Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου 2017


Το αλογάκι (6ο μέρος)

 
Όταν σχόλαγε η Εκκλησία μοιράζονταν άρτος και αντίδωρο απ’ του παπά το χέρι. Ακολουθούσαν τα “χρόνια πολλά” στις Μαρίες και τους Παναγιώτηδες που ζωή νάχουν πάντα περισσεύουν “Όλοι ευλογημένοι του Θεού παραδομένοι”. Μετά ο κόσμος έσμιγε σε αυτοσχέδιες παρέες και περπάταγε σιγά - σιγά προς το κέντρο του Χωριού, ας πούμε στην αγορά, κανά τσιγάρο δρόμο. Οι δρόμοι, στενά καλντερίμια, ίσα - ίσα να περνά ένα μουλάρι φορτωμένο, οδηγούσαν σε διάφορες κατευθύνσεις. Ήταν εμφανής η παντελής έλλεψη σήμανσης! Ωστόσο δεν καταγράφηκε ποτέ καμιά σύγκρουση και δη πλαγιομετωπική!
 
Αυτές οι διαδρομές προς κάθε κατεύθυνση γίνονταν γιρλάντες κάθε άνοιξη. Όπου και να πήγαινες χανόσουν μεσα στά χρώματα και τα αρώματα του γιορτινού πολύχρωμου τοπίου. Τότε δεν μας έκανε αίσθηση γιατί ζούσαμε μόνιμα μέσα στη αγκαλιά και στις χαρές της φύσης.
 
Γινόμαστε δηλαδή ένα με τη χλωρίδα και την πανίδα και αυτό μας έφθανε και μας περίσσευε. Χώμα, πέτρα, ήλιος, βροχή, φυτά, ζώα και άνθρωποι ένα χερόβολο σπάνιας μέθεξης και αρμονικής συνύπαρξης.
 
Τότε στο λεξικό δεν υπήρχε καταχωρημένη η λέξη κατάθλιψη.
 
Προστέθηκε αργότερα ως συνεπακόλουθο της άνευ όρων ανάπτυξης και του εγωκεντρικού πολιτισμού .
 
Το πρώτο καφενείο που συναντούσαν οι μετακινούμενες χαρωπές παρέες βρισκόταν στο ίσιωμα μετά το Δημοτικό Σχολείο. Το καφενείο αυτό δεν ήταν το μοναδικό, τις ένδοξες εποχές υπήρχαν σκάρτα δέκα καφενεία στο χωριό. Μάζευε όμως πολύ κοσμο και τούτο οφείλονταν κυρίως στην προσωπικότητα και την ενεργητικότητα του ιδιοκτήτη του. O Νίκος, ψηλός, ανοικονόμητος, έγραψε ιστορία για πολλά χρόνια με την αφέλεια και τα καμώματά του που άφησαν εποχή. Δεν ήταν επαγγελματίας. Αντιθέτως, παρά την ηλικία του, παντρεμένος με τρία παιδιά, εξακολουθούσε να παιδιαρίζει ασυνέριστα.
 
Με τα πειράγματα και τις γκάφες του δημιουργούσε απαράμιλη ατμόσφαιρα ασχέτως αν η κοντή σοβαρή γυναίκα του στράβωνε συνήθως τα μούτρα της. Για τον Νίκο πέρα έβρεχε! Αυτός θα έκανε το δικό του ο κόσμος να χαλάσει. Αυτό δεν κάνουν τα σκανταλιάρικα παιδιά;
 
Την περιόδο εκείνη είχαν φθάσει στο χωριό οι μπύρες και τα αναψυκτικά. Ποτά νέα, πρωτόγνωρα, άλλες γεύσεις παράξενες και θελκτικές. Για να τα “παγώσουν”, τα έβαζαν σε κοφίνια (καλάθια) και τα κρέμαγαν με σχοινί μέσα στη στέρνα! Ψυγεία δεν υπήρχαν. Τροφικές δηλητηριάσεις υπήρχαν. Γιατρός δεν υπήρχε. Μαντζούνια υπήρχαν. Θεραπεία εκ των ενόντων με βάση τα έθιμα και τις παραδόσεις.
 
Έβγαζες ας πουμε ένα σπυρί και πονούσες. Του έβαζες επάνω γαλοπίτταρο σε λίγη ώρα είχε ανοίξει χωρίς καμμία επέμβαση. Τι ήταν το γαλοπίτταρο; Αλεύρι ζυμωμένο με γάλα μικρομάνας που θήλαζε ακόμη το παιδί της. Ανάλογα αποτελέσματα είχε και το λουκούμι. Δεν θυμάμαι σοβαρές απώλειες σε ανθρώπινες ζωές. Για όλες τι παθήσεις είχε προβλέψει ο Ιπποκράτης!
 
Από περιέργεια όλοι ή αν ήθελαν να δοκιμάσουν τις άγνωστες γεύσεις των νέων βιομηχανικών προϊόντων που τελικά σακάτεψαν τον άνθρωπο με την κακή τους ποιότητα, τα καρκινογόνα συντηρητικά και τις νοσογόνες νοθείες τους. Την περίοδο εκείνη εγινε προοδευτικά και η μετάβαση από το κρασί στην μπύρα. Μέγα σφάλμα, ολέθριο, “οίνος γαρ ευφραίνει καρδίας ανθρώπων”! Η μπύρα η Ελληνική κυρίως είναι συνήθως άψητη και γι’ αυτό επικίνδυνη. Ψιλά γράμματα πίσω από τι κουίντες της διαφήμισης.
 
Έτσι αφελληνιστήκαμε σταδιακά και φθάσαμε στην ύποπτη Κόκα - Κόλα που δυστυχώς πάει μέ όλα και εμείς κατά διαβόλου!
 
Το καφενείο του Νίκου κατά κόσμον “βαλαχάς” λειτουργούσε για πολλά χρόνια στο ισόγειο ενός διώροφου πέτρινου σπιτιού με καλή διαρρύθμιση και άνετους βοηθητικούς χώρους. Έχω ακούσει ότι χτίστηκε από πανωγραψίματα στα δεφτέρια. Ήταν καλοδιατηρημένο. Οι κρεββατοκάμαρες ήταν επάνω. Μεγαλεία πράματα. Μπροστά είχε ένα τετραγωνισμένο χώρο 70-80 τ.μ. περίπου που το Καλοκαίρι τον σκέπαζε μία ηλικιωμένη ανθεκτική πλην δροσερή κληματαριά. Όπου έμεναν κενά τα συμπληρωναν με φτέρη μυρωδάτη και δροσερή και έτσι εξασφάλιζαν καλή σκιά για το Καλοκαίρι. Όπως έχω ξαναγράψει, τα ανάλαφρα, τα φευγάτα καλοκαιρινά βράδια υπό το φως μιας λάμπας “Λουξ”, ανέβαιναν σε αυτό τον χώρο οι πιο πετυχημένες επιθεωρήσεις που έτυχε να παρακολουθήσω στη ζωή μου.
 
Τον θίασο αποτελούσαν οι θαμώνες του καφενείου. Πρωταγωνιστής και σκηνοθέτης ήταν ο Νίκος, ο ιδιοκτήτης. Μουσική υπόκρουση τριζόνια και γρύλοι κάτω απο τη σοφή διεύθυνση της κουκουβάγιας. Οι ατάκες και τα πειράγματα ήταν πρωτόγονα, αυθόρμητα και μοναδικά. Τα γέλια και η καζούρα έδιναν και έπαιρναν. Διάλεγαν κάποιον παράξενο τύπο και γινόταν το έλα να δεις. Τον αποτρέλαιναν. Το σημαντικό είναι ότι αυτοί που τον πείραζαν είχαν φάει τη σφυριά τους! Άλλη μέρα η σειρά τους. Επωδός υπό μορφή ερωτήματος: Οι τρελοί είναι μέσα ή έξω;
 
Ένα βράδυ μια παρέα νεαρών για να πειράξει τον Νίκο, πήρε ένα μπουκάλι μπύρα από αυτές που είχανε καταναλώσει και τη γέμισε με νερό. Ο πιο ζωηρός της παρέας, που σπούδαζε να γίνει ηθοποιός, έβαλε πρόχειρα το πώμα στο μπουκαλι και κάλεσε τον Νίκο. Ανοίγει την ήδη ανοιγμένη μπύρα μπροστά του και λέει “ρε Νίκο για δοκίμασε είναι καλή; Δεν μου αρέσει η γεύση της”! Παίρνει ο Νίκος το μπουκάλι, που ήταν γεμάτο νερό, το φέρνει στό στόμα του δοκιμάζει και πετάει το αμίμητο: “Ω διάολε, λέεις να μου νεροκόψανε οι μπύρες”! Έγραψε τρίποντο. Γελάτε γιατί χανόμαστε…
 
Δεξιά ήταν ενα παράπηγμα, ας πούμε φιλολογικά ο ναός του Ηφαίστου, το γνωστό γυφτείο. Σφυρί, αμόνι, άνθρακας, βαριοπούλες και τον Χειμώνα περνούσαν από εκεί στη σειρά όλα τα εργαλεία του σκαψίματος. Δηλαδή ότι σούρνει το ζευγάρι! Ξινάρια, αξίνες και αλέτρια όλα για επισκευή. Έπρεπε να γίνουν κοφτερά για να σκαβουν και να κόβουν πιο εύκολα το χώμα, τον Σεπτέμβρη που πέφταν τα πρωτοβρόχια και άρχιζε η σπορά της χέρσας γης. Ήταν εντυπωσιακή η διαδικασία συγκόλλησης των πυρακτωμένων μετάλλων.
 
Ο ήχος που προκαλούσαν τα συνεχόμενα, συντονισμένα κτυπήματα από δύο βαριοπούλες πάνω στο αμόνι ήταν ασυνήθιστος, εκκωφαντικός. Η δουλειά αυτή ήθελε γερά μπράτσα, ακρίβεια και μεγάλη προσοχή. Τη χειμερινή αυτή δουλειά την έκαναν καλά δύο αδέλφια, ο Χρήστος και ο Σωτήρης, που μετά έφυγαν μετανάστες όπως άλλωστε όλος ο καλός κόσμος που γύρευε την τύχη του.
 
Όπως έμπαινες στο κυρίως καφενείο, αριστερά ήταν ένα μικρό δωμάτιο με ενα στρογγυλό τραπεζι στη μέση. Σήμερα το λένε ροτόντα επί το ευρωπαϊκότερον. Την καμαρούλα αυτή, που στην είσοδο είχε κουρτίνα και σχημάτιζε αψίδα, τη λέγανε το “ιδιαίτερο”. Ήταν ας πούμε χώρος prive.  Εκεί πίνανε κρασί παρέες που ήθελαν ν’ απομονωθούν από τους άλλους και να κάνουν τα δικά τους. Ενίοτε και να τραγουδήσουν όταν κόλλαγαν οι φωνές. Πολλές φορές φέρνανε και κανά κομμάτι σύγγλινο από το σπίτι, παρά τη γκρίνια της κυράς που επεδιωκε να το φάνε τα παιδιά της και όχι οι γνωστοί βαρελόφρονες. Με αυγά στο τηγάνι γινόταν υπέροχος κρασομεζές. Μπουκιά και συχώριο.
 
Τον Χειμώνα εκεί μέσα στο ιδιαίτερο πίσω από κουρτίνες κλείνονταν και οι άρρωστοι τζογαδόροι. Έπαιζαν πόκα με μανία και πάθος μέχρι να φθάσουν στα όρια της νεκροφάνειας! Όταν κάποιο πρωί ξεκόλλαγαν από τη ντόπα και πήγαιναν στο σπίτι, σου έδιναν την εντύπωση ότι έψαχναν για φέρετρο και όχι για κρεβάτι!
 
Ο κύριος χώρος του καφενείου ήταν μια μικρή αίθουσα ορθογώνια με πάτωμα που τότε η ύπαρξή του δεν ήταν αυτονόητη! Το τσιμέντο εθεωρείτο πολυτέλεια. Αριστερά “τω εσερχομένω” στο βάθος, σε μια εσοχή ήταν ο πάγκος με τα φλιτζάνια, τα ποτήρια και τη γκαζιέρα που ψήνονταν οι καφέδες. Νερό έβαζαν από μια μικρή μεταλλική πράσινη βρύση - δοχείο. Ήταν κρεμασμένη στέρεα με μια 45άρα πρόκα στον τοίχο.
 
Μπροστά έγραφε με κίτρινα καλλιτεχνικά γράμματα “καλημέρα”. Συνήθως συνοδευόταν από καθρέπτη αναλόγων προσόντων. Δίπλα από τη “μπάρα” ήταν η άλλη πόρτα που εβγαζε πίσω στην αυλή που φιλοξενούσε τα οικόσιτα ζώα, κατσίκες, κότες, χοιρινό. Επάρκεια διατροφής ισορροπημένη με συμπλήρωμα άγρια χόρτα και αθέρμωτο λάδι το γνωστό διεγερτικό αγουρόλαδο. “Φάε λάδι και έλα βράδυ”, λέει ο λαός, κλείνοντας πονηρά το δεξί μάτι ...μπορεί και τ’ αριστερό. Καμιά διαφορά αν το λάδι είναι Μανιάτικο!
 
Δεξιά στο βάθος της μικρής αίθουσας στη γωνία, πάνω σε ένα μικρό ξύλινο σταθερό τραπέζι ήταν ακουμπισμένο το ραδιόφωνο, μάρκας Γκρούντιγκ. Ήταν το αυτί, η σύνδεση και η επαφή μας με τον έξω κόσμο. Έπιανε και βραχέα. “Εδώ ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών...”. “Σωπάτε ρε διαβολόπαιδα να πάρουμε τα νέα”, μας λέγανε οι μεγαλύτεροι. Κλασικές φιγούρες ηλικιωμένων ανδρών με πλεκτούς σκούφους που έβαζαν το χέρι στο αυτί για να ακούνε καλλίτερα τα καμώματα των αειμνήστων βασιλέων που ήταν πάντα πρώτη είδηση. “Η αυτού μεγαλειότης μετά του μεγάλου σταβλάρχη εξήλθε των ανακτόρων” και ...χέστηκε η φοράδα στ’ αλώνι!.. Το λέγαμε και τότε σε απόσταση ασφαλείας από τους στολάτους χωροφυλάκους με την κορωνα στο κούτελο και το μυαλό από πάνω.
 
Οι εκπομπές που θυμάμαι περισσότερο ήταν αυτές με τα λαϊκά τραγούδια, το ποδόσφαιρο το απόγευμα της Κυριακής, το θέατρο της Τετάρτης και τ’ αποτελέσματα των εκλογών, στον απόηχο του εμφύλιου.
 
Μεγάλος φανατισμός απότοκος μιας μάταιης αιματοχυσίας που χώρισε και σκότωσε φίλους και αδελφούς και άφησε πίσω της συντρίμμια και εθνική συμφορά.
 
Στο κέντρο της αίθουσας υπήρχε κρυφή υπόγεια στέρνα. Τότε στο χωριό δεν υπήρχε ύδρευση και όλα τα σπίτια είχαν μία ή και περισσότερες στέρνες που γέμιζαν από το νερό της βροχής. Όσο καλά κι αν έκλειναν τις στέρνες όλο και κάποιο διψασμένο φίδι ξεγλιστρούσε και έπεφτε μέσα. Ήταν τέχνη να το βγάλεις και να το σκοτώσεις.
 
Μια μέρα που το καφενείο ήταν γεμάτο από κόσμο ο Νίκος άνοιξε τη στέρνα και κατέβηκε μέσα για να την καλαφατίσει με τσιμέντο για να μην υπάρχει απώλεια νερού. Η στέρνα βεβαίως ήταν άδεια και δημιουργούσε αντίλαλο. Κάποια στιγμή προς το μεσημέρι ο Νίκος ρώτησε δυνατά η γυναίκα του “γυναίκα τι ώρα είναι;” “Έντεκα τσε είκοσι”, του απαντάει εκείνη. “Τσάκωστη τσε σήκωσ’ τη, χα, χα, χα”, της λέει εκείνος. Έγινε χαμός από τα γέλια και η γυναίκα του πήγε στην κουζίνα!
 
Αργότερα το χωριό με μεγαλη συντονισμένη, ηρωική θα έλεγα, προσπάθεια (ανέβασαν σε ένα μερόνυχτο σαν τα μυρμήγκια μεγάλες βαριές σωλήνες σε απόσταση δύο ωρών για να μην προλάβουν και τις παρουν οι φασίστες οι Γερμανοί και τις κάνουν κανόνια τα γουρούνια, οι πολεμοκάπηλοι), απέκτησε υδραγωγείο και η ζωή άλλαξε ριζικά. Βρύση σε καθε γειτονιά και μετέπειτα ξεφύτρωσαν τα μποστάνια τα δροσερά με κόκκινες νόστιμες ντομάτες, τριζάτα αγγούρια και φρέσκα φασολάκια. Νερό πηγή ζωής και αγαλίασης υπό το άγρυπνο μάτι του νερουλά που κανόνιζε τη διανομή και συνάμα τη ροή του ο αδέκαστος (;).
 
Μόλις έφθαναν οι πρώτες παρέες, καθότανε στις ψάθινες καρέκλες πλάι στα μπλε σιδερένια τραπεζάκια και περίμεναν τον Νίκο να τους σερβίρει.
 
Πολύς κόσμος. Δεν ήθελε και πολύ ο Νίκος για να τα χάσει. Οι επιλογές του πέλατη ήταν τα ξενόφερτα αναψυκτικά, καφές ελληνικός γλυκός ή μέτριος, άντε και για τους πολύ μερακλήδες πολλά βαρύς και όχι, κομπόστα σταφύλι, υποβρύχιο (βανίλια), ούζο με μεζέ, συνήθως στραγάλι, και κανα γλυκόπιοτο (διάφορο μέντα μπανάνα) που βαράγανε στο κεφάλι επειδή πινότανε εύκολα.
 
Τον Αύγουστο κατέβαιναν να παραθερίσουν και Αθηναίοι ομογενείς με τις κυρίες τους που είχανε κόκκινα χείλια. Οι βαμμένες αυτές κυρίες προκαλουσαν τη χλεύη των αποξηραμένων γιαγιάδων, που φορούσαν αλατζάδες μέχρι τον αστράγαλοκαι τα μυαλά στα κάγκελα της τιμής της υπόληψης και της παρθενιάς! Από κοντά και όσοι δούλευαν και ζούσαν στην Καλαμάτα . Ο Νίκος στις δόξες του. Ανεβοκατέβαζε το κοφίνι από τη στέρνα και σέρβιρε “παγωμένα” αναψυκτικά!
 
Όταν άδειαζε την πορτοκαλάδα στο ποτήρι του πελάτη κράταγε μια γουλιά στο μπουκάλι και έλεγε δείχνοντας το μικρό γιό του “για το Χριστάτσι” και επιδεικτικά την έπινε ο ίδιος!
 
Μια από τις γιορτές της Μεγαλόχαρης που περιγράφω, κάθισε σε ένα τραπέζι μια διακεκριμένη προσωπικότητα του χωριού ο κ. Γυμνασιάρχης. Ψάθινο καπέλο, κουστούμι και ύφος “δοξάστε με”. Έχω ακούσει ότι πρόσβαλε κατά σύστημα τα παιδιά του χωριού που κατάφερναν να πάνε με μεγάλες θυσίες στο γυμνάσιο. Αργότερα που πήγα και εγώ στο γυμνάσιο. Θυμίζω, για την πληρότητα του λόγου, ότι για να φθάσουμε στο σχολείο περπατούσαμε δύο γεμάτες ώρες, μία να πάμε και μία να γυρίσουμε, με τα παπούτσια κρεμασμένα στον ώμο για να μην τα λειώσουμε.
 
Το μόνιμα κλαμμένο στομάχι μας το γεμίζαμε κατά περίπτωση με αγριάπιδα (άγρια αχλάδια) και χαρούπια ή ο τι άλλο φαγώσιμο βρίσκαμε στο διάβα μας.
 
Ωστόσο ο κ. γυμνασιάρχης αυτά τα παιδιά τα ειρωνευόταν με πρόθεση και τους υποδείκνυε υποτιμητικά να πάνε να βόσκουν γίδες αντί να μάθουν γράμματα. Τώρα γιατί έμαθε εκείνος; Δεν είναι όλα τα δάκτυλα ίσια!
 
Ο κύριος γυμνασιάρχης με το αγέρωχο σνομπ ύφος συνοδευόταν πλην των άλλων και απο την ερίτιμο συζυγό του και τους στενούς του συγγενείς. Όλοι ομαδικά τον θαύμαζαν και τον υμνούσαν και εκείνος καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι. Του πρόσφεραν δηλαδή πλήρες γεύμα με πρωτεΐνες υποκλίσεις και δουλικότητα! Βλέπεις αυτός είχε διαβάσει τον Όμηρο: “΄Ανδρα μοι ένεπε μούσα πολύτροπον...” Και έπρεπε να υποκλίνονται μπροστά του οι γιδοβοσκοί και οι βουκόλοι πριν του παραδώσουν το γάλα και το αρνί.
 
Αχ αυτοί οι γραμματιζούμενοι, οι αμετανόητοι, μου θυμίζουν τους ελεεινούς Φαναριώτες!
 
Ο ανεπανάληπτος Νίκος, θεόρατος μπροστά στην ερίτιμο κυρία γυμνασιάρχου, κρατάει μια πορτοκαλάδα στο αριστερό χέρι, μια γκαζόζα στο δεξί και έχει βάλει ανάμεσα στα σκέλια του μια λεμονάδα για να την ανοίξει. Αφελέστατα ρωτάει την αξιότιμη κυρία: “Από ποια θέλεις, από τούτη”, κουνάει το αριστερό χέρι, “από τούτη”, κουνάει το δεξί χέρι, “ή από τούτη”, κοιτάζοντας τα σκέλια του! Τάχασε η κυρία, κοκκίνισε και δεν παράγγειλε. Η σκηνή είχε μεταδοθεί απ’ ευθείας από το CNN!
 
Σίγουρα δεν χάρηκε ο κ. Γυμνασιάρχης με την αυθόρμητη ατάκα του Νίκου που εννοούσε βεβαίως τη λεμονάδα και όχι τίποτ’ άλλο! Το πρόστυχο κατά τα γνωστά είναι στο μυαλό μας.
 
Ο ιδιος ο κ. Γυμνασιάρχης πρωταγωνίστησε και σε ενα άλλο πιπεράτο πασίγνωστο στην περιοχή περιστατικό. Έχει επιβιβασθεί σε μια βάρκα με τη συντροφιά του, κυρίως γυναίκες ,για να πάνε να κολυμπήσουν στην απέναντι αμμουδιά. Η βάρκα εκινείτο με κουπιά και έπλεε κοντά στην ακτή. Από ένα σημείο ανάμεσα στα βράχια ξεπετάχτηκε αιφνίδια ένας συγγενής του κ. Γυμνασιάρχη που έκανε “μπάνιο”, γυμνός όχι γιατί είχε ξεχάσει το μαγιό του, αλλά γιατί τα μαγιό βρέθηκαν πολύ αργότερα.
 
Ο ξάδελφος του κ. Γυμνασιάρχου είχε κωλοκαθίσει μέσα στο νερό, τόσο κολύμπι γνώριζε, για να δροσιστεί. Μόλις είδε τη βάρκα με τον ξάδερφο τον καθηγητή χάρηκε τόσο πολύ που σηκώθηκε αυτοβούλως και αυθορμήτως όρθιος να υποδεχθεί την αυτού εξοχότητα τον κ. Γυμνασιάρχη. Το λάθος του ήταν πως για μια στιγμή ξέχασε πως ήταν γυμνός. “Καλώς τους Φωταίους!’, φώναξε με πραγματική χαρά, συγκίνηση και υπερηφάνεια.
 
Το θέαμα σόκαρε προφανώς τις σεμνότυφες κυρίες με τα ροζ - ουρανιά κρινολίνα   που κοιτούσαν τον προικισμένο ξάδερφο λοξά με ελεγχόμενη προσποιητή έκπληξη. Ο κ. Γυμνασιάρχης όμως αντέδρασε απεγνωσμένα και ακαριαία. Απευθυνόμενος στον επιδειξία άξεστο ξάδελφό του ανέκραξε έξαλλος σε άπταιστα ελληνικά: “Καλύψου κτήνος”. Ο ξάδερφος που δεν είχε διαβάσει Όμηρο συνέχιζε να καλωσορίζει τον συγγενή του και την εκπληκτική γυναικεία συντροφιά του κουνώντας χέρια και λοιπά κινητά μέλη του σώματός του. Τη λύση την έδωσε ο βαρκάρης με τρεις τέσσερες γερές κουπιές.
 
Το “καλώς τους Φωταίους” έγινε σήμα κατατεθέν αδαμιαίας αφέλειας και φιλοφρόνησης και βεβαίως μεταδόθηκε αυτό από το CNN! Και άλλους δίαυλους επικοινωνίας.
 
Το καφενείο γέμιζε φίσκα και εμείς τα παιδιά καθόμαστε στα σκαλιά για ν’ απολαύσουμε την εορταστική κομπόστα μας .Ολοι φορούσαν τα καλά τους και εκτος από τα “χρόνια πολλά” έλεγαν αστεία και έκαναν χωρατά.
 
Ο Νίκος κεντούσε στην κυριολεξία και δεν άφηνε κανέναν πελάτη απείραχτο ενώ δεχόταν με ευχαρίστηση τα πειράγματα των άλλων και σχεδον πάντα ανταπέδιδε. Οι γυναίκες που μόνο τέτοιες μέρες κάθονταν στο καφενείο έφευγαν πρώτες για να πάνε να ετοιμάσουν το φαγητό. Οι άνδρες οι προνομιούχοι της εποχής εκείνης παρέμεναν και έπιναν ούζα για την όρεξη! Μόνο που πολλοί από αυτούς ξέχναγαν να μετρούν τα ούζα και συνήθως ξεχνούσαν τον δρόμο για το σπίτι οπόταν τους οδηγούσαν μέχρι εκεί άλλοι που όταν έπιναν το ...φυσούσαν.
 
 
Φώτης Ανδρέου
 

 

Your rating: None Average: 4.8 (8 votes)