Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 2017


Η Κοίμηση της Ιφιγένειας

Ο Νοέμβρης του 2002 μετράει ήδη είκοσι τέσσερις ημέρες. Η μάνα μου στο θάλαμο 20 του νοσοκομείου ΕΛΠΙΣ μετράει τις τελευταίες ώρες της ζωής της. Ώρα 9 το πρωί διασωληνωμένη στο κρεβάτι πλάι μου, στο στερνό κρεβάτι, έχει τα μάτια κλειστά και ανασαίνει αργά και βαριά. Προσπαθεί μάταια να ξεφύγει από την ασφυκτική αγκαλιά του Θανάτου. Του Θανάτου που στην περίπτωσή της σέρνει τη λύτρωση και απελευθερώνει την ψυχή από το Σώμα που “οξειδώθηκε”. Τα κλειστά της βλέφαρά της δεν θα ξανανοίξουν πια. Μόνο η αδύναμη  ανάσα της και ο ακανόνιστος σφυγμός της πρόδιναν την ύπαρξή της. Η ευπρεπής σιγή, το ασάλευτο σώμα, και η απόλυτη μοναξιά προδιαθέτουν βάσιμα για την αναπότρεπτη βεβαιότητα, που έρχεται. Πιστοποιούν τη μοναδική αλήθεια, τον Θάνατο.
 
Ο θάλαμος 20 του Νοσοκομείου είναι άδειος. Η μάνα μου βρίσκεται δίπλα μου, ακίνητη γαλήνια, ανάλαφρη. Ίσως τώρα όλη η ζωή της περνά μπροστά στα μάτια της σε αργά πλάνα μιάς ταινίας που δεν γυρίστηκε ποτέ: Βλέπει μία λιπόσαρκη παιδούλα να πιλαλά ξυπόλητη σακάτω στα καντούνια της κάτω ρούγας. Κρατά στο ένα χέρι της μια λαδωτή σφελίτσα και στο άλλο μερικές τρύπιες δεκάρες για να αγοράσει τοματοπελτέ, που νοστιμίζει το φαΐ.
 
Παρακολουθεί την ίδια κοπελίτσα ντυμένη με αλατζά ή τσίτι να πηγαίνει στο Δημοτικό Σχολείο των Θηλέων. Εκεί αντί να μαθαίνει γράμματα “του Θεού σπουδάγματα” μαζεύει πεσάδα (χορτάρια) για να ταΐσει  τη γίδα της δασκάλας. Τι τα’ θελε  τάχα μου τα γράμματα κορίτσι πράγμα. Πού θα της χρειάζονταν, στο σούρσιμο (μάζεμα ελιάς) ή στο Θέρο;
 
Θωρεί την Ιφιγένεια έφηβη να σκαπετά σαπάνω κατάκορφα στην Ανάληψη για να ποτίσει και ν’ αρμέξει τις γελάδες του μπάρμπα της. Μιας και η φαμίλια της δεν είχε πόρεψη, έπρεπε να ξεδουλέψει το ψωμί της. Ο πατέρας της ο δάσκαλος, ο Ξενοφών, ήταν τόσο άγιος άνθρωπος, που “δώριζε  και τους δύο χιτώνες”!
Θαυμάζει την Ιφιγένεια νέα, ωραία και σφριγηλή ν’ “αερίζει”  με την πλάτη της “ίδιος Κουταλιανός” το μουλάρι, που έγειρε μονόπαντα και πήγε να ξεσαμαρίσει, κερδίζοντας έτσι τον θαυμασμό για την αφύσικη αντρίκεια δύναμή της. Τη δύναμή της που τη χάλασε στο μεροδούλι, μέχρι τα βαθιά γηρατειά της, σωστός κολίγας. Σκληρή δουλειά, πάνω στις πέτρες της Μάνης, που επιβίωνες μόνο άμα ρίζωνες πάνω σε αυτές. Αν γινόσουν ένα μ’ αυτές.  Προχωρούσες μόνο όταν  κράταγες γερά από το χέρι τον διπλανό σου που για να ζήσει έσπερνε κάθε κομμάτι γης, κάθε “αγκωνή” κάθε “λαχίδι”, για να μαζέψει το θεριστή μια χούφτα στάρι.
 
Καμαρώνει την Ιφιγένεια νύφη που παντρεύεται μέσα στη θεομηνία του 1940 που ήταν το έτος “δίσεκτο και ο χρόνος βουλιαγμένος”, όπως συνήθιζε να λέει. Γλέντι τρικούβερτο, κρασί, τραγούδια τουφεκιές, λίγο πριν ουρλιάξουν οι σειρήνες και φανούν τα αεροπλάνα. Η μεγάλη συμφορά ξεπελάγισε. Ο άτυχος λαός έμπαινε στον πόλεμο. Η πείνα, ο θάνατος και η οδύνη έμπαιναν για τα καλά στη ζωή του.
 
Συμπαθά  την πεθερά της, που στο μέτρημα της προίκας τη βγάζει ξίκικη (λειψή). Γιατί τάχα έλειπαν δύο αγκωνόχερα κάμποτο. Λες και της τα χρώσταγε!
Βλέπει τα χρόνια της κατοχής, που έβραζε κουφολαχανίδες και τις έτρωγε με δύο σταγόνες λάδι για να μην πρηστεί. Βλέπει τον εμφύλιο, βλέπει, βλέπει, βλέπει …
 
Έξω στον διάδρομο ακούγονται διάφορες πληκτικές συνομιλίες, παράσιτα στην ιερότητα των στιγμών. Ξέρω πως η μάνα μου δεν πρόκειται να μου ξαναμιλήσει πια. Είναι βυθισμένη σε μια άγνωστη κατάσταση, που είναι κάτι μεταξύ ζωής και θανάτου. Έχει ήδη σηκώσει άγκυρα για το τελευταίο της ταξίδι. Κοντά έναν αιώνα πάλεψε δυνατά “πιστά και μπιστεμένα” με όλους τους καιρούς. Αγάπησε πραγματικά την Ζωή και τους Ανθρώπους. Η προσφορά της ήταν πρωτόγνωρη, ατελείωτη, ανιδιοτελής. Ποτέ της δεν χάθηκε. Είχε αλάθητο αισθητήριο και με μπούσουλα την Αγάπη, πάλεψε μέσα στις καταιγίδες και τελικά σώθηκε, επιβίωσε και έφτασε υπερήφανη στο τέλος.
 
Τώρα όμως έχει κουραστεί, ανασαίνει βαριά και θέλει να ησυχάσει.
 
Σε λίγο τερματίζει τον μαραθώνιο της ζωής της χωρίς τυπικές διακρίσεις και έπαθλα. Κέρδισε άξια τον κότινο της αληθινής αγάπης, που την προσέφερε χωρίς κράτημα και υστεροβουλία σε όλους. Χθες το βράδυ τραγουδούσαμε για τελευταία φορά μαζί, τραγούδια της εποχής της. Θυμηθήκαμε πράγματα απλά, ασήμαντα,  περασμένα. Μιλήσαμε για ανθρώπους που είχαν “φύγει”. Σήμερα φεύγει και η ίδια κατά πως το θέλησε, ήσυχα και απλά. Χωρίς πόνους και ιατρικά ανακοινωθέντα. Φεύγει όπως φεύγουν οι αληθινοί Άρχοντες, που δεν έχουν ανάγκη από φανφάρες,  κενούς επικήδειους, ή ψεύτικα δάκρυα. Τους αρκεί η άμεση, η πηγαία αναγνώριση και τα αγνά συναισθήματα των δικών τους, απλών ανθρώπων. Με αυτούς που έζησαν και αγάπησαν. Η μάνα μου ήταν έτοιμη για το ταξίδι της και είχε διαλέξει μόνη της την απλή, καθημερινή φορεσιά της, που την είχε έτοιμη για την περίσταση. Κατάλληλη για την “κοίμησή μου στον άλλο κόσμο”, όπως έγραφε στο σημείωμα που είχε καρφιτσώσει πάνω στο κουτί, που είχε μέσα ρούχα απλά, σαν και αυτά που φόραγε, όταν πήγαινε στον εσπερινό στον Αϊ Νικόλα. Σήμερα φεύγει υπερήφανη χωρίς να χρωστά τίποτα σε κανέναν. Αφήνει πίσω της απόθεμα αγάπης και καλοσύνης.
 
Τώρα όμως έχει κουραστεί, ανασαίνει βαριά και θέλει να ησυχάσει.
 
Την άφησαν οι δυνάμεις της. Τις ανάλωσε για το Καλό και το Δίκιο. Αυτή την στιγμή σηκώνει λίγο το αριστερό της χέρι, λες και θέλει να αποχαιρετήσει τον μάταιο τούτο κόσμο. Στο δάχτυλό της φοράει βέρα, το σύμβολο του εξηντάχρονου γάμου της που τον τίμησε και τον σεβάστηκε με το παραπάνω. Τα μάτια της παραμένουν κλειστά και δεν θα ξανανοίξουν. Το πρόσωπό της είναι γαλήνιο και γλυκό. Κάθε ρυτίδα της και ένα βαθύ αυλάκι πόνου και στέρησης. Όλους μας αγάπησε και μας συγχώρεσε. Φεύγει με ανακούφιση φεύγει για να αναπαυθεί.
 
Έφτασε τώρα η ώρα της επίσκεψης των γιατρών. Μπροστά της στέκεται ευθυτενής και απρόσιτος ο κύριος Διευθυντής της Κλινικής. Με ύφος ψυχρό και σηκωμένο φρύδι. Συνοδεύεται από τον βοηθό του, ένα απλό, συμπαθητικό γιατρό, έναν εξαίρετο άνθρωπο. Ο κύριος Διευθυντής δεν μας δίνει, μα ούτε του δίνουμε σημασία. Την μάνα μου δεν την ενδιαφέρει πλέον ο κύριος Διευθυντής, αφού τίποτα δεν εξαρτάται από αυτόν. Έχει πάρει την μεγάλη απόφαση. Θέλει να φύγει και οραματίζεται το μετά. Ο κύριος Διευθυντής μας προσπερνά ψυχρός και αδιάφορος, αφού δεν “διέγνωσε” κανένα οικονομικό όφελος. Διαπίστωσε δηλαδή ότι δεν πρόκειται να τον επισκεφτούμε στο ιδιωτικό του ιατρείο, εκεί που καθημερινά ακρωτηριάζει χωρίς αναισθητικό τον όρκο του Ιπποκράτη, πλουτίζοντας άπληστα. Χαλάλι του και άξιος ο μισθός του. Συγχαρητήρια όμως στον βοηθό του, που έδωσε μαθήματα σπάνιας ανθρωπιάς, αφού ασχολήθηκε ολημερίς με την ετοιμοθάνατη μάνα, η οποία για αυτόν ήταν ασθενής όπως όλοι οι άλλοι και την φρόντισε με την ίδια καλοσύνη και προσοχή.
 
Εγώ πάλι δεν χρειάζομαι ενημέρωση, μού αρκεί η απόφαση της μάνας μου. Την ακολουθώ με σεβασμό και πόνο. Αμέσως τώρα πλησιάζει η αδελφή νοσοκόμα και αλλάζει μηχανικά τον ορό της μάνας μου στο πλαίσιο του κανονικού της οχτάωρου. Η μάνα μου εξακολουθεί να αναπαύεται και να επιζητά την ελευθερία της. Δίπλα της στέκεται ο άρχοντας Μιχαήλ. Την περιμένει με ασυνήθιστη διακριτικότητα και υπομονή να ανέβει στη βάρκα του για να την περάσει Απέναντι. Μεγάλη η τιμή και η χάρη της.  
 
Καθώς κλείνω για λίγο τα μάτια μου, κρατώντας με το ένα μου χέρι το χέρι  της και γράφοντας με το άλλο, συναισθάνομαι ότι συμμετέχω στα δρώμενα. Σιγά - σιγά χάνομαι σε ένα μυστήριο. Όλα γύρω μου κινούνται μαγικά και ασύμμετρα σε πολυδιάστατο χωροχρόνο, που το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον συμπίπτουν. Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από μια αέναη αλληλουχία μνήμης, επιθυμίας και φαντασίας συμβατή με τη γέννηση του σύμπαντος, που οδηγεί ασφαλώς στην υπέρβαση, στη διαστολή των αισθήσεων, στο ασύμμετρο χάος. Και να: Βλέπω τη μάνα μου στην πλατεία της Εκκλησιάς του χωριού όρθια μπροστά στους παρακρατικούς βασανιστές της, τους Χίτες, να τη χτυπούν με πρωτοφανή βία. Εκείνη με ένα βυζανιάρικο παιδί στην αγκαλιά και δύο να την τραβούν από το φουστάνι, στέκεται όρθια και με ματωμένο πρόσωπο κοιτάζει ψηλά στον νάρθηκα την “Παναγία την Υπαπαντή”. Και  ψιθυρίζει: “Άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τι ποιούσι”. Οι Χίτες γυρεύανε τον άντρα της τον αντάρτη και είχανε γίνει ανήμερα θεριά.
 
Βλέπω τη μάνα μου να κρύβεται καταδιωκόμενη στις μασχάλες του άγριου Ταΰγετου για να γλυτώσει εκείνη και το βυζανιάρικο κορίτσι της από την ανελέητη σφαγή του εμφύλιου σπαραγμού. “Έπεφτε το γιαταγάνι σαν το λύκο μεσ’ τη στάνη”. Τότε που σκότωνε αδελφός τον αδελφό για ψύλλου πήδημα. Τότε που η ζωή και ο θάνατος παίζανε κρυφτό.
 
Βλέπω τη μάνα μου να ξεπετάγεται από το αντάρτικο λαγούμι, και με μια  αγκαλιά αγριολούλουδα, να τρέχει να στολίσει τον Επιτάφιο. Μετά να ακολουθεί την περιφορά, να ψάλλει το “Αι γενεαί πάσαι”, γονατίζοντας στο “έκστηθι φρίττων ουρανέ και σαλευθήτωσαν τα θεμέλια της γης”.
 
Βλέπω τη μάνα μου στα ματωμένα τα πέτρινα χρόνια του Εμφύλιου, ανάμεσα στους “ηττημένους”», να δηλώνει στους “νικητές” εθελοντής κρατούμενη. Ήταν βέβαιη πως μόνο η φυλακή παρείχε ασφάλεια. Έξω λυσσομανούσε η τυφλή εκδίκηση και η βία που ρήμαξαν τον τόπο και έκοψαν τον ανθό του.
 
Βλέπω τη μάνα μου, όταν πέρασε το κακό, να ροβολά από τις βουνοκορφές του ατίθασου Ταϋγέτου, ζαλωμένη με κλαδιά και χορτάρια, για να ταΐσει τα ζωντανά της. Μου ’λεγε ότι μετά από μένα τη βύζαινε και άλλο παιδί γιατί ήταν “γαλάρα” και της περίσσευε το γάλα.
 
Βλέπω τη μάνα μου, όταν κρύφτηκαν τα όπλα, να φουρνίζει και μετά να μας χορταίνει με ζεστά λαδωτά ψωμιά, που τα ‘λεγε “κουζούνια”.
 
Βλέπω τη μάνα μου να την καλούν τα ζωντανά που τα φρόντιζε σαν παιδιά της. Βλέπω τη μάνα μου να χωρατεύει στην ρούγα, να τραγουδά στους γάμους και να μοιρολογά στις κηδείες.
 
Ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω τούτη τη γυναίκα που τώρα ψυχομαχά. Τούτη τη γυναίκα που με αγάπησε δυνατά και στέρεα. Ήμουν για αυτήν ο μεγάλος της γιός, ο Φώτος, που με έμαθε από μικρό παιδί να ζαλώνω την ευθύνη στις πλάτες μου και να πορεύομαι υπερήφανος στης ζωής τις στράτες. Ήμουν ο δικός της άνθρωπος που του ψιθύριζε θαρρετά τις ανάγκες της. Εγώ την αγάπησα τόσο; Ίσως. Ξέρω όμως πως προσπάθησα να βρίσκομαι πάντα δίπλα της στα καλά και στα κακά. Προσπάθησα να τη φωτίζω, όπως η ίδια συχνά  πυκνά μού έλεγε.
 
Είναι σίγουρο ότι η ίδια δεν στέρησε ούτε ένα δράμι αγάπης από τα άλλα της παιδιά και εγγόνια. Η ζωή των παιδιών της ήταν η πρώτη και τελευταία της έγνοια. Τι κάνει ο μικρός, η μικρή, η μεγάλη ο Θοδωρής  που της στάθηκε καλύτερα από παιδί της; Που βρίσκονται τα εγγόνια της , η Γωγώ , η Θέλμα , η Φένια (που έχει το δικό της όνομα βάρος και αυτό), ο Παναγιώτης ο ξενιτεμένος , ο Τάκης, ο Βασίλης,  η Λία. Ομολογώ πως η μάνα μου στο γάμον της εγγόνας της Γωγώς, ήταν στις μεγάλες της δόξες της. Κυριολεκτικά πετούσε. Αισθάνθηκε απόλυτα δικαιωμένη. Μίλησε στο μικρόφωνο και τραγούδησε τραγούδια του γάμου και της χαράς, αυτά που τραγουδούσαν στην Μάνη. Ποτέ δεν βαρυγκώμησε, αρκεί να είχε καλά νέα από τα μανάρια της και ας μην τα έβλεπε συχνά. Πάντα είχε μια δικαιολογία και έναν καλό λόγο για όλους, όπως είχε πάντα άφθονο φαΐ και κρασί που τα αβγάταινε όπως ο Χριστός στην Κανά της Γαλιλαίας.
 
Η ίδια μού έλεγε πως θα φύγει ευχαριστημένη. Τώρα τι άλλο μπορώ να κάνω παρά να την ακούω να ανασαίνει αργά καθώς πλησιάζει στην έξοδο. Τι άλλο να κάνω παρά να της κρατώ το χέρι, να της δροσίζω με νερό τα χείλη, να της χαϊδεύω το μέτωπο, και να της μιλώ επιζητώντας ίσως την τελευταία αναγνώριση ή μια ακόμη ευχή. Η μέρα έξω, αν και φθινοπωρινή είναι ηλιόλουστη. Μοιάζει ανοιξιάτικη. Με την ανάσα του αέρα πέφτουν κίτρινα φύλλα από τα δένδρα που φυλλορροούν, όπως η μάνα μου που σιγά - σιγά χάνεται, σβήνει.
 
Γιατί τώρα έχει κουραστεί ανασαίνει βαριά και θέλει να ησυχάσει.
Στις δύο το μεσημέρι με αντικατέστησε ο αδελφός μου που ήρθε κοντά της με την οικογένειά του.  
24 Νοεμβρίου 2002  ημέρα Κυριακή ώρα 9 το βράδυ .
 
Ξαναγύρισα στο νοσοκομείο. Η κατάσταση είναι αμετάβλητη. Η μάνα μου αναπνέει σπασμωδικά με τη βοήθεια οξυγόνου. Έχει χάσει σχεδόν κάθε επαφή με το περιβάλλον. Ζει με τεχνητή υποστήριξη … “και ψευδή πορφύρα περιβάλλεται ο περιβάλλων τον ουρανό εν νεφέλαις”. Και όμως αυτό το ανήμερο θεριό με την αντρίκεια δύναμη και τη θεϊκή καλοσύνη έγινε τεχνητή ανάσα και σπασμός. Κάθε σπασμός της συνοδεύεται με κίνηση του κεφαλιού της προς τα πίσω λες και μεταμελήθηκε και δε θέλει πια να φύγει. Αρνείται να υποταχθεί στο μοιραίο. “Απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο”. Δε φοβάται το θάνατο, που  τον γνωρίζει από παλιά. Μια ζωή τον είχε αγκαλιά, στον Εμφύλιο, στους διωγμούς, στις φυλακές. Ποτέ δεν τον λογάριασε. Εκείνη πίστευε πως ο θάνατος ήταν όπως ένα  ταξίδι, στο βουνό, στην θάλασσα … στον Παράδεισο. Η μεγάλη αγάπη της για τη ζωή την οδηγούσε στην υπέρβαση. Πάντα με ορμήνευε και μού έλεγε να μην φοβάμαι τον θάνατο.
 
Κάθε σπασμός της μού φέρνει στο μυαλό και ένα κομμάτι από τη σκληρή, πολυτάραχη ζωή της. Οι συσπάσεις στις θείες ρυτίδες του προσώπου της ανακαλούν και ζωντανεύουν μνήμες και διαδρομές από το 1940, την αντίσταση, τον Εμφύλιο. Από την αδυσώπητη μάχη επιβίωσης στην Αθήνα του 1960, που κατέφυγε με την επταμελή οικογένεια της. Τότε που έπλενε σκάλες και καθάριζε σπίτια, για να βγάλει το ψωμί της. Τώρα γιατί γράφω; Μήπως θα της τα διαβάσω; Γράφω για τους άλλους; Για τη δική μου ματαιοδοξία; Για τη δική μου ψυχανάλυση; Πιστεύω πως τελικά φοβάμαι που θα ορφανέψω. Φοβάμαι γιατί θα χάσω την αναφορά και το απάγκιο μου,  θα στερηθώ την παρουσία, τη μιλιά της, τη σκέψη της, που ήταν νερό στην έρημο, φωτιά στο χιόνι. Που ήταν αμπάριζα στην σπουδή της καθημερινής τρέλας.  
 
ΠΟΥ ΉΤΑΝ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΌΛΑ Η ΜΑΝΑ   
Που ήταν η έγνοια, το κάλεσμα στην ανοιχτή αγκαλιά , η  γλυκιά ζωοφόρος φωνή και το βελούδινο χάδι… το γέλιο στη θλίψη.., η πηγή της προσφοράς… Ήταν η Μάνα Τερέζα που όλη της τη ζωή έβαζε τα θέλω των άλλων πάνω από τις δικές της επιθυμίες. Έτρωγε πάντα τελευταία το λιγότερο φαγητό, όρθια για να ικανοποιεί τις επιθυμίες μας. Όλοι παίρναμε από το δικό της Φως. Το Φως της Ζωής και της Αγάπης. Ποτέ δεν ενόχλησε κανένα αλλά δεν χαρίστηκε και σε κανέναν... Έζησα κοντά της αμέτρητες ώρες. Κάθε ημέρα μου μετάγγιζε με υπομονή το νόημα της αληθινής αγάπης, της συμπόνιας, της συγχώρεσης. Ο κόσμος για εκείνη ήταν μια μεγάλη οικογένεια χωρίς διακρίσεις και σύνορα. Έκανε την πίκρα μέλι και το πρόσφερε σε όλους. Πίστευε στον αληθινό Θεό χωρίς φανφάρες και ψιμύθια, χωρίς  φαρισαϊσμούς. Πίστευε στον Θεό της Αληθινής  Αγάπης  και της Συγγνώμης .
 
Ώρα 10 το βράδυ. Κοιτάω τον λαιμό της και βλέπω πως ο σφυγμός της χάνεται  ανεπαίσθητα σαν τη φλόγα στο καντήλι που τρεμοσβήνει γιατί σώθηκε το λάδι. Ανοίγει λίγο τα μάτια της. Το βλέμμα όμως είναι απλανές. Τίποτα δεν βλέπει. Βασιλεύει νεκρική σιωπή. Της κρατάω σφιχτά το χέρι και κλείνω τα μάτια μου και βλέπω την ψυχούλα της να πετά σαν το ξεπεταρούδι χελιδόνι, να μεγαλώνει σιγά - σιγά και να γίνεται γλάρος, στο αχανές πέλαγος του άγνωστου  ουρανού.
 
Η μάνα μου ταξιδεύει ήδη προς την αιωνιότητα. Ανοίγω τα μάτια μου και μένω άφωνος. Με σφιγμένο στέρνο, την κοιτώ, της κρατώ το χέρι, της χαϊδεύω το μέτωπο και της μιλώ διαρκώς πιστεύοντας πως με ακούει. Προχτές την πείραζα και γελούσε. Τώρα φεύγει και με αφήνει να συνεχίσω μόνος μου. Μου έκανε τιμή μεγάλη που έφυγε στα χέρια μου. Ζω σπάνιες στιγμές. Ζω το κορύφωμα ενός μυστηρίου. Για λίγο, αισθάνομαι πως βρίσκομαι αλλού, πως λείπω, πως είμαι έξω από εμένα μέσα στο μάτι του κυκλώνα, της θύελλας του θανάτου. Κινούμαι στον αστερισμό της ματαιότητας και της ουτοπίας. Μόλις τώρα βγαίνει ο καλός γιατρός από τον θάλαμο και με την πρέπουσα σοβαρότητα πιστοποιεί τον θάνατό της.
 
Η αλήθεια είναι ότι ο πόνος είναι μεγάλος, δυσβάσταχτος. Όμως ο φόβος έχει μαραθεί. Χωρίς φόβο μπροστά στο θάνατο βαδίζεις και μετά τη στεριά. Δεν  φοβάσαι πως θα πέσεις, γιατί αιωρείσαι και ισορροπείς στο κενό. Από εκεί, όσο ανεβαίνεις, βλέπεις τα πράγματα και τους ανθρώπους  μικρά και ανούσια, γκρίζα και αδιάφορα, μάταια. Η ματιά σου ατενίζει μακριά το Άπειρο, την  Αιωνιότητα, το Θείο. Αυτά έβλεπε η μάνα μου, όταν έφυγε με το πρόσωπό της γαλήνιο και  φωτεινό, καθάριο και αδιαίρετο.  
 
Με ανοιχτά μάτια την βλέπω τώρα στην ψηλότερη κορφή του Ταϋγέτου να καπιστρώνει τα άλογα του Άι Λιά και να τα ζεύει στο φωτεινό το φλογισμένο άρμα του. Ήδη έχει καθίσει δίπλα στον Προφήτη και ταξιδεύει μαζί του με σεμνότητα στους Ουρανούς.
 
24 Νοεμβρίου 2002 ώρα 10η βραδινή η ΜΑΝΑ, η Ιφιγένεια άφησε την τελευταία της πνοή στον θάλαμο 20 του νοσοκομείου ΕΛΠΙΣ. Από εκεί έφυγε ένας σπάνιος Άνθρωπος, ΜΙΑ Μοναδική Χριστιανή, η  ΑΛΗΘΙΝΗ  ΜΑΝΑ.
 
Your rating: None Average: 5 (3 votes)