα άλλο περιστατικό που έχει χαραχτεί στη μνήμη μου είναι το ακόλουθο που βεβαίως δεν είναι άσχετο με το προηγούμενο. Την παραμονή του Σωτήρος νηστεύουν. Η μανά μου Ιφιγένεια που ήταν ακραιφνής χριστιανή το γνώριζε και τηρούσε τη νηστεία με ευλάβεια και προσευχή. Για να δώσω τον κυβισμό της μάνας μου αναφέρω ότι, όταν είχε γεράσει, τη συνόδευσα μια φορά στην εκκλησία που πήγαινε. Εκεί τη γνώριζαν τη σέβονταν και την τιμούσαν όλοι ανεξαιρέτως. Όταν μπήκαμε στην εκκλησία, τον Άγιο Νικόλαο Κουκακίου, σηκώνονταν όλοι όρθιοι. Κάποια στιγμή νόμισα πως συνόδευα τον Ιερώνυμο! Από αυτή τη χριστιανή στο μοναστήρι του Σωτήρος, στην μπαράγκα που ήταν πίσω από το ιερό, της ζητήθηκε να ψήσει μπριζόλες για να φάει ο καλόγερος και η χριστιανική του παρέα. Την παραμονή του Σωτήρος. Δεν είχε επιλογή. Ετοίμασε τις μπριζόλες και μου τις έδωσε να τις πάω στον καλόγερο που καθόταν παράμερα κάτω από μια ελιά, για να μην τον βλέπουν. Του έδωσα το ψημένο κρέας, αλλά η μανά μου είχε ξεχάσει να μου δώσει μαχαίρι. Προθυμοποιήθηκα να πάω να φέρω ένα. Τότε ο αρρενωπός ρασοφόρος μου είπε ότι δεν χρειάζεται να πάω. Βάζει το χέρι του μέσα στο ράσο και βγάζει μια μεγάλη κάμα αυτόματη. Πατάει το κουμπί, την ανοίγει και λέει με υπερηφάνεια: “Κρατάω το μαχαίρι γιατί έχουμε κάτι διαφορές με τους τσοπάνηδες πάνω στο Μεγάλο Σπήλαιο”! Κόκαλο εγώ. Σκέφθηκα αμέσως πως αυτός δεν είναι παπάς, είναι ο λήσταρχος Νταβέλης. Αυτός διάβαζε την κοπέλα να γίνει καλά; Μέχρι να ξεκουμπιστεί και να φύγει ο μαφιόζος, εμείς σε ότι έλεγε λέγαμε ΝΑΙ και χαμογελούσαμε συγκαταβατικά. Όπως καταλάβαμε δεν τόχε σε τίποτα να τραβήξει μαχαίρι με το αριστερό του χέρι (λαϊκό άσμα). Στη συνεχεία έγινε βούκινο ότι ο “άγιος” αυτός ρευστοποιούσε τα τάματα που δεν ήταν λίγα και το ποσό που μάζευε το έτρωγε μαζί με ένα φίλο του ανάλογων προσόντων γλεντοκοπώντας στην πόλη. Τα ποιό πολλά λεφτά τα επένδυε στα λουλουδιασμένα σπίτια, όπως λένε οι Κινέζοι τα μπορντέλα. Να σημειώσω ότι μάζευε πολλά λεφτά. Στον Σωτήρα κάνανε τάμα ακόμη και μουλάρια. Για να βοηθήσω στον αποπληθωρισμό της άξιας του τάματος, ένα μουλάρι ισοδυναμεί σήμερα με ένα Ντάτσουν αγροτικό. Μετά από χρόνια περνώντας από το Μέγα Σπηλαίο ρώτησα εάν αγιοποιήθηκε αυτός ο Ρασπούτιν και απογοητεύτηκα. Μου είπαν ότι τον έδιωξαν. Κρίμα! Άνθρωποι σαν κι αυτόν θα μπορούσαν να προσφέρουν πολλά στην εκκλησία! Αφού θα κατέσφαζε τους εχθρούς αυτής, τους κακούς τσοπάνηδες, εφαρμόζοντας κατά την κρίση του τη ρήση “μάχαιρα έδωσες, μάχαιρα θα λάβεις”! Τέτοιοι κληρικοί τιμούν το σχήμα τους και τον κλήρο. Είναι οι θεματοφύλακες των ιερών και των οσίων! Έχουν μείνει πιστοί στην Παλαιά Διαθήκη και τις προσταγές του εβραίου Θεού που μας επέβαλαν. Δεν είναι ρεβιζιονιστές. Η εξουσία του Θεού της Παλαιάς Διαθήκης είναι άγρια, αδέσμευτη και τυραννική.
 
Για να μη γυρίζω από δω και από κει θα πρέπει να σας ξεναγήσω στο πανηγύρι. Είναι παραμονή 8 η ώρα και κάτω στις μπαράκες αρχίζει σιγά – σιγά να ζεσταίνεται η ατμόσφαιρα και τα όργανα παίζουν τα πρώτα soft dimotika τραγούδια. Οι κοπέλες λάμπουν. Κάθονται γύρω - γύρω, καλοντυμένες με τα καινούργια φουστάνια, κάτι πίνουν και περιμένουν να τις σηκώσουν στον χορό. Εκεί μυρίζει μπαρούτι δηλαδή έχει δημιουργηθεί ερωτική ατμόσφαιρα. Και αναφλέγονται οι ματιές όταν διασταυρώνονται. Οι νέοι άνδρες έχουν διαλέξει το θήραμα τους και προσπαθούν όλοι να το πλησιάσουν. Κάποια στιγμή ένας νεαρός άντρας, φρεσκοξυρισμένος και χαμογελαστός, αποφασίζει να σηκώσει τα κορίτσια στο χορό. Πλησιάζει τα όργανα και τα ασημώνει. Κρατά στο χέρι του μεταξωτό μαντήλι και συνοδεύει τα κορίτσια που η καρδιά τους πάει να σπάσει. Ευκαιρία δόθηκε. Όταν σύρει τον χορό η εκλεκτή του κοιτάζονται στα μάτια (“από τα μάτια πιάνεται…”, δημώδες). Οι στροφές και οι φιγούρες που ακολουθούν δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από το αισθησιακό Αργεντίνικο Ταγκό. Οι καρδιές ανεβάζουν στροφές και θερμοκρασία. Ο μόνος τρόπος για να μην υποφέρουν τα ερωτευμένα ζευγαράκια είναι να ξεμοναχιαστούν και να πάνε να δροσιστούν πάνω στις δροσερές πάλλευκες πέτρες της χαράδρας. Τελικώς και κατά πλειοψηφία αυτό έκαναν. Έρωτα ανίκητε στη μάχη…
 
Η φορτισμένη ερωτική ατμόσφαιρα επηρέαζε ακόμα και τον κουζουλό του χωριού που ερωτοτροπούσε και αυτός, κατά φαντασία βέβαια, όπως ίσως και πολλοί άλλοι λαλίστατοι εραστές. Διηγείται λοιπόν στο καφενείο μετά το πανηγύρι την ερωτική του περιπέτεια με το δικό του ιδιόρρυθμο ιδιωματικό τρόπο. “Καμιά βολά (φορά) διάκα (πήγα) στην Καλαμάτα, πήρα μια πόλκα (σακάκι) και ένα παντελόνι και ντύθηκα κόντες. Καμία βολά διάκα στου Βαγγάτση τη Μπαράκα και του λέω φτιάσε μου ένα καφέ. Καμιά βολά καθίζει κατάφατσα μια Ξεχωρίτισσα. Την τήραζα (κοίταγα) με τήραζε. Καμιά βολά της λέω: Μπορώ να σου πω κάτι ιδιαιτέρως δηλαδή κρυφά”! “Και τι έγινε μετά ρε Πέτρο;” τον ρωτάνε οι άλλοι. “Την πήγα καταλάγγαδα”. “Και μετά και μετά…”. “Κρακ, Κρακ ως ο κούρος (κόκορας) την κότα”. Safe sex o Πέτρος! Ό,τι άκουγε έλεγε ο Πέτρος! Μήπως οι άλλοι λατίνοι εραστές λένε την αλήθεια; Ένα ακόμη περιστατικό για τον Πέτρο που ήταν ατελείωτος. Στον εμφύλιο ο Πέτρος και οι φίλοι του ανέβαιναν μια ανηφόρα και οι αντίπαλοι από πολύ μακριά τους πυροβολούσαν εκτός βεληνεκούς. Ο προπορευόμενος φίλος του Πέτρου πάτησε ένα μικρό χαλίκι το οποίο εκσφενδονίστηκε και πέτυχε τον Πέτρο στο μέτωπο. Ακαριαία η αντίδραση του Πέτρου του αχτύπητου. “Φεγάτε να γλιτώσετε, εμένα με σκοτώσανε. Με πέτυχε η σφαίρα κατακούτελα!” “Προχώρα ρε παρμένε (τρελέ)”. “Φεγάτε ρε, είμαι σκοτωμένος έχω φάει μια σφαίρακα στο δόξα πατρί”.
 
Μετά τα γλέντια ας μεταφερθούμε πάλι στο μοναστήρι που επικρατούσε ησυχία και κατάνυξη. Μόλις περάσουμε το ρέμα, στα πρώτα σκαλιά ήταν ο Νικήτας. Μεγάλη μορφή και περιζήτητος για μας τα παιδιά. Γιατί πουλούσε παιχνίδια που όταν περνάγαμε και τα βλέπαμε κρεμασμένα ζούσαμε ένα Όνειρο. Είχε το βράδυ αναμμένη λάμπα με ασετιλίνη και κοντοστεκόμαστε να χαζέψουμε. Τι παιχνίδια είχε, αλυσίδες, σουγιάδες, καθρεφτάκια, γιογιό, βόλους. Απλά πράγματα αλλά για μας όταν τ’ αποκτούσαμε ήταν σπουδαία διάκριση. Τα χρόνια εκείνα εάν είχες σουγιά με αλυσίδα ήσουν δακτυλοδεικτούμενος και ξεχωριστός, σε ζηλεύανε οι φίλοι σου. Ο σουγιάς ήταν πρακτικά πολύ χρήσιμος. Μπορούσες να κανείς πολλά πράγματα με αυτόν, ας πούμε να πας με τους φίλους σου να φάτε φραγκόσυκα! Να κεντήσεις ένα κομμένο χλωρό κλαδί και να το κάνεις σφεντόνα. Θεωρητικά ήταν ένα όπλο κατά παντός κίνδυνου!
 
Όσο ανέβαινες και πλησίαζες τον περίβολο του ναού επικρατούσε άλλη ατμόσφαιρα. Οι προσκυνητές κουρασμένοι είχαν ξαπλώσει γύρω από την εκκλησία επάνω σε πρόχειρα στρωσίδια και περίμεναν να ξημερώσει ο Θεός τη μέρα. Είναι αυτονόητο ότι είχαν εκπληρώσει στο ακέραιο τις θρησκευτικές τους υποχρεώσεις. Η εικόνα που έβλεπε κανείς θύμιζε στρατόπεδο συγκέντρωσης προσφύγων. Ωστόσο η πίστη τους ήταν δεδομένη και αναμφίβολη. Η συμμετοχή τους στη γιορτή η ολονύκτια και η προσευχή φαίνεται πως είχαν ευεργετικές – θεραπευτικές συνέπειες επάνω τους.
 
Τι λογόρροια και τούτη. Έγραψα χωρίς μέτρο και τάξη τόσες σελίδες και ακόμα δεν τελείωσα με την παραμονή του Σωτήρος.  Ας όψονται οι συνεχείς παρεκκλίσεις μου και οι αναφορές σε κοινωνικά κυρίως θέματα. Πιστεύω όμως πως είναι απαραίτητες γιατί αν έλειπαν αυτές θα είχαμε να διαβάσουμε μια έκθεση ιδεών - αναφορά ανταποκριτή μας. Είναι σίγουρο πώς έχω παραλείψει πολλά αξιόλογα περιστατικά και στιγμιότυπα που δυστυχώς τα έχει κάψει ο πανδαμάτωρ χρόνος και ξεθώριασαν όπως οι παλιές φωτογραφίες.
 
Τώρα περπατώ μόνος μου προς την μπαράκα μας και στο μεταξύ παρατηρώ εδώ και εκεί ανθρώπους ξαπλωμένους πάνω στα πρόχειρα στρωσίδια πολλοί από τους οποίους έχουν ήδη αποκοιμηθεί. Η ζωή ευτυχώς δεν σταματά στους χώρους γύρω από την εκκλησία, συνεχίζεται μέχρι το πρωί μάλιστα, στα κλαρίνα και στα βιολιά. Εκεί κτυπούν οι καρδιές και τα όργανα. Εκεί βρίσκονται κυρίως νέοι που όπως είναι φυσικό προτιμούν να κάνουν σπονδές στον φτερωτό Θεό παρά να ανάβουν από τώρα κεριά στον Μεγαλοδύναμο. Πέραν τούτου τα χρόνια εκείνα διαφαινόταν μια τάση απεξάρτησης από τα καθιερωμένα. Πολλές φορές ο πατέρας - αφέντης “έλειπε ταξίδι” και οι νέοι άρχισαν να παίρνουν το παιχνίδι πάνω τους και ν’ αποφασίζουν για την ίδια τους τη ζωή.
 
Στη Μάνη οι κοπελίτσες (μετά τη γέννα ρωτούσανε “τι νάκαμε ή …παιδί ή κοπελίτσα”!) εθεωρούντο τα αδύνατα μέλη της οικογένειας. Έπρεπε ν’ αποκατασταθούν κοινωνικά και να παντρευτούν με μια απαίσια συναλλακτική τακτική αντίθετη προς τα χρηστά ήθη. Πήγαιναν οι γονείς του γαμπρού να “ζητήσουν” τη νύφη. Η κατακλείδα των αθέμιτων διαπραγματεύσεων ήταν η 40.000 δραχμές η καληνύχτα! Τόσο εκτιμούσαν το μοσχάρι που θα έδιναν, εννοώ τον γαμπρό βέβαια. Εάν κάποιος είχε αδελφές έπρεπε να περιμένει και να δουλέψει για να τις παντρέψει αλλιώς θα έμενε εκείνος στο ράφι! Γνωρίζω πολλές περιπτώσεις άτυχων ανδρών που εξ αυτού του λόγου ούτε άναψαν ούτε έσβησαν. Αυτά τα ολίγα κοινωνικά παραλειπόμενα!
 
Οι πιο πολλοί προσκυνητές λαγοκοιμούνται ή κουβεντιάζουν σιγανά. Η εκκλησία είναι ανοικτή και οποίος θέλει μπορεί να μπει και να προσευχηθεί. Κανείς δεν τον εμποδίζει. Εκείνο όμως  που αποζητούν όλοι είναι λίγη ησυχία, λίγος ύπνος πάνω στη φτέρη τη δροσερή, την  ευεργετική  συντροφιά  με το τριζόνι και την κουκουβάγια. Αύριο μετά τη λειτουργία έχουνε να κάνουνε με τα πόδια πολύ δρόμο και θα είναι και φορτωμένοι. Είναι όλοι τους απλοί καθημερινοί άνθρωποι που πιστεύουν και δεν κοροϊδεύουν. Περπάτησαν πολλές ώρες για να έλθουν στον ναό να προσκυνήσουν και ασχολούνται ελάχιστα ή καθόλου με το ποιόν των ιερέων. Πολλοί απ’ αυτούς συνοδεύουν κάποιο δικό τους άνθρωπο που πάσχει και οι γιατροί έχουν σηκώσει τα χέρια. Για αυτούς είναι μονόδρομος η αναζήτηση κάποιας ελπίδας όσο χλωμή και αν είναι. Παραίτηση θα ισοδυναμούσε με θάνατο. Ανεξάρτητα όμως από τους ανθρώπους που πιστεύουν, που τους σέβομαι και τους τιμώ, εγώ ανέκαθεν δεν πήγαινα την υποκρισία και τον φαρισαϊσμό. Σήμερα μετά από μακροχρόνια διαδρομή, αλλεπάλληλους  απολογισμούς και λογικές ακολουθίες, πιστεύω ακράδαντα πως η ανοχή είναι αναντίλεκτα το χειρότερο ανθρώπινο ελάττωμα. Δυστυχώς μέχρις ενός σημείου όλοι το φοράμε αυτό το ρούχο…
 
Μόλις έφθασα στην μπαράκα δηλαδή πίσω από το ιερό του ναού, βρήκα τον πατέρα  μου να πίνει τα τελευταία του ποτά και τη μανά μου να πλένει τα τελευταία ποτήρια. Αμέσως μου ήλθε στο μυαλό η χριστιανική ντιρεκτίβα “και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν”. Αντιπαρέρχομαι το σεξουαλικό υπονοούμενο. Και αναρωτιέμαι: Πως είναι δυνατό η μία και η αυτή σάρκα να διαχωρίζεται και η μισή δουλεύει και η άλλη μισή να διασκεδάζει! Κάποιο λάκκο έχει η φάβα. Κάπου την έχουμε  πατήσει κι δυό (υπάρχει άσμα ad hoc). Δεν είδα ποτέ τον πατέρα μου να πλένει πιάτα ή ποτήρια και τη μάνα μου να πίνει ποτά! Μάλλον η αλήθεια βρίσκεται σε άλλη επίσης χριστιανική οδηγία (βλ και λήμμα ΕΟΚ) και “η γυνή να φοβείται τον άνδρα”, καθώς  και σε άλλες όμοιες πλην τερψικάρδιες προσταγές και οδηγίες! Καλό είναι όμως ό,τι λέμε να το αποδεικνύουμε παραχρήμα. Πάμε στη νομολογία.
 
Γυρίζει “η σάρκα μία” (ο πατέρας μου και η μάνα μου) από το μάζεμα της ελιάς. Είναι απόγευμα. Ο πατέρας μου, πούρος  φεμινιστής(!), είναι καβάλα στο μουλάρι με το όπλο αγκαλιά, καπετάνιος χωρίς αιτία, και η μάνα μου ακολουθεί με τα πόδια ζαλωμένη (φορτωμένη κλαδιά). Περνάει μια τσίχλα (ένα πούλι), την πυροβολεί  ο πατέρας μου και τη σκοτώνει. Τότε λέει στη μανά μου ευγενικά και με μοναδική φυσικότητα και άνεση: “Φέρτη μωρή”! Η ζωή μας είναι ωραία μα έχει βάσανα πολλά και όταν είμαστε παρέα πρέπει να χαμογελάς! Ευτυχώς υπάρχουν και τα τραγούδια που γλυκαίνουν των ανθρώπων τα  βάσανα, που κατά τον Ελύτη τα κλαίνε τις νύχτες στο πέλαγος οι μικρές φώκιες.
 
Αναγνωρίζω ότι μεταξύ του πατέρα μου και της μάνας μου, όπως μεταξύ των πιστών και των ιερέων, με την πάροδο του χρόνου διαμορφώνεται ένα ιδιότυπο modus vivendi (τρόπος ζωής), που είναι δύσκολο ν’ ανατραπεί με συμβατικά όπλα! Ωστόσο εγώ εντοπίζω την αγκύλωση, την προβάλλω και την διακωμωδώ μετ’ ευτελείας. Μη ξεχνάμε ότι με το χιούμορ λέγονται τα πιο σοβαρά πράγματα. Για την υπεράσπιση του πατέρα μου θα συμπληρώσω ότι την Παναγία την είδαμε μόνο στη γέννηση και στη σταύρωση του Χριστού. Μετά από αυτά τα βιώματα όταν ήλθα στην Αθήνα για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, ήταν αδύνατο να βρω γυναίκα που να φέρνει την τσίχλα! Ετοιμαζόμουν να πάω Σαουδαραβία. Ευτυχώς το ματαίωσα.
 
Το κρεβάτι σου το έστρωνες όπου ήθελες μέσα σε ένα χωράφι της απόλυτης επιλογής σου. Διάλεγες ένα μέρος που να μην έχει πέτρες και εκεί άπλωνες τη φτέρη. Όσο πιο πολλή φτέρη είχες μαζέψει, τόσο πιο μαλακά κοιμόσουν. Πάνω στη φτέρη έστρωνες μια κουρελού πολύχρωμη. Για μαξιλάρι δεν θυμάμαι τι βάζαμε. Αποκλείω να ήταν από πούπουλο… Σκεπαζόμαστε καλά γιατί η ρεματιά κατέβαζε βουνίσιο μυρωμένο δροσερό αέρα. Δεν κλείναμε το πορτατίφ, αλλά ούτε τα μάτια μας κλείνανε εύκολα! Κάποτε έφθασα στο στρωμένο κρεβάτι που είχε φροντίσει η μάνα μου και έπεσα όπως ήμουν με τα ρούχα. Τις πιζάμες τις ανακαλύψαμε αργότερα. Δεν είναι εύκολο να περιγράψεις τι νοιώθεις ξαπλωμένος κάτω από τα αστέρια εμπειρία που την έχω ζήσει πολλές φορές!
 
Στο χωριό όλο το Καλοκαίρι κοιμόμασταν έξω πάνω στη φτέρη. Διαπιστώνεις μάνι - μάνι ότι δεν σε εμποδίζει τίποτα να ονειρευτείς με ανοικτά τα μάτια. Είσαι ελεύθερος πανταχόθεν, από στεριά θάλασσα κι αέρα. Έχεις δικό σου ένα κρεβάτι όσο μεγάλο θες που μετακινείται και μεγαλώνει κατά βούληση, εκτός και αν είσαι ζοχάδας και δεν σε χωρά η γης! Βλέπεις τ’ αστέρια που μπιρμπιλίζουνε και ζαλίζεσαι να τα κοιτάς. Είσαι κουρασμένος και αρνείσαι ν’ ασχοληθείς έστω και λίγο μαζί τους. Ήδη το αεράκι σού χαϊδεύει τρυφερά το πρόσωπο και αισθάνεσαι ανάλαφρος. Κάτι σε σηκώνει απαλά για να σε παραδώσει έτοιμο στην αγκαλιά του Μορφέα. Όσο πιο μεγάλη κόπωση κυρίως σωματική νιώθεις (η πνευματική δεν παίζεται) τόσο ακαριαίος είναι ο ύπνος. Κοιμάσαι όπου και όπως βρίσκεσαι.
 
Στα 21 μου δούλευα στην Αθήνα ανειδίκευτος εργάτης στην οικοδομή. Οκτάωρο 80 δραχμές μεροκάματο. Δύσκολοι καιροί. Μια μέρα, στις αρχές πού ήμουνα άμαθος, κοιμήθηκα επάνω σε ένα σωρό τούβλα! Κυριολεκτώ. Αργότερα για να κοιμηθώ έψαχνα να βρω καμία τρίχα κάτω από το στρώμα! Όταν δουλεύαμε 8ωρο στην οικοδομή το μεσημέρι στη διακοπή την πέφταμε πάνω στις τάβλες. Τότε συμμετείχα με τα “συντρόφια” τους οικοδόμους στις κινητοποιήσεις για να καταργηθεί το 8ωρο. Συνέλευση στο θέατρο Ακροπόλ. Μετά από καμία 15αριά χρόνια συμμετείχα στη συνέλευση των “συνάδελφων” δικηγόρων. Τότε πρωταγωνιστούσε ο αλήστου μνήμης Ε. Γιαννόπουλος που δεν παρέλειπε πάντα να υπερτονίζει πως ήταν αντιστασιακός. Είχα φρίξει από το επίπεδο της αντιπαράθεσης. Και τι δεν είπε ο στωμύλος πρόεδρος. Όποιος τολμούσε να τον κοντράρει τον έλουζε με βρισιές. Από πλευράς επιπέδου η συνέλευση των οικοδομών υπερίσχυε καταφανώς. Προσωπική μου άποψη.
 
Νοσταλγώ να κοιμηθώ πάνω στη φρεσκοκομμένη φτέρη και ν’ αδειάσω στη γη τον στατικό ηλεκτρισμό του σώματος μου. Ν’ αποφορτιστώ ολοσχερώς, να χαλαρώσω πλήρως. Να μην το ξεχάσω: Στο αυτοκίνητο έχω δύο κουβέρτες και ξαπλώνω άμα βρω κάποιο ελάτι τροφαντό.
 
Θυμάμαι ένα όνειρο που είχα δει. Καβαλούσα ποδήλατο και κατέβαινα χωρίς να κρατώ το τιμόνι σε κατηφορικό δρόμο. Τράκαρα, ξύπνησα έντρομος και διαπίστωσα με χαρά πως με είχαν ξυπνήσει οι καμπάνες. Οι καμπάνες που καλούσαν δίκαιους και άδικους να πάνε στην εκκλησία να λειτουργηθούνε. Σηκώθηκα, έριξα λίγο νερό στο πρόσωπό μου να ξεσκοτιστώ και άρχιζα τη δράση. Όταν είχα ξεπεταχτεί και είχα τις δυνάμεις να δαμάσω το δύστροπο μουλάρι που είχαμε, τη γνωστή Κούλα, δεν πήγαινα στην εκκλησιά. Πήγαινα να βγάλω κανένα αγώγι.  Έπρεπε να μεταφερθούν επειγόντως τα τάματα, συνήθως λάδι, στον τοπικό έμπορο και να μετατραπούν σε χρήμα για να γλεντήσει ο διαβολοκαλόγερος.
 
Όταν ήμουν μικρότερος παρακολουθούσα τη λειτουργία και μου άρεσε το τελετουργικό. Εκτός από τον κόσμο που είχε έλθει την παραμονή, ανήμερα κατέβαιναν και άλλοι από τα γύρω χωριά. Όταν αποτολμούσες να μπεις στη εκκλησία ήταν ασφυκτικά. Πολύς κόσμος στριμωγμένος ο ένας επάνω στον άλλο. Κεριά, λιβάνι και ιδρώτας μίγμα αποπνικτικό. Οι ιερείς στα μεγαλεία τους, σωστοί οικοδεσπότες. Δεν έχαναν ευκαιρία να υπενθυμίζουν στον απλό προσκυνητή ποιος είναι το αφεντικό. Δηλαδή ο ναός είναι δικό τους τσιφλίκι, όπως κάνουν και οι πάσης φύσεως και μορφής “εθνικόφρονες” με την Ελλάδα. Χρυσοποίκιλτοι κορδακίζονταν όταν εύχονταν τη μακροημέρευση τους “τοις ιερεύσι, τοις βασιλεύσι τω στρατώ” άντε “και παντί τω λαώ”. Η βασική διάφορα των ιερέων από τους πολιτικούς είναι ότι οι πολιτικοί προβάλλουν προσχηματικά τον λαό για τον οποίο υποτίθεται ότι κόπτονται. Γνωστή κορώνα στο όνομα του Λαού. Οι ιερείς με ειλικρίνεια και προς τιμήν τους βάζουν τον λαό στη θέση που του αξίζει δηλαδή εύχονται να σωθεί τελευταίος. Ουσιαστικά και οι δυο, κλήρος και πολιτικός κόσμος, τον έχουνε γραμμένο εκεί που του πρέπει. Αρκούμαι στο “γραμμένο” για να κρατήσουμε ένα επίπεδο.
 
Ακολουθούσε αρτοκλασία και η λειτουργία έφθανε στο τέλος της. Ο κόσμος που είχε γεμίσει την πλατεία φαινόταν αγιασμένος και ευχαριστημένος. Το ευαγγέλιο διαβαζόταν και μετά τη λειτουργία. Δεν θυμάμαι καμία ακραία περίπτωση ν’ αναφέρω. Όλοι τελικώς αποχωρούσαν ευχαριστημένοι και δεν βιάζονταν να φύγουνε εκτός από τον ρέκτη καλόγερο. Μετά το μεσημέρι ο πιο πολύς κόσμος είχε φύγει σιγά – σιγά. Θα ξαναγύριζαν του χρόνου πάλι. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, είχε μια μικρότερη εκδήλωση στο χωριό μου που γιόρταζε μια από τις τρεις εκκλησίες του, η Μεταμόρφωση του Σωτήρος. Στη μικρή πλατεία της εκκλησίας μαζευόταν κόσμος και συνέχιζε το γλέντι.
 
Φώτης Ανδρέου
 
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Your rating: None Average: 5 (3 votes)