Τετάρτη 21 Ιουνίου 2017


Επιδράσεις του περιβάλλοντος σε μνημεία

 
Σαν μνημείο ορίζεται οποιοδήποτε προϊόν της ανθρώπινης δραστηριότητας επί της γης, το οποίο είναι φορτισμένο με μνήμες. To μνημείο προάγει την ανθρώπινη μνήμη και αποτελεί τον συνδετικό κρίκο του χθες με το σήμερα. Είναι μάρτυρας μιας άλλης εποχής και διαμορφώνει την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του τόπου. Η αναγκαιότητα συντήρησης και διαφύλαξης των μνημείων από φθορές και καταστροφές εξαιτίας περιβαλλοντικών παραγόντων είναι συνεχής.
 
Η πέτρα είναι από τα υλικά που έχουν χρησιμοποιηθεί κατά κόρον για την κατασκευή κτηρίων και μνημείων στην αρχαιότητα, άλλωστε στην πατρίδα μας ο ασβεστόλιθος υπάρχει άφθονος. Πολλές φορές για την σύνδεση και την στερέωση της τοιχοδομής χρησιμοποιήθηκαν κονιάματα, μεταλλικοί σύνδεσμοι και άλλα υλικά, τα οποία με την επίδραση του περιβάλλοντος φθείρονται και αλλοιώνονται. Οι μεταλλικοίσύνδεσμοι οξειδώνονται, διογκώνονται και ασκούν τάσεις στα δομικά υλικά μέχρι το σημείο θραύσης.
 
Το νερό σε διάφορες μορφές, αποτελεί έναν σημαντικό παράγοντα φθοράς των μνημείων. Εισχωρεί εύκολα στις ρωγμές της πέτρας και με το φαινόμενο της τριχοειδούς αναρρίχησης, την εμποτίζει σε βάθος συμπαρασύροντας και συστατικά από το έδαφος, όπως άλατα. Σε περιόδους ξηρασίας το νερό εξατμίζεται και τα άλατα κρυσταλλώνονται προκαλώντας διάβρωση σε κεραμικά, τοιχογραφίες, πέτρες. Το φαινόμενο αυτό της κρυστάλλωσης των αλάτων παρατηρείται συχνά στα μνημεία που βρίσκονται κοντά στην θάλασσα. Το νερό της θάλασσας περιέχει άλατα, έτσι επιδρά στα δομικά υλικά των μνημείων μέσω του φαινομένου της κρυστάλλωσης των διαλυτών αλάτων που περιέχει ιδίως σε πορώδη υλικά όπως κεραμικά και πετρώματα. Με την πτώση της θερμοκρασίας και την μετατροπή του νερού σε πάγο, ασκούνται ισχυρές πιέσεις που μπορεί να οδηγήσουν στην θραύση.
 
Άλλος παράγοντας φθοράς είναι η διακύμανση της σχετικής υγρασίας. Η σχετικήυγρασία σε ποσοστό άνω του 70 % ευνοεί την ανάπτυξη μικροοργανισμών και μούχλας στα υγροσκοπικά υλικά, χαρτί, ύφασμα, ξύλο κ.α.. Αντίστοιχα η πτώση των επιπέδων υγρασίας προκαλεί συρρίκνωση έως και καταστροφή των υλικών αυτών. Επίσης οι συνεχείς εναλλαγές των επιπέδων υγρασίας αποδυναμώνουν τα υλικά που συνθέτουν τα έργα τέχνης και συχνά προκαλείται μη αναστρέψιμη φθορά έως και ολική καταστροφή. Γι’ αυτό το επίπεδο σχετικής υγρασίας πρέπει να διατηρείται σταθερό, ιδανικά περί το 45 %.

 

                    1.jpg

                     Διάβρωση χαρτιού από την υγρασία και βιολογική προσβολή

 

Ο βιολογικός παράγοντας είναι άλλη μια αιτία φθοράς των μνημείων και των μουσειακών αντικειμένων. Ο όξινος χαρακτήρας των εκκριμάτων ζώων και φυτών προσβάλλουν την πέτρα, και τα οργανικά υλικά (χαρτί, ξύλο, ύφασμα, δέρμα) όπως και η δημιουργία αποικιών φυτικής προέλευσης, λειχήνες, μικροοργανισμοί, βάκιλοι και βακτήρια.
 
Το φως στο ορατό, το υπέρυθρο και κυρίως το υπεριώδες φάσμα έχει καταστροφικά αποτελέσματα στις χρωστικές των έργων τέχνης. Πολλά χρώματα ξεθωριάζουν, αποχρωματίζονται, αποδυναμώνονται γι’ αυτό θα πρέπει να αποφεύγεται η απευθείας επαφή του άπλετου ηλιακού φωτός με το έργο, καθώς και ο έντονος τεχνητός φωτισμός. Όσων αφορά την υπεριώδη ακτινοβολία, επιδρά αμελητέα στα ανόργανα υλικά, δηλαδή τα υλικά από, πηλό, γυαλί, μέταλλο, πέτρα αλλά θα πρέπει να αποφεύγονται οι φωτισμοί μεγάλης έντασης για να μην ανεβάζουν την θερμοκρασία στον χώρο και να μην μειώνουν το επίπεδο υγρασίας. Ο πηλός και το γυαλί αντέχουν ένταση φωτισμού μέχρι 300 lux, ενώ το μέταλλο και η πέτρα μέχρι και 500 lux. Αντίθετα τα οργανικά υλικά, δηλαδή υλικά από ξύλο, δέρμα, χαρτί, ύφασμα, έργα ζωγραφικής σε ξύλο ή μουσαμά είναι πολύ ευαίσθητα στην υπεριώδη ακτινοβολία με ανώτατο επιτρεπόμενο όριο τα 150 lux . Για την αποφυγή φωτοχημικής διάβρωσης στους μουσειακούς χώρους χρησιμοποιούνται οθόνες UV και απορροφητές UV, ενώ τα flash των φωτογραφικών μηχανών και η χρήση φωτισμού κάμερας τηλεόρασης θα πρέπει να αποφεύγονται.
 
Οι συνεχείς αυξομειώσεις της θερμοκρασίας προκαλούν διαστολές και συστολές στα υλικά με αποτέλεσμα να προκαλούνται ρωγματώσεις. Οι αυξομειώσεις αυτές συμβαίνουν κυρίως στα πέτρινα μνημεία που είναι εκτεθειμένα στον ήλιο την ημέρα και στην ψύξη τη νύχτα. Τα πετρώματα είναι κακοί αγωγοί της θερμότητας με αποτέλεσμα το εξωτερικό τους να θερμαίνεται περισσότερο από το εσωτερικό τους κι αυτή η διαφορά θερμοκρασίας αν είναι συχνή και απότομη, προκαλεί ξεφλούδισμα και σπάσιμο στο πέτρινο μνημείο. Μια ξαφνική καταιγίδα για παράδειγμα μπορεί να ρίξει απότομα την θερμοκρασία του πετρώματος που έχει θερμανθεί στον ήλιο με συνέπεια την πρόκληση ρωγμών και απολεπίσεων. Η θερμοκρασία σε συνδυασμό με την υγρασία επιδρούν σημαντικά στα ζωγραφικά έργα σε μουσαμά με αποτέλεσμα ρωγματώσεις στη προετοιμασία του μουσαμά και αποφλοιώσεις στο ζωγραφικό στρώμα. Η μέση θερμοκρασία στο χώρο ενός μουσείου πρέπει να διατηρείται περί τους 21ο C και να ελέγχεται από κεντρικές εγκαταστάσεις κλιματισμού. Ο αριθμός των επισκεπτών είναι παράγοντας που επηρεάζει την θερμοκρασία και την υγρασία και βάση προδιαγραφών η ιδανική πυκνότητα επισκεπτών είναι 3- 5 άτομα ανά τετραγωνικό χώρου.
 
Σημαντική παράμετρος που πρέπει να ελέγχεται στους εκθεσιακούς χώρους και σε χώρους μνημείων είναι η στάθμη θορύβου που αποτελεί πολύ σημαντικό παράγοντα για την ασφάλεια των αντικειμένων. Σε περιπτώσεις υψηλών συχνοτήτων μιας ηχητικής πηγής μπορεί να τεθούν σε συντονισμό τα υλικά των μουσειακών αντικειμένων ή το μνημείο, απορροφώντας μεγάλη ενέργεια, κι αυτό μπορεί να επιφέρει σημαντικές φθορές έως και καταστροφή. Βλαβερή ηχητική πηγή μπορεί να αποτελεί η πυκνή κυκλοφορία αυτοκινήτων, η ύπαρξη αεροδρομίου πλησίον μουσείων και μνημείων και οι οικοδομικές εργασίες. Επιτρεπόμενο όριο ήχου σε τέτοιους χώρους είναι τα 35- 75 dB.
 
 
                     L12_acidrain.jpg
 
                          Επιδράσεις όξινης βροχής στα μνημεία της Ακρόπολης
 
 
Η βιομηχανική ατμοσφαιρική ρύπανση είναι κι αυτή μια σημαντική παράμετρος φθοράς των μνημείων αφού συμβάλλει στην αύξηση του ποσοστού συγκέντρωσης του διοξειδίου του θείου, των οξειδίων του αζώτου και των αιωρούμενων σωματιδίων, προξενώντας σοβαρές φθορές στα δομικά υλικά των μνημείων (πέτρα, κονιάματα, μέταλλα). Οι ρύποι της ατμόσφαιρας είναι συνήθως σε αέρια κατάσταση, ή σε στερεή με την μορφή σωματιδίων κυρίως. Ρύπους αποτελούν πρωτίστως τα διάφορα αέρια, σκόνες, άμμος, άργιλοι, οξείδια μετάλλων, γύψος, τσιμέντο και ο καπνός από ατελή καύση ανθρακούχων ουσιών. Οι άνεμοι διατηρούν σε αιώρηση τα στερεά σωματίδια που μεταφέρονται σαν σκόνη ή σαν καπνός. Τα σωματίδια μεγαλύτερου μεγέθους δημιουργούν κυψελίδες στην επιφάνεια των μνημείων, ενώ τα μικρότερα προσκολλώνται και δημιουργούν επικαθίσεις, μαύρες από την αιθάλη, κόκκινες από τα οξείδια του σιδήρου. Αυτά επικάθονται στις επιφάνειες των μνημείων, προκαλώντας διάβρωση στα πετρώματα, τα μέταλλα, τα κονιάματα και τις τοιχογραφίες και μειώνουν την αισθητική τους αξία.
 
Στην ατμόσφαιρα βιομηχανικών περιοχών και μεγαλουπόλεων όπως προείπαμε, είναι αυξημένη η συγκέντρωση διοξειδίου του άνθρακα, διοξειδίου και τριοξειδίου του θείου και οξειδίων του αζώτου. Τα αέρια αυτά με το νερό της βροχής διαλύονται και μετατρέπονται σε οξέα, οπότε και έχουμε την χαρακτηριστική όξινη βροχή. Τα αποτελέσματα της όξινης προσβολής γίνονται αντιληπτά στα γλυπτά που βρίσκονται εκτεθειμένα στη βροχή και πρωτίστως στις εξοχές, γι’ αυτό και τα χαρακτηριστικά του προσώπου αλλοιώνονται εμφανώς. Χαρακτηριστικά παραδείγματα όξινης προσβολής έχουμε στην Αθήνα και τη Ρώμη όπου η οξύτητα των βροχοπτώσεων έχει προκαλέσει ζημιά σε πολύ σημαντικά μνημεία όπως η Ακρόπολη και το Κολοσσαίο αντίστοιχα. Οι επιφάνειες των γλυπτών που δεν έρχονται σε επαφή με το νερό της βροχής, μετατρέπονται σε γύψο (γυψοποίηση).
 
Το νερό της βροχής επίσης, μετατρέπει το διοξείδιο του άνθρακα σε οξύ, επιδρά στο μάρμαρο και διαλύει τον ασβεστίτη των μνημείων. Μετά την βροχή αφού εξατμιστεί το νερό, δημιουργείται και πάλι ασβεστίτης με αποτέλεσμα η επιφάνεια του μαρμάρου να είναι σαν «ζαχαρωμένη» και το φαινόμενο ονομάζεται ζαχαροποίηση του μαρμάρου. Το αποτέλεσμα της δράσης αυτής στα μνημεία, είναι η μείωση των διαστάσεών τους, ένα με δύο εκατοστά, σε χρονικό διάστημα 2400 χρόνια. Αντίστοιχα αποτελέσματα προκαλεί και το διοξείδιο του θείου στα μάρμαρα και τα ασβεστολιθικά πετρώματα.
 
Τα οξείδια του αζώτου που βρίσκονται κι αυτά σε μεγάλη πυκνότητα στην ρυπασμένη ατμόσφαιρα, αντιδρούν με το ασβεστολιθικό υλικό των πετρωμάτων με αποτέλεσμα την διάλυση του υλικού και την εξαφάνιση των γλυπτών λεπτομερειών. Για να αποφεύγονται το φαινόμενα αυτά ενδείκνυται η στέγαση των μνημείων όπου είναι δυνατό.
 

Εκτός από την πέτρα και τα άλλα υλικά των μνημείων και μουσειακών αντικειμένων διαβρώνονται από τους ρύπους της ατμόσφαιρας. Έτσι λοιπόν τα μέταλλα οξειδώνονται, με αποτέλεσμα την απώλεια μάζας τους. Ο σίδηρος διαβρώνεται περισσότερο από κάθε άλλο μέταλλο. Ο χαλκός παρουσιάζει διαδοχικά στρώματα διάβρωσης που εμφανίζουν διαφορετικά χρώματα, κόκκινο, μπλε και πράσινο. Ο άργυρος δέχεται σημαντική επίδραση από το υδρόθειο κυρίως σε περιβάλλον υψηλής υγρασίας.

 

 

                                          σε άζωτο.jpg

                                          Ο Απόλλωνας, χάλκινο άγαλμα Πειραιά

 

Τα υφάσματα που είναι εκτεθειμένα στο φως και βρίσκονται σε ρυπασμένο περιβάλλον εμφανίζουν μεγάλο ποσοστό διάβρωσης. Βασική επίπτωση των αερίων ρύπων στα υφάσματα, είναι το σπάσιμο της ύφανσης εξαιτίας της απώλειας της ελαστικότητάς τους και η αποχρωμάτιση τους. Το διοξείδιο του θείου επιδρά στο δέρμα και το χαρτί, προκαλώντας σημαντικές φθορές. Το υδρόθειο επίσης αλληλεπιδρά με τον μόλυβδο που περιέχουν ορισμένες χρωστικές και τις μαυρίζει. Οι σελίδες των βιβλίων παρουσιάζουν αλλαγή χρώματος περιμετρικά και ευθραυστότητα. Οι ζωικές ίνες που περιέχονται στο μαλλί, το μετάξι, το δέρμα και την περγαμηνή διαβρώνονται σημαντικά από την ρύπανση της ατμόσφαιρας. Το δέρμα διαβρώνεται από την παρουσία διοξειδίου του θείου, μετατρεπόμενο σε σκόνη. Παρόμοιες φθορές προκαλούνται και στα αντικείμενα από μαλλί, μετάξι και πάπυρο.
Επίσης το διοξείδιο του θείου επιδρά άμεσα σε πολλές χρωστικές κυρίως όταν βρίσκονται σε τοιχογραφίες που είναι άμεσα εκτεθειμένες στο ρυπασμένο περιβάλλον αφού δεν φέρουν βερνίκι ή κανενός είδους προστασία. Επιπλέον διαβρώνονται και τα κονιάματα των τοιχογραφιών που περιέχουν ανθρακικό ασβέστιο.
 
Η ατμοσφαιρική ρύπανση επιδρά και σε αντικείμενα από γυαλί με την παρουσία διοξειδίου του θείου και οξειδίου του αζώτου
 

Για την προστασία των μνημείων και μουσειακών αντικειμένων από την ατμοσφαιρική ρύπανση απαιτείται συνεχής έλεγχος της ατμόσφαιρας του μουσειακού χώρου, με ανανέωση του αέρα και τοποθέτηση φίλτρων ενεργού άνθρακα. Επίσης πρέπει να αποφεύγεται ο μεγάλος αριθμός επισκεπτών ώστε να μην ανεβαίνει η στάθμη υγρασίας και η συγκέντρωση διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα. Για τις περιπτώσεις των μνημείων που βρίσκονται σε εξωτερικούς χώρους, εκτεθειμένων στην ατμοσφαιρική ρύπανση, απαιτούνται αεροστεγείς, διάφανες προθήκες με την δημιουργία αδρανούς ατμόσφαιρας όπως συμβαίνει με τα χάλκινα αγάλματα του Πειραιά που φυλάσσονται σε ειδικές συνθήκες αζώτου, προστατευόμενα από υγρασία και καυσαέρια. Πολύ συχνά, γλυπτά και άλλα αντικείμενα τα οποία μπορούν να μεταφερθούν, τοποθετούνται σε μουσειακούς χώρους και την θέση τους παίρνουν αντίγραφα, όπως οι Καρυάτιδες που ήδη έχουν μεταφερθεί στο νέο μουσείο της Ακρόπολης για να προστατευθούν και στη θέση τους τοποθετήθηκαν πιστά αντίγραφα.

 

                           kariatides-thumb-large.jpg

                                      Οι Καρυάτιδες, στο νέο μουσείο της Ακρόπολης

 

Το τελευταίο είδος περιβαλλοντικής προσβολής είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Το μνημείο μπορεί να είναι λειτουργικό, να χρησιμοποιείται και να δέχεται πολλούς επισκέπτες κι αυτό σίγουρα επιφέρει φθορά. Επίσης υπάρχουν άνθρωποι που αδιαφορούν για την ιστορική , αισθητική ή αρχαιολογική αξία εκθεμάτων και μνημείων. Αποτέλεσμα αυτού τα χαραγμένα ονόματα και συνθήματα ή αποτυπωμένα με σπρέι. Για λόγους θρησκευτικού φανατισμού επίσης έχουν καταστραφεί πολλά μνημεία πολιτισμού, ενώ και για λόγους αρχαιοκαπηλίας έχουν πληγωθεί πολλά άλλα, εξού και τα αποκεφαλισμένα αγάλματα που εξαιτίας του βάρους τους δεν μπόρεσαν να τα κλέψουν ολόκληρα.  Δυστυχώς η περίφραξη δεν είναι δυνατή πάντα αλλά ούτε και η φύλαξη. Μόνο οι μουσειακοί και οι στεγαζόμενοι αρχαιολογικοί χώροι μπορούν να ελέγχονται πλήρως. Εκεί τα εκθέματα είναι προστατευμένα από κάθε περιβαλλοντικό παράγοντα φθοράς και οι συνθήκες φύλαξης είναι ελεγχόμενες.

 
Στην Αθήνα οι συγκεντρώσεις επικίνδυνων αερίων στην ατμόσφαιρα , σύμφωνα με τις μετρήσεις, είναι πολύ υψηλές. Η ανάγκη για λήψη άμεσων μέτρων είναι επιτακτική, ώστε να περιοριστεί η διάβρωση των μνημείων και να διαφυλαχτεί η εθνική μας κληρονομιά. Ο Παρθενώνας στέκει αγέρωχος στον βράχο της Ακρόπολης για περισσότερα από 2000 χρόνια. Έμεινε αλώβητος από σεισμούς, βομβαρδισμούς, κατακτητές, καιρικές συνθήκες, κι όμως την μεγαλύτερη φθορά την έχει υποστεί τις τελευταίες δεκαετίες με την επιβαρημένη ατμόσφαιρα.
 
Η κλιματική αλλαγή που θα επέλθει σύμφωνα με τους επιστήμονες τα επόμενα χρόνια, αναμένεται να απειλήσει άμεσα ανεκτίμητους αρχαιολογικούς θησαυρούς. Η άνοδος της στάθμης της θάλασσας, τα συχνότερα ακραία καιρικά φαινόμενα, θα πλήξουν άμεσα μνημεία (όπως της Βενετίας), αλλά και έμμεσα οι μεταβολές των συνθηκών υγρασίας και θερμοκρασίας θα έχουν άσχημες επιπτώσεις στα μνημεία και τους ιστορικούς χώρους. Η προστασία των μνημείων δεν είναι μόνο ανάγκη αλλά εθνικό χρέος και ένδειξη σεβασμού στην ιστορία μας. Η αποτελεσματική προστασία ενός μνημείου ή αρχαιολογικού χώρου, εκτεθειμένου στις καιρικές συνθήκες δεν είναι πάντα εύκολη υπόθεση, τα διλήμματα είναι πολλά. Η προστασία αυτών των χώρων μπορεί να επιβάλλει κατασκευές που αλλοιώνουν τόσο το φυσικό περιβάλλον όσο και την ιστορικότητα και την αισθητική του αξία του χώρου. 
 
 
Βιβλιογραφία
Λαμπρόπουλος Β. Περιβάλλον μνημείων, μουσείων και αρχαιολογικών χώρων, Αθήνα 2003
Ατμοσφαιρική ρύπανση, Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, εκδόσεις Αθήνα 2000
Σκουλικίδης Θ « Φθορές και συντήρηση μνημείων», Αθήνα 1994
Λαμπρόπουλος Β. Διάβρωση και συντήρηση της πέτρας, Αθήνα 1993
 
 
Μαρίνα Αυγερινού
Συντηρήτρια αρχαιοτήτων και έργων τέχνης
Your rating: None Average: 4.9 (15 votes)