Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 2017


Το αλογάκι (5ο μέρος)

 
Μια βδομάδα μετά το πανηγύρι του Σωτήρος ακολουθούσε σε απόσταση αναπνοής το πανηγύρι της Παναγίας. Η Κοίμηση της Θεοτόκου είναι από τις σημαντικότερες γιορτές της Ορθοδοξίας. Ο μέσος συνετός Χριστιανός έχει τη μάνα του κορώνα στο κεφάλι του. Όλες οι γυναίκες είναι σκάρτες, εκτός από τη μάνα του! “Μάνα κράζει το παιδάκι μάνα ο νιός και μάνα ο γέρος . ά… τι όνομα γλυκό...”. Ανέκαθεν όλη η Ελλάδα δονείται από τους ψαλμούς και τα κλαρίνα που ακούγονται στη χάρη Της, στην καρδιά του Καλοκαιριού, τον Δεκαπενταύγουστο.
 
Πάμε σιγά - σιγά σακάτω τον κατήφορο στο πανηγύρι (πάνδημος εορτασμός θρησκευτικής γιορτής) που μαζί με τούς γάμους αποτελούσαν τις σημαντικότερες κοινωνικές εκδηλώσεις, άλλως κοσμικά γεγονότα της εποχής.
 
Στο πανηγύρι της Παναγίας εκτός από τη θρησκευτική επένδυση που αποδίδει, υπάρχει και η κοσμική διάσταση που διασκεδάζει και χαλαρώνει. Είναι Μεσοκαλόκαιρο και οι χωριάτες ρουφάνε τη θερινή ραστώνη με το καλαμάκι. “Φτιάσε ένα μέτριο”, “φέρε δύο τσιγάρα” (στούκας) “και γράψε τα”. “Φέρε και μία τράπουλα”. Αρχίζει το ματς.
 
Πουρνό –πουρνό για να μην τους πιάσει ο ήλος οι κάτοικοι του χωριού έβγαζαν τα ζωντανά για βοσκή και γύριζαν πίσω στο χωριό με φρέσκα πεντανόστιμα σύκα και σταφύλια. Μετά στο καφενείο, τσιγάρο, πρέφα και καφέ και δεν βαριέσαι αδελφέ. Έπαθλο καφές, ούζο, λουκούμι. Συμπλήρωμα καζούρα στον χαμένο, με επιδόρπιο κανένα μικροκαβγά.
 
Οι κυνηγοί την ίδια περίοδο βγαίνουν μπονόρα για ορτύκια ή τρυγόνια και εάν έχουν καλό σκυλί κυνηγάνε και λαγό. Οι πέρδικες είναι ψηλά στο βουνό και εκτός από σκυλί θέλουν και πόδια. Γυρίζοντας από την πρωινή εξόρμηση αποδέχονται συνήθως ότι “του κυνηγού και του ψαρά το πιάτο δέκα φορές είναι αδειανό και μια φορά γεμάτο”. Οι περιγραφές με σκηνές από το κυνήγι του λαγού κυρίως άφηναν εποχή. Ποιός ήταν ο ατζαμής που τού φυγε ο λαγός. Τι καλά που φέρμαρε το σκυλί. Τι βλάκας που ήτανε ο Κώστας που άφησε τον λαγό ατουφέκιστο. Ο Γιώργος φταίει που τον έβαλε στό καλύτερο πόστο. Κρίμα. Και δως του, κουβέντα στην κουβέντα, μεσημέριαζε. “Νίκο, φέρε μας ένα πενηνταράκι ούζο και κάνα δυό στραγάλια”. Έτσι δίπλωνε η ημέρα.
 
...Είχα ακούσει από τούς γεροντότερους να λένε ότι δέκα φρέσκα πρωινά σύκα πάτσιζαν με ένα τρυγόνι. Πράγματι η σύγκριση ήταν απόλυτα πετυχημένη. Όταν αξιώθηκα κι εγώ να πιάσω τ’ άρματα, παράνομα βέβαια μιας και ήμουν ανήλικος, και έβγαινα για κυνήγι, κατέληγα σε μια συγκεκριμένη συκιά να κόψω και να φάω καστανόσυκα. Η μέρα μόλις ρόδιζε... Ήταν σκέτα λουκούμια τα άτιμα, να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει. Όταν τα κόψεις πριν βγεί ο ήλιος έχουν στό κάτω μέρος κολλημένη μια λευκή σταγόνα συκόμελο ανακατεμένη με μικρές πρωινές δροσοσταλίδες. Δυστυχώς δεν τρώγαμε πολλά, προλάβαιναν οι ρουφιάνες οι κίσσες, οι αχόρταγες, και τα τρυγούσαν από το ασύνταχο (πριν ξημερώσει). Εντυπωσιακά πουλιά με γαλάζια φτερά και παρδαλό πέταγμα. Μερικοί τις κυνηγούσαν αλλά είχαν πολύ σκληρό κρέας, δεν τρωγότανε, αφάνιζαν όμως τα σύκα.
 
Στην επιστροφη πρός το χωριό κάποιες μέρες που ξέμενα και με πρόκανε ο καυτός ήλιος , κάθιζα να ξαποστάσω κάτω από ένα ψηλό πέτρινο τοίχο. Αυτούς πού χωρίζουν τα πέτρινα χωράφια και διαφεντεύουν τις πέτρινες περιουσίες! Πέτρα την πέτρα ολημερίς κτίζω και δεν σε φθάνω... Αδούλωτη Μάνη! Ακούμπαγα το όπλο δίπλα μου με ασφάλεια και κοιτούσα τις ελιές τις ευλογημένες που τις ταλαιπωρούσε και τις τσουρούφλιζε ο ήλιος ο εμπρηστής. Είχε μπει η ημέρα για τα καλά και ο ήλιος είχε ανέβει ήδη ψηλά ίσα με τρία αγκωνόχερα. Για να φθάσω στο χωριό έπρεπε να περπατήσω δύο τσιγάρα δρόμο! Άρχιζε το λιοπύρι που έκανε τις πέτρες ν’ αχνίζουν. Ο ίσκιος της μάνδρας ήτανε βαρύς και ευχάριστος. Τον απολάμβανες σαν παγωμένη γρανίτα.
 
Αργότερα διάβασα το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου που λέει: “Δεν υπάρχει νερό μονάχα φως, ο δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάνδρας είναι σίδερο”. Ενθουσιάστηκα. Με 16 λέξεις περιγράφει ο ποιητής καταπληκτικά τον τόπο που γενήθηκα και μεγάλωσα. Όταν τραγουδάω τους στίχους του Ρίτσου αισθάνομαι εκείνο το δροσογόνο χάδι στο πρόσωπό μου, ακόμη και σήμερα. Υποκλίνομαι με ευλάβεια στην ποίηση και δηλώνω ανεπαισθήτως “πως οξειδώθηκα μεσ’ στη νοτιά των ανθρώπων”.
 
Εκείνα τα Αυγουστιάτικα πρωινά μοσχομύριζαν βασιλικό κι ασβέστη... Λειτουργούσαν ακόμη οι ρούγες και οι νοικοκυράδες μαζί με τα πλεκτά τους έπλεκαν τους καημούς και τους πόθους τους. Η θάλασσα και τα αντηλιακά ήλθαν αργότερα. Ένα πλατύγυρο καπέλο φτιαγμένο με μεράκι από ράπες (καλαμιές τού σταριού) και μιά κόκκινη κορδέλλα για στολίδι αντιστοιχούσε στο μέγιστο βαθμό προστασίας κατά της υπεριώδους ακτινοβολίας μέχρι να φθάσεις στην αποσκίαδα. Η διαφορά είναι ότι τότε είχε περισσότερο όζον λιγότερο άγχος και άφθονο καθαρό αέρα που μύριζε θυμάρι και μύρτο. Το χωριό έσφυζε από ζωή και δεν μας έλειπε τίποτα, ανάλογα με τις ανάγκες της εποχής. Ποιός απολαμβάνει σήμερα χαλαρός ένα κομμάτι χειροποίητο παστέλι που το βουτάει μέσα σε ένα ποτήρι δροσερό νερό χωρίς να κοιτάζει το ρολόι του;
 
Ο Δεκαπενταύγουστος σήμερα προσφέρεται βέβαια για φυγές και αποδράσεις που κατέληξαν να λέγονται εθιμικά “διακοπές” ή “μπάνια του λαού”. Διακοπές από την αφύσική ζωή της πόλης και επιστροφή στη φύση. Εκείνα τα χρόνια οι άνθρωποι δεν πήγαιναν Παρίσι –Λονδίνο –Πράγα με επιστροφή. Πήγαιναν μόνο στα πανηγύρια και στους γάμους και σπανίως στην κοντινή πόλη για δουλειές. Κατά τα φαινόμενα προς τα ’κει βαδίζουμε και σήμερα ολοταχώς, μετά από μία φρενήρη και ακόρεστη υπερκαταναλωτική φθίνουσα πορεία…
 
Στο χωριό μου υπήρχε ναός που γιόρταζε τον Δεκαπενταύγουστο. Ο ναός, παλαιός, είναι κτισμένος με πωρόλιθο. Ο παπάς που λειτουργούσε σε αυτόν τον ναό είχε εκκεντρική, ασύμβατη με το σχήμα του   προσωπικότητα. Ποτέ δεν αποδέχθηκε ότι έγινε παπάς. Τα κίνητρα ήταν κυρίως υλικά. Διάβαζε: “Δημόσιος υπάλληλος” ή μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει. “Όπου κλέφτης και φαγάς ή χωροφύλακας ή παπάς!”, λέγανε οι γεροντότεροι χαμογελώντας με νόημα! Κάπνιζε πολύ, τόσο πολύ που τα γένια του γύρω από το στόμα είχαν πάρει το χρώμα της ΑΕΚ.
 
Όλη μέρα ήταν στο καφενείο και παρακολουθούσε τους άλλους που παίζανε χαρτιά, αφού δεν μπορούσε να παίξει ο ίδιος φανερά. Έκανε συνέχεια υποδείξεις στους παίκτες και τους εκνεύριζε σε τέτοιο σημείο που πολλές φορές τον διαβολόστελναν! Ωστόσο δεν ίδρωνε το αυτί του. Ο παπάς αυτός ήταν εριστικός και απρόβλεπτος. Πολλά τα κατορθώματα, οι ιστορίες και οι γκάφες του.
 
Ένα περιστατικό που δεν θά ξεχάσω είναι η αντίδραση του ασύμμετρου    αυτού λειτουργού του Κυρίου που διαδραματίστηκε κατά τη διάρκεια ακολουθίας των Χαιρετισμών. Την ώρα που ο παπάς αυτός κρατούσε στα χέρια του και διάβαζε το “Ωρολόγιο το Μέγα” (μεγάλο βιβλίο, επί το λαϊκότερο “Ρολόι”) έριξαν οι τότε χουλιγκάνοι μια μεγάλη ισχυρή κροτίδα μέσα στην Εκκλησία. Η έκρηξη ήταν δυνατή και η αντίδραση του παπά ακαριαία οργίλη και ιδιαζόντως εχθρική. Με μιας εκσφενδόνισε το ιερό βιβλίο στο δάπεδο του Ναού, γονάτισε επιδεικτικά μπροστά στην ωραία πύλη, σήκωσε ψηλά τα χέρια του και προσευχόμενος ανέκραξε “Παναγιά μου να μην μείνει ούτε ποντικός”, από το ποίμνιό του φυσικά! Την άλλη μέρα πήγε εθιμοτυπικά στον Δεσπότη, τον ανεξέλεγκτο θρησκευτικό άρχοντα, ν’ αναφέρει το συμβάν. Πολύ κακό για το τίποτα. Μετά ταύτα συνέχισε να προσεύχεται και να ευλογεί αισίως και αδιακρίτως το ποιμνιό του. Το ευσεβές ποίμνιό του   που στο μεταξύ την είχε σκαπουλάρει από τη βαριά κατάρα (άλλαι αι βουλαί του Θεού, άλλαι των εμπαθών ιερέων που μεσιτεύουν παρανόμως και επί προμηθεία). Και όχι μόνον, συνέχισε απτόητος να παρακολουθεί πρέφα στα καφενεία και να καπνίζει σαν αράπης, με όλη τη συμπάθεια μου για τους έγχρωμους! Τέτοιοι παπάδες σώζουν τις “ορθόδοξες παραδόσεις”!
 
Ένα ακόμη περιστατικό, από άλλη θερινή θεατρική σαιζόν, με πρωταγωνιστή όμως τον ίδιο ιερέα. Σε περίοδο παρατεταμένης ξηρασίας τον είχα δει με τα μάτια μου να έρχεται στα χέρια με έναν συγγενή του που είχε καφενείο. Ο λόγος, δεν του σερβίρισε γρήγορα και ο ίδιος ο συγγενής του τον καφέ του. Το θέαμα ήταν μοναδικό. Γροθιές μεταξύ ιερέως και λαϊκού, σημεία των τότε καιρών! Δεν άκουσα να κάνουν λόγο τα εσχατολογικά γερόντια για Δευτέρα Παρουσία και άλλα παρόμοια ηχηρά! Μια γιαγιά όμως που καθόταν στο παράθυρό της και   παρακολουθούσε, με τα μάτια έξω το αμαρτωλό θέαμα,   σταυροκοπήθηκε επανειλημμένως και είπε με απόλυτη συντριβή, δυνατά για να την ακούσουν: “Παναγία μου δεν βρέχει ποτέ”!  Κάτι ξέρει ο λαός όταν λέει: “ Ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς”!
 
Ανήμερα της Παναγίας ο Ναός ήταν σημαιοστολισμένος, καθαρός και πρόσχαρος! Πολλοί πιστοί έκαναν τάματα ως αντάλλαγμα εκπλήρωσης των ευχών - αιτημάτων τους. Τελικώς όλα είναι πάρε - δώσε μεταξύ πιστών και ιερέων που πουλάνε με το αζημίωτο φρούδες ελπίδες! Θυμάμαι πως κάποιοι έζωναν τον ναό με κερί. Άλλη επωφελής επινόηση του ιερατείου. Έπαιρναν κουβάρια σπάγγο και τον βούταγαν στο κερί και γινόταν ένας κερωμένος σπάγγος. Άλλο κόλπο και αυτό. Αυτόν τον σπάγγο τον μοσχοπουλούσαν με το μέτρο στους πιστούς, με τιμή διατίμησης γιά να ζώσουν τον ναό ολόγυρα. Πολλά τα μέτρα, πολλά τα λεφτά. Ποτέ δεν κατάλαβα τη σημασία του τάματος. Ήταν όμως συνηθισμένο. Για όλα ο κλήρος έχει μια εξήγηση, το τίμημα της οποίας καταλήγει στο παγκάρι. Εάν ερχόταν σήμερα ο Χριστός θα κρατούσε καλάσνικωφ ή κάτι πιο βελτιωμένο. Θα καθάριζε με τους εμπόρους και θα επέβαλε επαναστατικώ (θεϊκώ) δικαιώ χωρισμό κράτους και εκκλησίας. Έτσι για να ξεχωρίσουν τα ξερά απο τα χλωρά. Φρονώ ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι, πλην ανιδιοτελείς, ιερείς μας θα ξέχναγαν την πίστη τους (;) και θα προσέφευγαν στη λαιμητόμο της λαομίσητης ΤΡΟΙΚΑ ζητώντας να μπούν και αυτοί στην εφεδρεία για να συνταξιοδοτηθούν! Παραδούλεψαν! Οι φωτεινές πλην σπάνιες εξαιρέσεις δεκτές, για την ενίσχυση του κανόνα.
 
Στην εκκλησία προσερχόταν κυρίως ο άμαχος πληθυσμός. Περισσότερες γυναίκες και παιδιά και λιγότεροι άνδρες. Οι υπόλοιποι άνδρες περίμεναν ν’ ανοίξει το καφενείο για να πιούν κανένα ούζο που το πίστευαν, το λάτρευαν και το απολάμβαναν. Κοπέλες ντυμένες ωραία ανέβαιναν στον γυναικωνίτη. Από εκεί παρακολουθούσαν και σχολίαζαν με ποικίλα συναισθήματα (ζήλεια, απόρριψη) τις άλλες γυναίκες. Τι φοράει η μια και τι φορούσε η άλλη. Ελάχιστοι από το εκκλησίασμα είχαν επαφή με τη λειτουργία και όσα διαδραματίζονταν στόν Ναό. Ούτως ή άλλως δεν καταλάβαιναν και τη γλώσσα. Και ο Χριστός κλάσας τον άρτον... Ακατάληπτο για τη γιαγιά... που ευχαρίστως θα μύριζε του Χριστού τα αέρια! Γενικώς ο ναός κατά τη θεία λειτουργία ήταν χώρος θρησκευτικής συνάθροισης που άφηνε και περιθώρια για κοινωνικές επαφές και γιατί όχι και για μια οιονεί επίδειξη μόδας. Μόνο στην Εκκλησία μαζεύονταν άνδρες και γυναίκες μαζί. Πότε θα έδειχναν οι γυναίκες τα καινούργια φουστάνια; Στο μάζεμα της ελιάς (σούρσιμο) ή στον θερισμό; Που θα συναντούσαν κανενα περιποιημένο νέο; Στο όργωμα ή στα αλώνια; Στα καφενεία δεν πήγαιναν γυναίκες. Άλλοι χώροι συνάντησης και λοιπά εντευκτήρια δεν υπήρχαν. Έτσι η προσέλευση στην Εκκλησία εξυπηρετούσε και καθημερινές κοινωνικές ανάγκες: “Είδες μωρή πως γλυκοκοίταζε ο Γιώργης   την κόρη της Παύλαινας;”  “Σώπα μωρή, κείνος είναι λογοδομένος!” Σύννεφο το κουτσομπολιό.
 
Δεν έλειπαν βέβαια μέσα κι έξω από την Εκκλησία και τα απρόοπτα, τα παράξενα, τα ευτράπελα. Μπορώ και θέλω ν’ αναφέρω πολλά ευτράπελα που έζησα μέσα στις θρησκευτικές συναθροίσεις. Αναμφίβολα αποδίδουν το πνεύμα της εποχής και σκιαγραφούν τη σχέση του αγρότη με την Εκκλησία και τους ανιδιοτελείς δούλους της. Δεν θα έλεγα πως ήταν άδικος ή αδιάφορος. Σίγουρα όμως καταδίκαζε την υποκρισία.
 
“Τω καιρώ εκείνω” σε ενα εξωκλήσι ερημικό που ήταν χτισμένο μακρυά από το χωριό, μέσα στις ελιές γινόταν λειτουργία ανήμερα της χάρης της Ζωοδόχου Πηγής. Η Άνοιξη στα ντουζένια της. Το εκκλησάκι ασβεστωμένο και καθαρό είχε την τιμητική του. Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας βγήκε φουριόζος ο λαμπροντυμένος ιερέας για να θυμιατίσει και έξω από το ξωκλήσι, το οποίο χωρούσε δε χωρούσε δέκα νοματαίους. Αυτό ήταν συνηθισμένο, ο παπάς δηλαδή να θυμιατίζει όλους τους πιστούς που παρακολουθούσαν τη λειτουργία σε ένδειξη τιμής ή και ευλογίας. Θυμίαμα και άνω σχώμεν τας καρδίας. Επί πλέον θυμιάτιζαν μπας και ψοφήσουν οι ασπάλακες τους οποίους καταπολεμούσαν επιτυχώς (;) και με Αγίασμα την Πρωτάγιαση. Ενίοτε έφερναν γάτες ή αγόραζαν ποντικοφάρμακο! Σίγουρες και ασφαλείς λύσεις.
 
Δυο γυναίκες είχαν γυρίσει την πλάτη τους προς τον Ναΐσκο και, αγνοώντας τον παπά και το θεάρεστο έργο του, κουτσομπόλευαν ανοιξιάτικα και εορταστικά. Όταν τις είδε ο παπάς, είπε με οργίλο ύφος: “Εεε, εσείς φτου πέρα, γυρίστε κατά δω. Τον κώλο σας θα θυμιατίσω;” Αυτή την αυθόρμητη ιερή έκρηξη θα την έλεγα “προσηλυτισμό στο χωράφι”. Ο ίδιος αθυρόστομος και επιπόλαιος ιερέας μια άλλη φορά θυμιάτιζε στον Ιερό Ναό που είχε τοποθετηθεί για να λειτουργεί, θεία χάριτι. Ξαφνικά κόπηκε η αλυσίδα του θυμιατού και ο “επίτροπος” “προσέδραμε αυθορμήτως” να την προσδέσει. Ο αμήχανος ιερέας σαφώς εκνευρισμένος τον απέπεμψε λέγοντας μεγαλοφώνως , εις επίκοον του πολυπληθούς εκκλησιάσματος: “τώρα όπως έγινε, χέσε μέσα”. Τέτοια κατανυκτική ατμόσφαιρα με κερί, λιβάνι και ήχο πλάγιο του δευτέρου στον οίκο του Κυρίου…
 
Όσες φορές είχα παρακολουθήσει τη λειτουργία δεν θα έλεγα ότι έμενα ευχαριστημένος, τουλάχιστον από αισθητική άποψη με τα λίγα ποιοτικά κριτήρια που διέθετα. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν συμμετείχαν στη λειτουργία ψάλτες σαν αυτούς που περιγράφει ο κοσμοκαλόγερος, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Μέτρια πράγματα. Στη μητρόπολη του χωριού συνυπήρχαν δύο γαμπροκουνιάδοι. Ο ένας παπάς και ο άλλος ψάλτης. Ο ψάλτης ήταν πολύ φάλτσος, τόσο που η φήμη του ξεπερνούσε τα όρια του Δήμου. Τόσο πολύ φάλτσος που όσο έψαλε αυτός στην εκκλησία, δεν χρειάστηκε να κάνουνε ψεκασμό για μυοκτονία! Σε κάποιο απόδειπνο των Χαιρετισμών ο “χαρισματικός” αυτός ψάλτης άρχισε να ψάλλει το αβανταδόρικο γνωστό τροπάριο “Ανοίξω το στόμα μου και πληρωθήσεται πνεύματος και λόγον ερεύξομαι τη βασιλίδι μητρί και οφθήσομαι φαιδρώς πανηγυρίζων και άσω γηθόμενος ταύτης τα θαύματα”. Τότε βγαίνει ο κουνιάδος του ο παπάς στην ωραία πύλη και ενώπιον των πιστών “αντιφώνησε αύτως αυτοθρόως”: “Καλύτερα να μην το άνοιγες”. Αναμφίβολα εννοούσε το στόμα του. Ατυχώς ο παπάς καθυστέρησε! Η ζημιά έγινε.
 
 
Φώτης Ανδρέου
 
 
 

 

Your rating: None Average: 4.3 (9 votes)