Τρίτη 4 Απριλίου 2017


Φυγή

 
26.11. 2009 απόγευμα…
 
Η διάθεση μου είναι ξινό σταφύλι. Είμαι στο γραφείο, το ενυδρείο μου όπως μου αρέσει να το λέω χαιδευτικά. Οι φάκελοι γύρω μου κεραμίδια ξεκάρφωτα, ακολουθούν στο ρυθμό της κουβανέζικης μουσικής που ακούω και με χαλαρώνει. Ο χρόνος είναι ασήκωτος και οι στιγμές βαρίδια. Ο χώρος είναι διαποτισμένος με ενοχές και καταδίκες. Εμένα ομως με ενδιαφέρει η δική μου καταδίκη ως συλλειτουργού της ανύπαρκτης Δικαιοσύνης που έχει πλέον καταστεί αμετάκλητη !
 
“Παρίσταμαι δια” (1) και ζητώ συναινετική αναβολή για να προλάβω να απαλλαγώ από την αργιλώδη πλήξη που με λερώνει και με πνίγει μέχρις ασφυξίας. Δεν φυσάει καθόλου, έχει υγρασία. Είναι Δεκέμβρης και ανθίζουν οι τριανταφυλλιές. Μάλλον ντρέπονται και κοκκινίζουν γιατι  χάθηκαν οι εποχές… Τελικά ζούμε σε ένα παγκόσμιο θανατηφόρο  θερμοκήπιο, που ψύχεται μόνο από την οικονομική ύφεση. Την ύφεση και τις πτωτικές φάσεις της οικονομίας που περιορίζουν τις ανεξέλεγκτες καύσεις, αναγκαία επακόλουθα της αλόγιστης ανάπτυξης και του κακοποιού καπιταλισμού.
 
“Παρίσταμαι μετά” (2) ή αυτοπροσώπως και ζητώ  χρόνο να δραπετεύσω από τη φάκα, από την παγίδα που ο ίδιος επιπόλαια έστησα για μένα και  ασυλλόγιστα έκλεισα μέσα την ίδια μου την ζωή. Έτσι κατάφερα να ζήσω μια ολόκληρη ζωή μέσα σ’ ένα παλιό κτίριο σαρκοφάγο που σε αντιστάθμισμα του λάθους μου πρέπει να κατεδαφιστεί! Απαιτώ να αποδράσω και αφήνω τη φαντασία μου να μου κρατάει τα γκέμια. Αποζητώ ν’  αφεθώ  να κάνω ό,τι  μου λείπει και επιθυμώ. Ζητώ να τρέξω όπως το άσπρο άτι στον ανοιξιάτικο κάμπο. Επιζητώ να τρέχουν  μαζί μου, δίπλα μου, όλες οι επιθυμίες και τα αποθημένα μου μήπως καταφέρω και δροσιστούν. Θέλω να είμαι απόλυτα ελεύθερος, απαλλαγμένος από κάθε βιοτική μέριμνα για…
 
Να τρέξω το πρωί γυμνός πάνω στη νοτισμένη αμμουδιά με τον ήλιο ξωπίσω μου να σκηνοθετεί απαράμιλλα.
 
Να τρέξω πολύ, να ιδρώσω, και ετσεδά να πέσω στο κρύο νερό, να κολυμπήσω, να μουδιάσω, να συνέλθω, να φωνάξω ...ΣΩΘΗΚΑ!!
 
Να είμαι τυχερός και να ξεσπάσει το μεσημέρι, από το πουθενά, μια μπόρα καλοκαιρινή. Να ανασάνει η γης και να “μουσκέψει” η θάλασσα. Και εγώ μέσα στο νερό, να μη δίνω δεκάρα τσακιστή για του άστατου ουρανού τα σκέρτσα και τα καμώματα. Ο βρεγμένος τη βροχή  δεν την φοβάται… Σαν κοπάσει η μπόρα, να βγω έξω από τη θάλασσα μαζί με τον ήλιο. Να πέσω πάνω στα ψιλά στιλπνά βότσαλα και να ψάξω αναμεσά τους  όσο βαθειά μπορώ μήπως και  βρω κατα τύχη το μαγικό ελιξίριο της χαμένης μου νεότητας... Ξαπλωμένος να αφεθώ στην ζωογόνο δύναμη του ήλιου του ηλιάτορα. Να του δοθώ με πάθος, χωρίς φόβο και προφύλαξη, μήπως καταφέρω να κοιμηθώ στη ζεστή αγκαλιά του σαν το μικρό παιδί.
 
Να κλείσω τα μάτια μου και οι σκέψεις μου που φτερουγίζουν  ακατάπαυστα να γίνουνε άσπρα πειρατικά πανιά μιας μοναδικής περιπέτειας. Μόλις συνέλθω να πιάσω δύο χούφτες  βότσαλα και να τα πετάξω με δύναμη μακριά μέσα στο νερό για να σπάσω το τζάμι της   διάφανης σιωπής που με περιβάλλει και με κανακεύει. Δράση και αντίδραση.
 
Να φύγω από την πλανεύτρα σειρήνα θάλασσα για να μην χάσω το μπουσουλα και γίνω ένα απο τα άπειρα θύματα της.
 
Την ώρα που πλαγιάζουν τ’ αστέρια και ροδίζει το φως, να βρεθώ ψηλά στο στέκι του προφήτη Ηλία. Του προφήτη που αντέγραψε τον Απόλλωνα και κάθεται κατάκορφα στην μυστήρια πυραμίδα του αρσενικού βουνού, του Ταΰγετου. Να δω από εκεί τον Ήλιο αγουροξυπνημένο που μοιάζει με ένα τεράστιο κόκκινο πιθάρι. Ένα πυρακτωμένο πιθάρι, που αλλάζει διαρκώς σχήμα, και κυλά σιγά - σιγά αδιάφορα και νωχελικά, μέχρι να μπεί στην αιώνια ρότα του και να γεννηθεί μια καινούργια ημέρα.
 
Να δοξάσω τον άγιο και μπροστά στο ξωκλήσι του, στο άπλωμα, να χορέψω ένα μακρύ δυνατό ζεϊμπέκικο. Να τελειώσω τον χορό με τα χέρια απλωμένα ψηλά, κοιτώντας το άγνωστο άπειρο. Εκεί που οι άνθρωποι συνηθίζουν να κτίζουν τα παλάτια των Θεών τους. Συνεπαρμένος απο το ύψος των 2500 μέτρων, αισθάνομαι πως ειμαι διαστημικός δορυφόρος που χάθηκε χωρίς γυρισμό και πλανιέται στο άγνωστο σύμπαν. Η θέα ειναι μοναδική και η υψοφοβία τόσο τρομακτική που με διαλύει. Μούρχεται να γείρω νοητά και να κουρνιάσω σαν το σπουργίτι στ’ απόσκια της έξαρσης του φόβου, ανάμεσα στα κλαδιά της χίμαιρας. Εκεί ίσως γλυκάνει ο φόβος γιατί χάνεται η βαρύτητα. Εκεί ο άνθρωπος υποκλίνεται και ταπεινώνεται κάτω από το ασύμμετρο δέος του ύψους.
 
Το μεσημέρι, που σε αυτό το ύψος ο ήλιος γίνεται απειλητικός σαν πεινασμένο σκυλί και δαγκώνει, να κατηφορίσω σακάτω χαμηλά και να πάω να παζαρέψω τη σκιά και την περηφάνια των πεύκων. Των πεύκων  που πανύψηλα και αγέρωχα καθώς είναι τολμούν και αντιστέκονται στον φλογοβόλο Ήλιο, τον “παντοκράτορα που τα πανθ’ ορά”. Καθώς περπατώ ανάμεσα σε αιωνόβια πεύκα και έλατα, και τι δεν θάδινα να καταλάβω τις ατέλειωτες ιστορίες που λένε αναμεταξύ τους μέρα - νύχτα, στη γλώσσα που τους έμαθε ο ταξιδευτής άνεμος. Στη γλώσσα εκείνη που παράγει το θρόισμα, ίδιο βυζαντινό ισοκράτημα. Εκείνο το συνεχές  απαλό θρόισμα που γαληνεύει τις ψυχές και τα πνεύματα. Κατεβαίνοντας να μην ξεχάσω να περάσω απο τους μαγιάτικους κήπους και τα καταπράσινα περιβόλια για να κόψω δυο λουλούδια για τον επιτάφιο και άλλο ένα για την Ανάσταση.
 
Να γίνει το γραφείο βάρκα και άροδο να βρεθώ μεσοπέλαγα. Εκεί που σμίγουν μόνιμα και αρμονικά η θάλασσα και ο ουρανός, σε ένα απέραντο βαθύ γαλάζιο που σε καθησυχάζει... Να δω από κοντά και να θαυμάσω  τα  υγρά, τα γαλανά θεμέλια του ουρανού, να μείνω άφωνος και να προσευχηθώ στην απεραντοσύνη τους. Μετά την προσευχή ν’ αρχίσω το τραγούδι για να μαυλίσω τα πανέμορφα δελφίνια, τους νοήμονες χορευτές, για να μου κρατούν το ίσιο με τα τσαλίμια τους. Να καλέσω τους γλάρους σε πέταγμα διαμαρτυρίας για το περιβάλλον που κινδυνεύει. Να σκύψω και να κρεμαστώ έξω από τη βάρκα για να ακουμπήσω τ’ αυτί μου στο βαθυγάλανο νερό. Θα ήθελα να δοκιμάσω ν’ αφουγκραστώ τους αναστεναγμούς και τους ψιθύρους που ανεβαίνουν απ’ τον βυθό της θάλασσας και κρύβουν ερμητικά μέσα τους το άγνωστο ριζικό μας. Να κοιμηθώ μέσα στη βάρκα και να με πάρει το κύμα “ταξίδι μακρινό ως την Τζαμάικα”, που λέει το τραγούδι.
 
Να πιάσω στεριά και να ακολουθήσω τη στράτα με τη βηματησιά του Μπάρμπα  -  Κώστα του Βάρναλη και κατεβαίνοντας τα φαγωμένα από το χρόνο σκαλοπάτια να μπω στο υπόγειο καπηλειό που σύχναζε ο παππούς με τους μοιραίους του αντάμα. Να κατεβώ στο Δίπορτο. Εκεί να σμίξω μέ κανα καρντάση και να παραγγείλω πατάτες γιαχνί, γατόψαρα και μισό κιλό χρυσή ρετσίνα διαλεχτή. Να γίνω ζευγολάτης και να οδηγήσω την παρέα σε σίγουρα μονοπάτια, εκεί που σμίγει ο καπνός και τσίκνα , η ρετσίνα και ο καημός και από κοντά ο νταλκάς και το λαϊκό τραγούδι. Να υποκλιθώ και να καλέσω στο τραπέζι τον μεγάλο βάρδο τον Γιώργη τον Ζαμπέτα να μας τραγουδήσει το “Βοριάς είν’ η αγάπη σου… με αγαπάς, σε αγαπώ στο μαύρο κύμα πάνω, με τον βοριά σ’ αναζητώ, με τον νοτιά σε χάνω…”. Άντε κι αν τύχει και  μου  κάτσει, και μπει κανένα κλαρίνο στο μαγαζί! Τότε, το καπηλειό φουντώνει και φλέγεται από τις νότες και το τραγούδι που αναστατώνουν τις αισθήσεις και γαληνεύουν την ψυχή. Αμέσως τα πρόσωπα φωτίζονται με χαμόγελα  και η ρετσίνα κατεβαίνει πιο εύκολα, γίνεται γλυκόπιοτη. Τότε παρακαλάς να κάνει ένα σεισμό για να κλείσουν οι πόρτες και να γλεντάς μέχρι να σε βρούν τα σωστικά συνεργεία !!. Το Δίπορτο έχει ενηλικιωθεί από καιρό αφού έχει περάσει τα εκατό χρόνια ύπαρξης.  Διατηρείται όμως αμετάβλητο. Ίδια βαρέλια, ίδια τραπέζια, ίδιες καρέκλες, ίδιες γεύσεις. Εκεί μέσα μπαίνουν βουλευτές και γύφτοι. Κάθεσαι όπου βρεις. Όλοι είναι μια παρέα. Τ’ αφεντικό ο κάπελας βρίσκεται κοντά στις κατσαρόλες και  ζει στον κόσμο του. Είναι όμως γνωστός ακόμη και στο εξωτερικό. Σε ένα τελευταίο οδηγό, που δημοσίευσε σοβαρή  απογευματινή εφημερίδα, το Δίπορτο το συνιστούσε ως σπάνιο  κουτούκι. Πρόσφατα, το Δίπορτο  φιλοξένησε τον Κόπολα - τον μεγάλο σκηνοθέτη - το αφεντικό, καθώς του σέρβιρε φασόλια μαυρομάτικα,  τον ρώτησε, “πώς πάνε τα μαγαζιά στην Αμερική;” Ο Κόπολα έκανε προφανώς  πως δεν κατάλαβε και ο Μήτσος έμεινε ευχαριστημένος γιατί ούτως ή άλλως είναι λάτρης της τέχνης και του σινεμά! Συμπληρωματικά μαγειρεύει και καμιά φασουλάδα ή σουπιές πλακί.
 
Θα κλείσω τις φανταστικές αποδράσεις μου μ’ ένα τραγούδι που θα “ήθελα ν’ ακούσω” όταν πεθάνω. Οι στίχοι είναι του μεγάλου μας ποιητή  του Τάσου του Λειβαδίτη, η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη και τραγουδούν φανταστικά ο Στέλιος  Καζαντζίδης και η Μαρινέλλα.
 
«Μοσχοβολούν οι γειτονιές βασιλικό κι ασβέστη,
παίζουν τον έρωτα κρυφά στις μάντρες τα παιδιά,
Σάββατομ’ βράδυμ’ έμορφο, ίδιο Χριστός Ανέστη,
Κι ένα τραγούδι του Τσιτσάνη λέει κάπου μακριά.
Πάει κι απόψε τόμορφο, τόμορφο τ’ απόβραδο.
Από Δευτέρα πάλι στην πίκρα, στο σκοτάδι,
Αχ νάταν η ζωή μας Σαββατόβραδο,
Κι όταν ο Χάρος θάρχονταν μια Κυριακή το βράδυ.
Άντρες σχολάνε απ’ τη δουλειά και τον βαρύ καημό τους
Να θάψουν κατεβαίνουνε στο υπόγειο καπηλειό.
Και το φεγγάρι ντύνει λες με τ’ άσπρο νυφικό του
Τις κοπελιές που πλένονται στο φτωχοπλυσταριό.
Πάει κι απόψε τόμορφο, τόμορφο τ’ απόβραδο....».
 
Πάει και για μένα, τελείωσε η όμορφη φανταστική μου περιπλάνηση. Τα κεφάλια μέσα. Κρατώ τις φανταστικές αναμνήσεις και πορεύομαι σταθερά, αμάντρωτος. Μέχρι να έρθει το τελευταίο Σαββατόβραδο
 
Φώτης Ανδρέου
 
 
 
(1) Παρίσταμαι διά” σημαίνει πως ο δικηγόρος παρουσιάζεται στο δικαστήριο, χωρίς τον εντολέα (πελάτη) του και τον εκπροσωπεί.
(2)Παρίσταμαι μετά” σημαίνει πως ο δικηγόρος παρουσιάζεται στο δικαστήριο μαζί με τον εντολέα (πελάτη) του.

 

Your rating: None Average: 4.5 (15 votes)