Τρίτη 3 Οκτωβρίου 2017


Η τεχνική της τοιχογραφίας στον μεσογειακό χώρο

 
 
Από τα προϊστορικά ακόμη χρόνια η τέχνη αντανακλούσε την κοινωνική ζωή σε όλες τις εκφάνσεις, του τόπου που τη γέννησε ανάλογα την γεωγραφική του θέση. Η λεκάνη της Μεσογείου συνδέει την Ευρώπη με την Μέση Ανατολή και την Βόρεια Αφρική. Τα σύνορα στην περιοχή ήταν πάντοτε ρευστά, λόγω των διαρκών πολέμων, μεταξύ Ελλήνων και Περσών αρχικά και στην συνέχεια με τις κατακτήσεις του μέγα Αλέξανδρου και των ρωμαίων αυτοκρατόρων. Το γεγονός αυτό σε συνάρτηση με τον αποικισμό και το εμπόριο στην Μεσόγειο από αρχαιοτάτων χρόνων, συνέβαλαν στην αλληλεπίδραση των πολιτισμών και την ανταλλαγή ιδεών, τεχνικών αλλά και υλικών στις χώρες της Μεσογείου.
 
 
 
Η τοιχογραφία συνδέεται άμεσα με την αρχιτεκτονική και την ιστορία κάθε τόπου. Η άνθηση της τοιχογραφίας είναι συνάρτηση οικονομικού πλούτου. Πολλές αρχαίες τοιχογραφίες σώζονται σε αιγυπτιακούς τάφους (περίπου 3150 π. Χ.), στα μινωικά ανάκτορα στην Κρήτη (1700- 1600 π. Χ.) και στην Πομπηία (100π. Χ.- 79μ. Χ.). Τα πρώτα παραδείγματα τοιχογραφιών που έχουν διασωθεί στην Ελλάδα είναι στην Μινωική Κρήτη. Το πιο διάσημο από αυτά είναι ο « ταυρομάχος», κατασκευασμένος με την τεχνική fresco . Σημαντικές τοιχογραφίες σώζονται επίσης, στην Σαντορίνη και στα μυκηναϊκά ανάκτορα.
 
 
 
 
 
 
                    archaic3.jpg                            
 
                                      Ο ταυρομάχος, μινωικά ανάκτορα Κνωσού
 
 
Παρόμοιες τοιχογραφίες έχουν βρεθεί και σ’ άλλες περιοχές γύρω απ’ τη λεκάνη της Μεσογείου όπως στο Μαρόκο που πολλοί ιστορικοί πιστεύουν ότι η τέχνη αυτή έφτασε εκεί από την Κρήτη στο πλαίσιο ανταλλαγής και εμπορίου. Στην Αίγυπτο συναντάμε τοιχογραφίες σε τάφους , ζωγραφισμένες κυρίως με την τεχνική secco. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι διακοσμούσαν τους τοίχους των ανακτόρων και των τάφων με λαμπρές τοιχογραφίες, οι οποίες απεικονίζουν σκηνές από την καθημερινή ζωή, την θρησκευτική λατρεία και την άρχουσα τάξη.
 
 
 
                      gyptischer_Maler_um_1360_v__Chr__001.jpg           
                            
                                           Τοιχογραφία σε αιγυπτιακό τάφο
 
 
Από τη Ρωμαϊκή εποχή σώζονται επίσης σπουδαίες τοιχογραφίες με σημαντικότερες αυτές στην Πομπηία, όπως στην βίλα των μυστηρίων που χρονολογούνται από τον πρώτο αιώνα μΧ..  Περιλαμβάνουν εντυπωσιακά ρεαλιστικές σκηνές από την καθημερινή ζωή, από τα σπίτια και τους κήπους, σκηνές από τη θρησκευτική λατρεία, την σχέση των δύο φύλων. Η ευημερία της Πομπηίας ως γεωργικό και εμπορικό κέντρο, έδωσε ώθηση στην καλλιτεχνική έκφραση και κυρίως την τοιχογραφία. Το λιτό ύφος των κτηρίων ενθάρρυνε την χρήση της τοιχογραφίας ως διακοσμητικό μέσο. Είναι αξιοσημείωτη η εξελιγμένη τεχνική και η αντοχή των τοιχογραφιών στον χρόνο.
 
 
 
                     των μυστηρίων.jpg                    
 
                           Τοιχογραφία από την βίλα των μυστηρίων στην Πομπηία
 
 
Κατά την ύστερη ρωμαϊκή περίοδο, οι πρώτοι Χριστιανοί που ζούσαν στη Ρώμη, τοιχογράφησαν τις κατακόμβες με χριστιανικά σύμβολα και σκηνές από την Βίβλο. Στη συνέχεια οι Βυζαντινοί διακόσμησαν τους λατρευτικούς χώρους και τα κοσμικά και δημόσια κτήρια με τοιχογραφίες. Η περίοδος της βυζαντινής αυτοκρατορίας με την επικράτηση του Χριστιανισμού, ως επίσημη θρησκεία, άφησε μεγάλο αριθμό τοιχογραφιών σε εκκλησίες και μονές στην Ελλάδα, την Κύπρο, αλλά και την Έφεσο, την Καππαδοκία και την Αντιόχεια.
 
 
 
                        0031.jpg            
 
                       Τα εισόδια της Θεοτόκου, Πρωτάτο Άγιο Όρος, Μανουήλ Πανσέληνος
 
 
 
Κατά τη διάρκεια της Αναγέννησης η τοιχογραφία έφτασε στο απόγειο της, ιδιαίτερα στην Ιταλία όπου τα περισσότερα κυβερνητικά κτήρια και οι εκκλησίες διαθέτουν πλούσιο τοιχογραφημένο διάκοσμο, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις τοιχογραφίες της Καπέλα Σιξτίνα του Μιχαήλ Αγγέλου στη Ρώμη.
 
 
 
                        0lastjud.jpg          
          
                            Capellasestina, τοιχογραφία του Μιχαήλ Άγγελου, Ρώμη
 
 
Η τεχνική της τοιχογραφίας στο χώρο της Μεσογείου είναι γνωστή από τα προϊστορικά χρόνια και είναι περίπου η ίδια σε όλες τις χρονικές περιόδους που αναφέραμε. Οι διαφοροποιήσεις που υπάρχουν, έχουν να κάνουν με την χρήση υλικών ανάλογα τον τόπο και τις επιλογές που δίνει, την οικονομική ευμάρια, τις κλιματολογικές συνθήκες, το αρχιτεκτονικό οικοδόμημα και το προσωπικό ύφος του εκάστοτε καλλιτέχνη.
Η τοιχογραφία κατά βάση αποτελείται από την τοιχοδομή, που λειτουργεί σαν υποστήριγμα, από το κονίαμα που αποτελεί το υπόστρωμα του έργου και από την ζωγραφική επιφάνεια. Οι τοίχοι κατασκευάζονταν συνήθως από πέτρα ή τούβλο και για να αποτελέσουν φορέα ζωγραφικής επενδύονταν με κονίαμα. Τα συνήθη συστατικά των επιχρισμάτων τοίχου ήταν η άμμος (αδρανές υλικό) και ο ασβέστης, υδροξείδιο του ασβεστίου, Ca(OH)2 (δραστικό υλικό), τα οποία με νερό μετατρέπονται σε κονίαμα. Με την εξάτμιση του ύδατος, ο ασβέστης κρυσταλλώνεται γύρω από τους κόκκους της άμμου και οι κρύσταλλοί του διεισδύουν στο τούβλο και στην πέτρα του τοίχου, εξασφαλίζοντας την συνοχή του ασβέστη με την άμμο. Μερικές φορές για να καταστεί αδιάβροχη η εσωτερική επιφάνεια, περνιόταν με πίσσα πριν μπουν τα επιχρίσματα. Ανάλογα με τις κλιματολογικές συνθήκες και το είδος του τοίχου μπορούσε να προστεθεί στο σοβά για περισσότερη απορροφητικότητα κεραμιδόσκονη ή τουβλόσκονη, γιδότριχα, ή τζίβα (φυτικές ίνες) και λεπτοκομμένο άχυρο για συνοχή και χωρίς σκασίματα στέγνωμα του ασβέστη. Τα τελευταία στρώματα του κονιάματος ήταν πιο λεπτά, αυξανόταν η αναλογία του ασβέστη και αναμιγνυόταν μ’ αυτόν λεπτότερο αδρανές υλικό όπως μαρμαρόσκονη η οποία είναι λευκή και δίνει λεία επιφάνεια.
 
Μια απ’ τις τεχνικές ζωγραφικής της τοιχογραφίας είναι η τεχνική της νωπογραφίας που ονομάζεται και fresco γιατί πρόκειται για ζωγραφική με ασβεστοχρώματα πάνω σε υγρό και νωπό κονίαμα. Κατά την τεχνική αυτή απλώνεται στην επιφάνεια, χρωστική ουσία σε μορφή σκόνης [Νομικά επίλεκτα- Τα χρώματα στην αρχαιότητα], διαλυμένης σε νερό, ο ασβέστης θα τυλίξει τους κόκκους, ενσωματώνοντας τα χρώματα στη μάζα του τοίχου μαζί με άλλα συστατικά του κονιάματος. Η νωπογραφία δεν έχει στρώμα χρώματος ξεχωριστό από το ίδιο το κονίαμα οπότε δεν είναι δυνατό να αποκολληθούν φολίδες χρώματος χωρίς να αποκολληθεί μαζί τους και μέρος του κονιάματος. Mόνο χρώματα που προστίθενται al secco (σε στεγνό κονίαμα) ή που έχουν συνδεθεί με μια κολλώδη ουσία μπορούν να σχηματίσουν μεμβράνη πάνω από το κονίαμα που ενδέχεται κάποτε να μαδήσει. 
 
Κατά την διαδικασία της νωπογραφίας τηρούνται δυο ειδικές συνθήκες. Πρώτον χρησιμοποιούνται μόνο εκείνες οι χρωστικές που δεν αντιδρούν χημικά με τον ασβέστη, οπότε περιορίζονται τα χρώματα. Δεύτερον μόνο μια λεπτή, διαφανής επάλειψη χρωστικής ουσίας μπορεί να περαστεί, ώστε να μην επιβαρυνθεί το κονίαμα με περισσότερους κόκκους απ’ αυτούς που μπορούν να απορροφηθούν φυσιολογικά από τη δράση του ασβέστη κατά το στέγνωμα. Έτσι τα χρώματα που αντέχουν την οξείδωση του ασβέστη είναι όλα τα γεώδη κόκκινα, ώχρες, όμπρες, το lapis lazuli, το σμάλτο, το terre verte, το μπλε ουλτραμαρίν, το πράσινο κοβάλτιο κ.α.. Εάν η διαδικασία δεν νοθευτεί, η νωπογραφία χαρακτηρίζεται από μια ιδιαίτερη στιλπνότητα της επιφάνειας που οφείλεται στο φωτεινό λευκό του κονιάματος που φαίνεται μέσα από τα διαφανή χρώματα. Η στιλπνότητα αυτή δεν επιτυγχάνεται ποτέ αν ανακατευτούν εκ των προτέρων τα χρώματα με το λευκό πριν απλωθούν στην επιφάνεια. Άλλος ένας περιορισμός της τεχνικής αυτής είναι ότι μπορούσε να εφαρμοστεί μόνο στις εποχές που δεν κάνει κρύο.
    Αντίστοιχα κατά την τεχνική του fresco το λεπτό επίχρισμα κάλυπτε τόσο μόνο τμήμα του έργου, όσο ήταν δυνατό να αποπερατωθεί μέσα σε μια μέρα και διορθώσεις μπορούσαν να γίνουν μόνο όσο ο τοίχος είναι ακόμα νωπός. Η πραγματική νωπογραφία αναγνωρίζεται από τα διαδοχικά τμήματα της ζωγραφικής επιφάνειας, που οροθετούνται απ’ αυτές τις ενώσεις. Σε πολλές περιπτώσεις, επειδή η ζωγραφική δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί σε μια μέρα, τα κομμάτια που έγιναν την επόμενη μέρα, με το πέρασμα των αιώνων αρχίζουν να ξεχωρίζουν και δίνουν στον μη ειδικό την εντύπωση επιζωγραφήσεως.
 
Στις μεγάλες τοιχογραφίες ο ζωγράφος είχε πολλούς βοηθούς και καθένας αναλάμβανε από μια εργασία., ώστε η τοιχογραφία να ολοκληρωθεί το γρηγορότερο. Με τη συμμετοχή πολλών καλλιτεχνών υπήρχε ο κίνδυνος να διασπαστεί η ενότητα του καλλιτεχνικού ύφους. Η τεχνική του fresco λοιπόν ήταν πολύ επίπονη και δεν άφηνε περιθώριο καθυστέρησης. Το έργο απαιτούσε ταχύτητα, άρα καλλιτεχνική δεξιότητα, σταθερότητα και ακρίβεια στο σχέδιο και στο πλάσιμο.
 
Η ζωγραφική με ασβέστη δεν ενδείκνειτο για την προσεκτική και επομένως βραδεία εκτέλεση μικρολεπτομερειών πράγμα που μπορούσε να επιτευχθεί με τη ζωγραφική σε στεγνό τοίχο. Έτσι άλλη μια τεχνική που συναντάμε είναι η Τεχνική της Ξηρογραφίας ή secco (ζωγραφική σε τοίχο με στεγνά επιχρίσματα).Εκεί ως συνδετικό υλικό έχει χρησιμοποιηθεί αυγό, κερί ή κόλλα (καζεΐνη, κουνελόκολλα, ζελατίνη) ή και λάδι πάνω σε τοίχο σοβαντισμένο και ξηρό. Η προετοιμασία του σοβά γίνεται κι εδώ με ασβέστη αναμεμιγμένο με άμμο και για συνεκτικό υλικό χρησιμοποιούν ανάλογα με την περίπτωση, άχυρο, γιδότριχα ή τζίβα (χωριστά ή ανακατεμένα), που εφαρμοζόταν συνήθως σ’ ένα στρώμα.Κατά τη ζωγραφική με αυγό, ο τοίχος περνιόταν με κιτρινάδι αυγού και πολλές φορές μ’ αυτό έμπαινε ο πρώτος χρωματικός τόνος. Η αυγοτέμπερα χρησιμοποιούταν στους τοίχους για να συμπληρώσει τις μεθόδους ζωγραφικής που βασίζονταν στη χρήση του ασβέστη ως συνδετικού μέσου, αλλά η μέθοδος αυτή ήταν επίπονη και περιοριζόταν στην ενίσχυση μιας οπτικής εντύπωσης. Η ζωγραφική σε τοίχο με αυγοτέμπερα, χωρίς την προστασία κάποιου συνδετικού έτεινε να μαυρίσει ερχόμενο σε επαφή με τον αέρα.
 
Η τοιχογράφηση γινόταν μερικές φορές με αυγοτέμπερα χωρίς κανένα υπόστρωμα από ζωγραφική με ασβέστη. Για την εφαρμογή της τεχνικής αυτής, προτού ξεκινήσει το πέρασμα των χρωμάτων συνηθιζόταν το πέρασμα του τοίχου με κόλλα, για να μειωθεί η απορροφητικότητα των επιχρισμάτων του τοίχου και να είναι πιο εύκολος ο χειρισμός των χρωμάτων,. Επίσης η κόλλα χρησιμοποιήθηκε ως συνδετικό μέσο, περισσότερο απ’ το αυγό, ενώ όμως είχε το πλεονέκτημα ότι οι τοίχοι ήταν δυνατό να ζωγραφισθούν γρήγορα και εύκολα, απ’ την άλλη ο καθαρισμός τους με νερό προκαλούσε ανεπανόρθωτη ζημιά. Η καζεΐνη έχει χρησιμοποιηθεί από αρχαιοτάτων χρόνων ως συνδετικό χρωμάτων στην τοιχογραφία και μετά το στέγνωμά της δε μαλακώνει με την υγρασία. Για τον σκοπό αυτό αναμιγνυόταν φρέσκια μυζήθρα με ασβέστη σε αναλογία περίπου 1:5. Άλλη τεχνική που έχει χρησιμοποιηθεί σε τοίχο είναι με λάδι, όμως ξεφτίζει γρήγορα και δεν ενσωματώνεται καλά στο κονίαμα, γιατί το λάδι δεν είναι συμβατό με το νερό του κονιάματος.
 
Ακόμα και παραστάσεις με την τεχνική της εγκαυστικής έχουν φιλοτεχνηθεί. Η βασική προετοιμασία του τοίχου κατά την διαδικασία της τεχνικής αυτής γινόταν όμοια με του φρέσκο αλλά πρέπει να είναι απόλυτα στεγνή κατά την εφαρμογή κι αυτός είναι απαραίτητος όρος για να μην πετάξουν τα χρώματα. Αφού στέγνωνε το κερί ακολουθούσε τρίψιμο με μαλακό πανί που έδινε ωραία ματ υφή. Η μέθοδος αυτή είναι ιδανική για εξωτερικές επιφάνειες γιατί το κερί είναι υδρόφοβο, δεν απορροφά υγρασία και αντέχει στα οξέα της ατμόσφαιρας. Άλλοι τρόποι χρήσης του κεριού της μέλισσας στην τοιχογραφία είναι η ανάμιξή του με ασβέστη ή καζεΐνη, ή διαλυμένο σε νέφτι ή σε ρευστά βάλσαμα, ή τέλος λευκό κερί μέλισσας λιωμένο μέσα σε βραστό νερό και σ’ αυτό πρόσθεταν αμμωνία. Στα χρώματα δεν βρίσκουμε πολλές διαφορές απ’ την τεχνική του fresco.
 
Τον 16ο αιώνα στην Ευρώπη χρησιμοποιήθηκε η ελαιογραφία σε καμβά που είχε το πλεονέκτημα ότι ο ζωγράφος μπορούσε να ολοκληρώσει το έργο στο εργαστήριο και κατόπιν να ενσωματωθεί στον τοίχο ή την οροφή. Μειονέκτημα της τεχνικής αυτής είναι ότι οι τοιχογραφίες δεν παρουσιάζουν την ίδια λαμπρότητα και επιπλέον οι χρωστικές κιτρίνιζαν από το συνδετικό μέσο και οξειδώνονταν αλληλεπιδρώντας με τις συνθήκες περιβάλλοντος.
 
Με τον πατροπαράδοτο τρόπο της νωπογραφίας με βάση τον καλό ασβέστη οι τοιχογραφίες αντέχουν για αιώνες αρκεί να μην βρέχονται και να προφυλάσσονται κυρίως από την υγρασία που μπορεί να προκαλέσει ολοκληρωτική καταστροφή. 
 
Μαρίνα Αυγερινού
Συντηρήτρια αρχαιοτήτων και έργων τέχνης- αγιογράφος
 
Your rating: None Average: 5 (15 votes)