Τρίτη 5 Σεπτεμβρίου 2017


Το αλογάκι (7ο μέρος)

 
Ανήμερα της Παναγίας (συνέχεια).
 
Έχει μεσημεριάσει για τα καλά. Είναι ντάλα μεσημέρι. Τα καφενεία έχουν αδειάσει. Ο κόσμος κάθεται ήδη στο γιορτινό τραπέζι για φαγητό. Πλούσια τα ελέη. Δεν είμαι σε θέση να κοστολογήσω το τραπέζι γιατί τότε δεν έβγαινε δείκτης τιμών καταναλωτού της Τράπεζας της Ελλάδος!
 
Πατάτες με κρέας μαγειρευτό ή στον φούρνο, αλανιάρης κόκορας με χυλοπίτες και σπέσιαλ μυζήθρα τριμμένη. “Πρόβειο τυρί και γίδια μυζήθρα” λέγανε οι γευσιγνώστες της εποχής. Συμπλήρωμα χωριάτικη γνήσια πεντάστερη σαλάτα.
 
Ο φούρνος καιγότανε με πολλά ξύλα. Ξύλα υπήρχαν άφθονα. Μιά νοικοκυρά άναβε και έκαιγε τον φούρνο για πολλή ώρα μέχρι να ροδίσει... Μετά βάζανε μέσα τα ταψιά τους και άλλες γειτόνισσες, όσα χωρούσανε βέβαια. Όποια νοικοκυρά άναβε τον φούρνο εξυπηρετούσε και άλλες φίλες της. Υπήρχε αξίολογη συνεργαζασία (σεμπρία) σε όλες τις δραστηριότητες της αγροτικής ζωής και όχι μόνο.
 
Το πνεύμα ομάδας ήταν υψηλό και αξιοζήλευτο. Στο σούρσιμο (μάζεμα ελιάς), στο θέρο, στο σκάψιμο, παντού. Νοιαζόταν ο ένας για τον άλλο.  Κλειστή κοινωνία. Δεν υπήρχε τίποτα κρυφό. Έλεγε η κουτσομπόλα του χωριού: “παδά τα λέμε παδά να μείνουνε” (τα κουτσομπολιά). Και η ιδια τα  διέδιδε σε όλο το χωριό!  Ήθελε την αποκλειστικότητα των ειδήσεων!
 
Όλοι πάνε για την πρωτιά. Σήμερα παράγινε το κακό... “πρώτοι εμείς...   κάναμε”, “πρώτοι εμείς... διδάξαμε”, διαλαλούν οι τελάληδες των ρυπαρών καναλιών (Πύργος του ανταποκριτού μας...)! Και δος του πρωτιές και επιτυχίες σε βάρος της αληθινής ενημέρωσης.
 
Ψωμί μαλακωτό, σταρένιο παξιμάδι, δηλαδή κατι σαν τον κρητικό ντάκο. Τυρί πανάλμυρο από το τουλούμι που το γλύκαινε η δροσερή, κατακόκκινη, ζουμερή  ντομάτα.
 
Μετά για να ξεδιψάσης έπινες μία βήκα (πήλινη στάμνα) νερό. Όσοι είχανε πίνανε και κρασί. Τραγούδια και ντουφεκιές για κάποιον Παναγιώτη που γιόρταζε δεν ήταν είδηση.
 
Οι περισσότεροι, αν όχι όλοι οι κάτοικοι του χωριού, τρώγανε στις αυλές κάτω από την κληματαριά ή κάτω από την παχιά σκιά που φτιάχνανε από φτέρη. Τα στέγαστρα αυτά τα λέγανε φρατζάτα. Από κάτω είχαν τοποθετηθεί ξύλινα τραπέζια. Παραδίπλα απλά κρεβάτια στρωμένα και αυτά με φτέρη. Καλοκαίρι γαρ...
 
Τα ζώα, αγελάδες, μουλάρια, κατσίκες, κότες, σκυλιά, γάτες, συμβιούσαν αρμονικά με τ’ αφεντικά τους. Τόσο ήσυχα που κανείς δεν ενοχλούσε κανέναν.
 
Υπήρχε ζωτικός χώρος για όλους ακόμα και για σπιτικούς σκορπιούς και οικόσιτα φίδια! Μόνο οι κακοί δεν χωρούσαν, έλεγε η γιαγιά μου που έπιασε τα εκατό, ρολάροντας με τρίτη ταχύτητα!
 
Ζούσαμε τότε σε μια αυτάρκη, κλειστή, αγροτική οικονομία. Από την πόλη προμηθευόμασταν, εκτός από ρούχα και παπούτσια, ρύζι καφέ ζάχαρη και παστό μπακαλιάρο. Κάπου - κάπου αγοράζαμε και καμιά γόπα ή μαρίδα με γνώμονα τη φράση “η ψάρι της οκάς ή ψάρι της μπουκιάς”.
 
Από εφημερίδες κυκλοφορούσαν “Ακρόπολις” και “Τα Νέα” φανερά, η “Αυγή” κρυφά. Ήθελε αρετή και τόλμη για να διαβάσεις “Τα Νέα” του κατ’ ευφημισμό γνωστού “δημοκρατικού” συγκροτήματος.
 
Ειδήσεις από τον ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών: “...Εδώ Αθήναι...”, “ζήτωσαν οι βασιλείς”, οι γαλαζοαίματοι...  που έπιναν όμως το δικό μας κόκκινο αίμα. Μεγάλο ξενόφερτο ασκέρι αχόρταγο, γεννημένο μόνο για ατέλειωτη μάσα, βασιλικές ρεμούλες και ραδιουργίες.
 
Μετά το φαγητό, ακολουθούσε η καθιερωμένη μεσημεριανή σιέστα. Αυτή που ανακάλυψαν πρόσφατα και οι σύμμαχοί μας οι Αμερικάνοι, τρομάρα τους, και τη βρήκαν, λέει, θαυμάσια έως θαυματουργή. Σε πολλές περιπτώσεις οι κάθε λογής ερευνητές κομίζουν γλαύκα εις Αθήνας. Ανακαλύπτουν πράγματα που ήταν γνωστά ακόμη και πριν  από τον μακαρίτη τον μεγάλο Ιπποκράτη. Το λυπηρό είναι ότι πληρώνονται για τις έρευνές τους αυτές.
 
Όταν δρόσιζε, οι άντρες κατηφόριζαν αγουροξυπνημένοι για να πιούν στο καφενείο καφέ βαρύ γλυκό, άλλως για χαβαλέ που λένε σήμερα οι νέοι.
 
Οι γυναίκες είχα μικρά παιδιά, είχαν ζωντανά, είχαν πολλές  δουλειές και έγνοιες. Αργότερα τέθηκε, αναιτίως και αυθαιρέτως και για άγνωστη αιτία, θέμα ισότητας!
 
Τότε οι ρόλοι ήταν απολύτως σαφείς, διακριτοί. Ήταν κατοχυρωμένοι και με τη βούλα της επίσημης Ορθοδόξου Χριστιανικής θρησκείας. “Και η γυνή να φοβείται τον άνδρα”, έψαλε ο ιερεύς κατά τη διάρκεια του μυστηρίου του γάμου. Την ίδια στιγμή η Εύα η τρισκατάρατη, ντυμένη νύφη, “πατούσε” πονηρά και συμβολικά με τη γόβα της το μετατάρσιο του ποδιού του νυμφίου που αφελέστατα καμάρωνε σαν γαμπρός!  Τρομάρα του.
 
Συχνά στην πράξη όμως χαλούσε “η φτιάξη”. “Τον έβαλε στο βρακί της”, σχολίαζε χαιρέκακα η δημογεροντία, όταν ο άνδρας δεν ενέπνεε στη γυναίκα τον επιβαλλόμενο φόβο και σεβασμό. Ακολουθούσε το πικρόχολο σχόλιο: “τι άντρας είσαι εσύ, δός της και κανά κατακέφαλο για να στρώσει”! Δεν χρειαζεται να ξέρεις γιατί κτυπάς τη γυναίκα, λέγανε χαριτολογώντας οι πούροι φαλλοκράτες της εποχής. Αρκεί που ξέρει εκείνη! Αυτή ήταν η κυρίαρχη αντίληψη του άντρα - αφέντη. Θέλω άντρα να αγαπάει και να δέρνει... επαναλάμβαναν από την άλλη πάντα οι  ξεστρατισμένες μωρές παρθένες.
 
Βράσε ρύζι και πάμε για περισσότερη κοινωνική ανάλυση. Στο μεταξύ, προς γνώση και για τις νόμιμες συνέπειες, παραθέτω τις απόψεις για τη γυναίκα ενός μεγάλου “αγίου ανδρός”. Θαυμάστε τον: “η γυναίκα είναι σκουλήκι που σέρνεται, κόρη του ψεύδους, εχθρός της ειρήνης, ελαφρόμυαλη, φλύαρη, ακόλαστη, σπάταλη, φορτώνεται κοσμήματα για να εκμαυλίζει τους άνδρες. Ο Θεός γνωρίζωντας την ελεεινή της φύση την προίκησε με το όπλο της σεξουαλικότητας”! Έχει χαρακτηρισθεί μελίρρυτος και χρυσόστομος και η μνήμη του τιμάται 31 Ιανουαρίου κάθε χρόνο. Τότε που γιορτάζονται οι Τρείς Ιεράρχες. Είναι σχολική γιορτή. Ναι, είναι ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Τι φταίνε άραγε οι απανταχού φαλλοκράτες και οι Μανιάτες εκείνης της εποχής; Το κρίμα στούς Αγίους και τους Αρχιερείς τους, εκ κατασκευής και πεποιθήσεως μισογύνηδες, μεγάλη η χάρη τους.
 
Τ’ αυγουστιάτικα δειλινά, όταν δρόσιζε, ήταν ομολογουμένως  υπέροχα.  Το λιόγερμα, ένας περίπατος στο ξάγναντο κοντά στο λαγκάδι, έξω από το χωριό, σ’ έφερνε μπροστά σε μιά εκθεση ζωγραφικής απαράμιλλης ομορφιάς και ασύλληπτης έμπνευσης.
 
Κυρίαρχο χρώμα το πορτοκαλί σε όλες του τις αποχρώσεις Ο ήλιος στο πύρινο  διάβα του είχε ανοίξει στην επιφάνεια της θάλασσας ένα μεγάλο  μακρύ φωτεινό “χαντάκι” που τον ακολουθούσε όπως η ουρά ακολουθεί τον  κομήτη. Δεξιά και αριστερά  κυριαρχούσε το βαθύ γαλάζιο και στην μέση ανάβραζε  και σπινθίροβολούσε το  πορτοκαλί με πολύ ανθρακικό. Έκανε τη  θάλασσα να φλέγεται χωρίς να καίγεται.
 
Ο ορίζοντας γύρω-γύρω, σκαλιστό κάδρο, προστάτευε και  συγκρατούσε τη μαγεία των σύνθετων δαντελλένιων  αποχρώσεων  που κυριαρχούσαν παντού. Η τυχαία παρουσία κάποιου αδέσπωτου πλεούμενου στον πίνακα ήταν αμελητέα και απογράφονταν στα απομεινάρια της ημέρας που έφευγε.
 
To φως, η σκιά, το πράσινο, το γαλάζιο, το πορτοκαλί, το λευκό, με καμβά τον ουρανό και τη θάλασσα, έδεναν αρμονικά και εκρηκτικά μεταξύ τους και τιμούσαν την ημέρα που χανόταν.
 
Ήλιε και θάλασσα γαλάζια και βάθος του άσωτου ουρανού ώ της αυγής κροκάτη γάζα γαρύφαλλα του δειλινού”, λέει ο ποιητής.
 
Οι στιγμές γλιστρούσαν σαν τα χέλια αφήνοντας αποδεκτά διαστήματα αναφοράς και ανάπτυξης στην ερεθισμένη καλπάζουσα φαντασία.
 
Ιδανικό περιβάλλον για φυγές και περιπλανήσεις. Δεξιά και αριστερά οι ελιές και τα κυπαρίσσια έπαιρναν βαθειές ανάσες και δόξαζαν τον Θεό  που γλύτωσαν από τον μεσημεριανό καύσωνα. Ασθμαίνοντας περίμεναν  να φθάσει η βαθειά νύκτα για να δροσιστούν και ν’ ανακτήσουν  δυνάμεις για την επόμενη μέρα… Δίπλα ένας ξεκούρδιστος τζίτζικας δεν λέει να σταματήσει. Τραγουδά χωρίς διακοπή απερίσκεπτα και επίμονα    τα τελευταία του ρεφραίν και την Άρτα φοβερίζει! Αν δεν βγει το πρόγραμμά του, συνεχίζει χωρίς φως και χωρίς κοινό και μετά τη δύση του ήλιου! Μήπως είναι χάρισμα να  μην σκέφτεται κανείς τι θα γίνει τον χειμώνα;
 
Λίγο πιο πέρα ένας μεγάλος βράχος σμιλεμένος από τον χρόνο φαίνεται ν’ αποζητά λίγη ζεστασιά. Δεν μπορούσα να του αντισταθώ. Πλησίασα και έκατσα να ξαποστάσω. Ήμουν αποφασισμένος ν’ απολαύσω το μοναδικό αυγουστιάτικο ηλιοβασίλεμα που με είχε ήδη σαγήνεψει και με ταξείδευε απαλά και σιωπηλά στους θόλους, τις στοές  και τα μπαλκόνια του μεθυστικού αυγουστιάτικου δειλινού.
 
Μπροστά μου το απόκρημνο βαθύ λαγκάδι που τρομάζει, τινάζει τις αποσκιαδερές πλευρές του, ίδιες φτερούγες γυπαετού, και δροσίζεται.
 
Όσο πέφτει ο ήλιος το λαγκάδι ξεθαρρεύει και αρχίζει να ανοίγει μία –μία τις σκοτεινές άγνωστες σπηλιές του, για να βγουν έξω τ’ αγρίμια και τα φαντάσματα. Αυτά που όταν ήμασταν μικρά παιδιά πιστεύαμε πως  προκαλούν την ηχώ - αντήχηση.
 
Το λυκόφως απελευθερώνει άγνωστες μυστήριες δυνάμεις που δεν περιγράφονται και  δεν δαμάζονται. Παραφυλάνε κρυφά μέχρι νάρθει η άγνωστη η σκοτεινή, η απέραντη νύκτα για να σεργιανίσουν και να χορέψουν στις ρούγες και τις πλατείες της. Θέλγονται να ξυπνούν το φόβο στον άνθρωπο και να τον βάζουν να ψάχνεται υπαρξιακά. Ακόμα όμως δεν χάθηκε η ημέρα. Ελπίζουμε και δοξάζουμε το ανέσπερο φως.
 
Το πορτοκαλί χαντάκι κλείνει  σιγά - σιγά και εξαφανίζεται. Η θάλασσα γίνεται γιαλί για να πατήσουν πάνω της τα αστέρια και να κρεμάσουν ψηλά τις λευκές μεταξωτές εσάρπες τους. Η απομείωση του φωτός είναι ανεπαίσθητη. Η νύκτα ξαποσταίνει. Τα αστέρια ξεπροβάλλουν δειλά - δειλά, έτοιμα να δεχθούν τις ανεκπλήρωτες ευχές μας.
 
Ήδη ο ήλιος πάτησε στέρεα στο τελευταίο πλάτωμα στο βάθος του ορίζοντα. Εκεί θα κάνει την τελευταία του στάση και θα μας αφήσει μόνους γιά μια ολόκληρη νύκτα. Άρχισε να σουρουπώνει. Σιγά - σιγά βραδιάζει και σιγοτραγουδώ τους στίχους του μεγάλου Σεφέρη... “Κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας ανάμεσα σε κίτρινα δένδρα ...βραδιάζει...”.
 
Μαζί με το μονότονο εξαντλητικό τραγούδι του άοκνου ξιπασμένου  τραγουδιστή τζίτζικα ακούω και μια άλλη μουσική στο βάθος. Έχουν  αρχίσει τα όργανα για το πανηγύρι της Παναγίας. Γεμάτος και ήρεμος πήρα τον δρόμο προς την εορτάζουσα πλατεία που ήδη είχε γεμίσει από χαρούμενους ανθρώπους.
 
Η πλατεία είναι στενόμακρη και δεν προσφέρεται για μεγάλη ανάπτυξη τραπεζιών. Ο χώρος είναι περιορισμένος. Πάντως όσα τραπέζια χωρούσε γέμιζαν. Υπάρχει ένα μόνο μαγαζί που τόχει μονοπώλιο. Προσφέρει άφθονο κρασί και πεντανόστιμη ψητή γουρουνοπούλα. Οι διάφορες οικογενειακές παρέες κάθονται σε ξεχωριστά τραπέζια και αρχίζει το φαγοπότι. Σε λίγο θ’ αρχίσει και ο χορός που θα κρατήσει μέχρι τις πρωινές ώρες.
 
 
Φώτης Ανδρέου
 

 

Your rating: None Average: 4.8 (4 votes)