Τρίτη 5 Δεκεμβρίου 2017


Μία ανάσα στην Οίτη

Αφότου αρχίσαμε να μιλάμε για κρίση και οι τσέπες μας αδειάζουν, έχουμε αρχίσει να κυνηγάμε την ουρά μας. Ποιος φταίει; Η κότα γέννησε τ’ αυγό ή το αυγό την κότα;

 
Εμείς φταίμε ή οι ξένοι ή και οι δύο μαζί; Μήπως φταίει ο Χατζηπετρής; Και να οι ουρές στα κομμωτήρια να μάθουμε πόσο πάει το κούρεμα!..
 
 Η αλήθεια είναι  ότι έχουμε απομακρυνθεί  από τη φύση και ξεχάσαμε εντελώς τις υγιείς ανθρώπινες σχέσεις, γίναμε αντικοινωνικοί και ατομιστές.
 
Κάθε μέρα βυθιζόμαστε όλο και περισσότερο στην ύφεση και στην κατάθλιψη. Έχουμε μπει δηλαδή σε ένα δρόμο χωρίς γυρισμό. Φθάνουμε στο σημείο και λέμε: “Ό,τι θέλει ας γίνει”.
 
Το ένα κυβερνητικό μέτρο αναιρεί το άλλο και όλα μαζί σωρευτικά αναιρούν και “κουρεύουν” τη ζωή μας.
 
Η ανασφάλεια έχει γίνει προσκέφαλο και  στρώμα μας. Ειναι φανερό το αδιέξοδο και οι συνέπειες απρόβλεπτες. Κάπως έτσι, ίσως και χειρότερα, νιώθω κι’ εγώ. Αδυνατώ να καταλάβω πώς φθάσαμε ως εδώ και το κυριότερο αν είναι στραβός ο γιαλός η στραβά αρμενίζουμε.
 
 Ώρες - ώρες σκέφτομαι να πάω να ζήσω σ’ ένα χωριό. Πάγια επιθυμία και απωθημένο μου. Μάλλον έχω αργήσει. Και αν παρήλθον οι χρόνοι εκείνοι. Των ερώτων χρυσή εποχή!
 
Προχθές το Σάββατο, δυο δικά μου παιδιά, με πήραν και χωρίς να το πολυθέλω με ανέβασαν σ’ ένα κοντινό βουνό, την Οίτη, που βρίσκεται  κοντά στην Λαμία. Εκτός από τα καύσιμα που είναι πλέον πανάκριβα, προστέθηκαν και τα διόδια. Κάθε λίγο, νάσου κι ένας σταθμός διοδίων ξεφυτρώνει σαν μανιτάρι, παρά τις αντιρρήσεις του κινήματος “δεν πληρώνω - δεν πληρώνω”! Τα απλωμένα χέρια των προσποιητά χαμογελαστων εισπρακτόρων μας υπενθυμίζουν την ομηρία μας. Μας λένε με πλατύ κυριακάτικο χαμόγελο: Κοίτα μακάκα (πίθηκε) εδώ με έβαλε το λαμόγιο ο υπουργός που ψήφισες, που είναι τσιράκι του εργολάβου του λωποδύτη,  που θα στα παίρνει μια ζωή.  Εντάξει; Πικρή αλήθεια που ματώνει. Εγώ πάντως για να ξεθυμάνω λέω στον καραγκιόζη εισπράκτορα να πει στα αφεντικά του, τα λεφτά που κλέβουν από μένα, να τα φάνε στους γιατρούς και στα φάρμακα!
 
Σταματήσαμε για λίγο στη Λαμία, τη γνωστή ταγαρούπολη. Κακέκτυπο της πρωτεύουσας προς το χειρότερο. Κακές κατασκευές, σπίτια που δε βλέπονται, πολλά αυτοκίνητα, μποτιλιάρισμα και δεν συμμαζεύεται.  Ιδανικός τόπος για διακοπές!..
 
Μετά το διάσημο Λιανοκλάδι κάναμε αριστερά και, αφού διασχίσαμε τον μεγάλο κάμπο, πιάσαμε τους πρόποδες του βουνού. Του ωραίου κατάφυτου βουνού που σε εντυπωσιάζει. Σιγά - σιγά απολαμβάνοντας το μοναδικό τοπίο αρχίσαμε να ανεβαίνουμε προς την κορυφή.
 
Η διαδρομή το Φθινόπωρο ανάμεσα στη μελαγχολική φύση έχει άλλη διάσταση, είναι φανταστική.
 
Χρώματα, αρώματα και νερά που έτρεχαν ελεύθερα μας γαλήνευαν. Είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση. Όσο ανεβαίναμε, μια αίσθηση ελευθερίας, κάτι σαν μούδιασμα που άρχιζε από τα πόδια μου, με κυρίευε. Έμειναν πίσω μας, έστω και προσωρινά, οι σαρκοφάγες πολυκατοικίες και οι σωροί των σκουπιδιών, που με το αβάσταχτο  βαρύ “άρωμά” τους θυμιατίζουν το κλεινόν άστυ και τους πιστούς  κατοίκους του.
 
Η ανατροπή του σκηνικού επιδρά ευεργετικά και η διάθεση ανεβαίνει κατακόρυφα. Το αχνιστό χώμα, τα πράσινα δέντρα, τα γάργαρα νερά και η ανάσα της νοτισμένης γης μας έλεγαν σε όλους τους τόνους ότι η ζωή είναι εδώ!
 
Ανεβαίνοντας, μας καλωσόριζαν σεμνά τα πρώτα έλατα. Λίγα στην αρχή, δάσος ψηλότερα. Ευκαιρία για βαθιές ανάσες.
 
Τελικά,μετά απο πολλές άβολες στροφές, φτάσαμε στα χίλια εκατό μέτρα. Εκεί μας περίμενε ένα συμπαθέστατο ζευγάρι, μπροστά σ’ ένα όμορφο πέτρινο σπίτι, φυτεμένο στην πλαγιά. Άνετη αυλή με έλατα και απεριόριστη, εκπληκτική θέα. Όντως, από μπροστά είχε μεγάλη ορατότητα. Έβλεπες τον κύριο όγκο του φιλικού βουνού. Χαράδρες και πλαγιές καταπράσινες σε αιχμαλώτιζαν. Χαμηλά ακουγόταν το ποτάμι ως μουσική υπόκρουση της μοναδικής ζωγραφικής έκθεσης που έστησε για μας η αειφόρος φύση.
 
Ψηλά, στην κορυφή, είχε πέσει το πρώτο χιόνι και είχε ασπρίσει τη φράντζα του επιβλητικού, του περήφανου γίγαντα. Κάποιες στιγμές νόμιζα πως είχα αλλάξει ημισφαίριο!
 
Η θερμοκρασία είχε πέσει κάθετα. Η πτώση της έσφιγγε και αναζωογονούσε το κορμί μου, που μέχρι τότε ήταν νερουλό από την καθημερινή σάουνα της αιθαλομίχλης. Ησυχία απόλυτη, υγρασία αρκετή. Ήλιος, σύννεφα και ομίχλη σε δόσεις, με ανάλογες συναισθηματικές και ψυχολογικές ταλαντώσεις που εξουδετερώνουν την βαρύτητα και αισθάνεσαι ανάλαφρος. Τοσο ανάλαφρος που σου περνά από το μυαλό φευγαλέα η σκέψη, γιατί να μην πετάω και εγώ έστω από τη χαρά μου !
 
Το ζευγάρι που μας φιλοξενούσε ήταν αχτύπητο μέσα στις διαφορές του. Μπροστά μας γελούσαν σε πολλές παραλλαγές.  Ένα αρνί ψηνόταν στη γωνία παρά τη θελησή του, ενώ πολλά ζώα μάς περιτριγύριζαν. Λες και ήθελαν να παρακολουθήσουν και να συμμετέχουν στη θυσία (ξεκοκάλισμα).
 
Έξω από την καγγελόπορτα είχε αράξει ένα μεγάλο σταχτί σκυλί (ποιμενικός), πεινασμένο και σοβαρά τραυματισμένο από κάποια συμπλοκή, πιθανόν με λύκους. Ήταν φανερό ότι υπέφερε, πονούσε και πεινούσε. Το ταΐσαμε και το περιποιηθήκαμε όσο μπορούσαμε, αν και δεν είχαμε τα μέσα.
 
Η τσίκνα του αρνιού προσκάλεσε εν αγνοία μας κι άλλα δυο σκυλιά (ένα μελί και ένα μαύρο) που ήταν πολύ  φοβισμένα και βεβαίως πεινασμένα. Χωρίς αμφιβολία τα είχαν αφήσει νηστικά και πιθανόν να τα είχαν κτυπήσει. Μεγάλωσα στο χωριό και γνωρίζω καλά ότι οι χωριάτες  χρησιμοποιούν τα ζώα μέχρι να τα εξαντλήσουν. Τα ταΐζουν λίγο. Δεν τα αγαπούν. Θα έλεγα ότι είναι ιδιαίτερα σκληροί μαζί τους και πολλές φορές τα κτυπούν και τα βασανίζουν χωρίς λόγο. Η συμπεριφορά τους είναι επίδειξη δύναμης (κόμλεξ) σε συσκευασία διαστροφής. Αγνοούν ότι η σχέση με τα ζώα και τα φυτά είναι η πυλωτή του πολιτισμού.
 
Σιγά - σιγά και αφού τα ταΐσαμε καλά, τα σκυλιά ξεθάρρεψαν και γίναμε φίλοι. Δεν θέλει και μεγάλη προσπάθεια… Απόδειξη ότι μας πλησίαζαν  και επιζητούσαν να τα χαιδεύουμε. Σε αντίθεση με τα σκυλιά, δύο γάτες που μας κλωθογύριζαν είχαν το δικό τους χαβά. Δεν ήθελαν πολλα-πολλά μαζί μας με την εκτίμηση ότι “θα μας έβλεπαν και αύριο;” Άλλωστε είχαν εξασφαλίσει το φαΐ τους με το κυνήγι. Άλλο γάτα, άλλο σκύλος. Φίλος γίνεται ο σκύλος!
 
Μέσα στην αυλή του σπιτιού υπάρχουν τρία μεγάλα έλατα, καταπράσινα και τρυφερά, με εντυπωσιακή ανάπτυξη. Δεν χόρταινα να τα κοιτάζω και να καμαρώνω τη δύναμη για ζωή που είχαν. Δένουν απόλυτα μέ το πέτρινο σπίτι που φυλάνε.
 
Η εξώπορτα του σπιτιού έβγαζε σε μια όμορφη μικρή πλατεία. Ο πλάτανος δυσανάλογα μεγάλος με την έκταση της πλατείας σκέπαζε μια συνηθισμένη εκκλησία. Το απλό λιτό ηρώο πιστοποιούσε την συμφιλίωση “οι ... έπεσαν υπέρ πατρίδος”.  Άρα ήταν όλοι Έλληνες! Έτσι μπράβο. Ομονοήστε επί τέλους…  
 
Μετά τη σύντομη περιήγηση στον χώρο, καθίσαμε σ’ ένα τραπέζι και πήραμε  καφέ, απολαμβάνοντας το μεγαλείο της παρθένας φύσης. Δίπλα μας ήταν μια καρυδιά. Σε λίγο εμφανίστηκε ένας σκίουρος με ικανότητες ζογκλέρ. Έπιανε ένα καρύδι, το ξεφλούδιζε κι έφευγε από κλαδί σε κλαδί για τη φωλιά του.
 
Το απόγευμα εμφανίστηκε ξανά, πήρε πάλι ένα καρύδι και ακροβατώντας γύρισε στη φωλιά του. Έπαιρνε δηλαδή όση τροφή χρειαζόταν για να ζήσει. Αντίθετα, οι περισσότεροι άνθρωποι, χωρίς να πεινάνε, παραγγέλνουν πέντε πιάτα και τα μισά τα πετούν στα σκουπίδια. Έτσι μάθανε, έτσι τους αρέσει!  Κακό του κεφαλιού τους και το κρίμα απάνω τους! Μετά τρέχουν στους γιατρούς και διαπιστώνουν ότι μέσα τους χορεύουν ζεϊμπέκικο η χοληστερίνη και τα τριγλυκερίδια και το ουρικό οξύ, το δε ζάχαρο βαράει παλαμάκια! Έλλογο ον είναι ο άνθρωπος, όχι ο σκίουρος. Πού να εξηγώ τώρα! Απλώς, η βουλημία για μένα είναι απότοκος της παρά φύσει στερημένης ζωής που επιλέξαμε ή, έστω, μας επέβαλαν να ζούμε. Με το πολύ φαΐ γεμίζουμε το στομάχι μας και ξεχνάμε προσωρινά πόσο άδεια είναι η ζωή μας. Την άδεια μας ζωή που λες και την κακίζουμε την τιμωρήσαμε με ισόβια κάθειρξη. Την κλεισαμε δηλαδή σ’ ένα κελί (διαμέρισμα) και την ευνουχίσαμε, αγοράζοντας μια τηλεόραση και ζούμε για να τρώμε. Ενστάσεις δεκτές. Πάμε τώρα πάλι στο βουνό. Η ζωή είναι και θα είναι εκεί.
 
Κάποτε ψήθηκε το αρνί και ο πρόσχαρος δοτικός οικοδεσπότης μάς κάλεσε στο τραπέζι που είχε στρωθεί κατω από το καλοντυμένο  έλατο. Το γεύμα ήταν υπέροχο. Δεν χορταίναμε. Ενδιάμεσα, φροντίσαμε να ταΐσουμε και τα σκυλιά κι έναν κοτσωνάτο, αρσενικό γάτο με τον οποίο έγινε πολλή πλάκα. Αφού τον τάισα του σκασμού προσπάθησα να τον πλησιάσω αλλ’ απέτυχα. Εξαφανίστηκε και με θυμήθηκε την άλλη μέρα που πείνασε! Δεν του έδωσα άλλη ευκαιρία. Ασχολήθηκα με τα σκυλιά που αν μη τι άλλο σου κουνάνε την ουρά.
 
Η οικοδέσποινα έδωσε ρεσιτάλ. Όλα στην ώρα τους, ζεστά και νόστιμα. Κρατώ σημείωση και για τις ψητές και  για τις τηγανιτές πατάτες. Δεν θα ήταν υπερβολή να πω ότι κάθε επιθυμία μας ήταν για αυτήν προσταγή που την εκτελούσε πάντα χαμογελαστή.
 
Καθώς τρώγαμε στις ιδανικές αυτές συνθήκες, έπεσε το μάτι μου σ’ ένα τετράγωνο χαρτί που ο οικοδεσπότης είχε κολλήσει από τη μέσα πλευρά της καγκελόπορτας. Είχε ζωγραφίσει το κεφάλι ενός σκύλου και από κάτω έγραφε “προσοχή σκύλος”. Τρομάξαμε να καταλάβουμε τι είχε συμβεί. Ο ίδιος αυθεντικά μας εξήγησε ότι είχε βάλει το χαρτί από μέσα για να μην ξεχνά ο ίδιος (!) ότι υπάρχουν σκυλιά έξω από το σπίτι. Καμιά φορά το πολύ οξυγόνο δημιουργεί υπερβολικές καύσεις και στον εγκέφαλο γίνεται το μέσα έξω! Ή το έλα να δείς! Δεν τον κοντράραμε και συνεχίσαμε να τρώμε και να πίνουμε σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Δείξαμε την απαιτούμενη κατανόηση. Σκεφθήκαμε ότι όταν κοιμηθεί, θα του περάσει! Όπως κι έγινε. Βουνό είνα αυτό. Δεν είναι παίξε γέλασε!
 
Ο ήλιος έπαιζε συνεχώς κρυφτό με τα σύννεφα καθώς κατηφόριζε αργά, αλλά σταθερά γιά απόσυρση. Σε λίγο θα τέλειωνε η ημέρα και θα ακολουθούσε η άγνωστη, μυστήρια νύχτα του γκιώνη και της κουκουβάγιας.
 
Εξαντλήσαμε την αντοχή μας στο κρύο και την υγρασία γιατί η θέση, η θέα και το γλυκό φθινοπωρινό λιόγερμα, ήταν υπέροχα. Το τοπίο σκοτείνιαζε σιγά - σιγά και όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν στο τζάκι. Εκεί που σμίγουν οι άνθρωποι ανοίγονται οι καρδιές τους και  μπροστά στη φωτιά και τα λένε όλα. Και τι δεν λένε. Άμα πιούν δε και κανένα τσίπουρο, με πατάτα ψητή, κάστανα ή κυδώνι, τότε... πάνε για πρωτάθλημα! Είναι γνωστό ότι η φωτιά ασκεί άμεση κι έντονη επίδραση στον άνθρωπο, από τότε που του την έδωσε ο Προμηθέας.
 
Δυσκολευτήκαμε ν’ ανάψουμε το τζάκι, γιατι κι αυτό έχει τα μυστικά του. Θέλει δηλαδή μυαλό και προσάναμα. Δεν ανάβουν εύκολα τα ελατόξυλα. Καμία σχέση με την ελιά, το πουρνάρι και την οξιά. Τελικά τα καταφέραμε και το τζάκι άναψε!
 
Μαζευτήκαμε όλοι γύρω - γύρω, με διάθεση χαλαρή, περιπαικτική για να κάνουμε καλαμπούρι. Τα πειράγματα έδιναν και έπαιρναν. Κάτω ήταν στρωμένη μία κατακόκκινη φλοκάτη που κοκκίνιζε περισσότερο από τη φωτιά.  Ο οικοδεσπότης, καλή πάστα ανθρώπου, με αρχές και ασύμβατο   μηχανισμό επικοινωνίας. Γελούσε συχνά και πηγαία. Ήταν οπαδός της σχολής “δος ημίν σήμερον”. Γνώριζε καλά και τα ψηλά και τα χαμηλά. Μεγάλο προσόν αυτό. Λίγοι άνθρωποι το βιώνουν. Για αυτό το τραγουδάει με επιτυχία ο λαός: “Απ’ τα ψηλά στα χαμηλά κι απ’ τα πολλά στα λίγα”. Απέστρεφε τις σκέψεις του και το πρόσωπό του από τις υποχρεώσεις του, κι έλεγε, “αφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι”. Πειράζει που η συγχώρεση αφορούσε το ΙΚΑ και το ΤΕΒΕ; Σε κάθε περίπτωση δεν σκοτιζόταν για το αύριο. Ζούσε τις στιγμές, όπως έλεγε. Τους ζηλεύω αυτούς τους ανθρώπους. Μάλλον ζουν καλύτερα από μένα. Εννοώ με λιγότερο άγχος, δηλαδή δεν θέλουν σε καμμία περίπτωση να πεθάνουν πριν πεθάνουν. Και αυτή η στάση ζωής προϋποθέτει κατάλληλο, ασύμβατο πρόγραμμα!
 
Η οικοδέσποινα τα πήγαινε καλά με τον χρόνο και τη σιλουέτα της. Φορούσε κομψά γιαλιά και θα μπορούσε άνετα να γίνει διαφήμιση οπτικού οίκου. Οι φίλοι μου ειναι αξιόλογα προικισμένα παιδιά που κάνουν καλή παρέα. Δίπλα στο τζάκι μαζί με τα ελατόξυλα κάψαμε και τ’ απωθημένα μας και ταυτόχρονα ζεσταίναμε τις αναμνήσεις μας.
 
Ήταν έντονη η τάση για ψυχανάλυση και δούλεψε αρκετά καλά. Οι οικοδεσπότες και από κοντά εγώ μιλήσαμε για τη ζωή μας και τις επιλογές μας. Οι φίλοι μου έπαιξαν επιτυχώς τον ρόλο του συντονιστή με ουσιαστικές παρεμβάσεις. Η οικοδέσποινα από νευρικότητα, ίσως από αμηχανία, συνδαύλιζε διαρκώς τη φωτιά. Προφασιζόταν ότι της άρεσε. Πιστεύω πως ήθελε να μας ζεστάνει ή ήθελε να μας φλομώσει με τον καπνό και να τα πούμε όλα. Όπως η μακαρίτισσα η Πυθία. Τα πέτυχε και τα δύο! Πηγαίνοντας για ύπνο στις 2 τα μεσάνυκτα διαπίστωσα ότι κοντά στο τζάκι έχεις την ευκαιρία να μάθεις ποιόν έχεις δίπλα σου. Δεν είναι λίγο. Φρονώ πως είναι πολύ σπουδαίο. Επιμένω ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει στην άμορφη πόλη και τις πάσης φύσεως συναγωγές της. Εξαίρεση αποτελούν οι μαζώξεις του ΚΚΕ και οι συναξεις των ιεχωβάδων. Εκεί είναι τρομακτική η μέθεξη. Μπαίνεις ξύπνιος και βγαίνεις κοιμισμένος κρατώντας σε προβολή τον ριζοσπάστη η το ξύπνα αντίστοιχα!
 
Την άλλη μέρα το πρωί, σηκώθηκα χωρίς έγνοια αν θα προλάβω το λεωφορείο και πήρα τον χωματόδρομο για το δάσος. Πολλά νερά, πολλά δέντρα. Η πρωινή πάχνη είχε μαλακώσει για καλά  τον τόπο. Πρόσεχα και θαύμαζα τα αποξηραμένα φυτά. Ήταν μαγεία.  Είχαν κι αυτά τη χάρη και την ομορφιά τους κι ομόρφαιναν το ήρεμο  τοπίο.
 
Λίγο παρακάτω συνάντησα τον μπάρμπα - Γρηγόρη. Έβοσκε καμιά δεκαριά γίδες. Τον ρώτησα πόσο χρονών είναι. Ακούμπησε πάνω στην γκλίτσα και με καμάρι μου απάντησε: “Ογδόντα παρά δύο”.  Παραπονιόταν ότι έχει μολυνθεί η φύση… Τι να πούμε εμείς που ζούμε σε διαρκή νάρκωση, του απάντησα. Σεβάστηκα τις οκτώ δεκαετίες και συνέχισα να περπατώ. Παρατηρούσα τα καλλιεργήσιμα χωράφια που είχαν σχεδόν αγριέψει. Σκέφτηκα ότι την περίοδο αυτή η γης βρίσκεται σε ωορρηξία. Χρειάζεται υνί και σπόρο για να γκαστρωθεί. Μαραζώνει όπως κάθε θηλυκό όταν μένει χέρσα. Παλιά σε τούτα τα χωράφια καλλιεργούσαν φασόλια. Ένα σπάνιο είδος που τώρα έχει χαθεί.
 
Προς το μεσημέρι ήρθε επίσκεψη ο ανεψιός του οικοδεσπότη, μαζί με μια γλυκύτατη κοπέλα, που ακολουθούσε το προτεταμένο χαμόγελό της. Αυτά τα παιδιά, εδώ και αρκετά  χρόνια, πήραν μια μεγάλη απόφαση. Να γίνουν αγρότες και να ζήσουν κοντά  στη φύση, σ’ ένα μεγάλο κτήμα, με πολλά νερά. Ο νεαρός άντρας μου έλεγε ότι πήγε στον Δήμαρχο της περιοχής και του ζήτησε να ανοίξει τον δρόμο με μια μπουλντόζα. Ο κακοήθης - διεφθαρμένος δήμαρχος του ζήτησε 10.000 ευρώ, τα οποία βέβαια  ο νεαρός δεν είχε. Αποτέλεσμα της επαίσχυντης απόπειρας για αρπαχτή του εκλεγμένου τοπικού λήσταρχου είναι ότι το παλληκάρι προσπαθεί να στήσει την αγροτική του μονάδα και να ορθοποδήσει χρησιμοποιώντας ένα κατσικόδρομο. Και μετά η κραγμένη πολιτική ηγεσία του άτυχου τόπου προπαγανδίζει τα κίνητρα που δίνει σε νέους αγρότες. Η λέξη αίσχος δεν αποδίδει το βάθος της διαφθοράς και της αναλγησίας τους.
 
Με ιδιαίτερη ικανοποίηση μας περιέγραφε ότι στο συγκεκριμένο κτήμα είχε φυτέψει εκατόν είκοσι καστανιές, πολλές κερασιές και είχε δημιουργήσει προϋποθέσεις (δεξαμενή) για να εκτρέφει πέστροφες. Το παράπονο και η πίκρα του επικεντρώνονταν στην αδιαφορία των ιθυνόντων και της Διοίκησης γενικά, που όχι μόνον δεν τον στήριζαν, αλλά τον πολεμούσαν. Ήδη προσπαθούν παρανόμως να περάσουν ένα δρόμο μέσα από το κτήμα του. Αυτό σημαίνει αντιδικία και χρήματα που όπως δήλωσε τίμια ο νεαρός άντρας δεν έχει. Πιστεύω ότι αν είχε δώσει τα 10.000 ευρώ, θα γινόταν αποδεκτός και συμβατός με το διεφθαρμένο σύστημα. Φεύγοντας του δήλωσα ότι είχα τη διάθεση να τον βοηθήσω αφιλοκερδώς όπου χρειαστεί.
 
Κατά τις 5 το απόγευμα άρχισε η επιστροφή. Αφήναμε πίσω τα έλατα που δεν προλάβαμε να τα χαρούμε Είχαμε κερδίσει χωρίς διαγωνισμό δύο λειψές μέρες ανάπαυσης και αναψυχής “εν τόπω χλοερώ”, όπως διαφημίζει και η εκκλησία για τη μετά θάνατον ζωή. Φοβερό επικοινωνιακό τρικ. Σπάει ταμεία. Η διαφορά είναι ότι εμείς δεν πεθάναμε ακόμη και ούτε έχουμε καμιά τέτοια διάθεση και επί πλέον δεν τσιμπάμε στις διαφημίσεις.
 
Εμείς χωνέψαμε ότι τέτοιου είδους αποδράσεις επιδρούν καταλυτικά στην παθογένεια της εποχής. Ορκιστήκαμε ακουμπώντας τις παλάμες μας στο κορμό του έλατου ότι θα ξαναπάμε ...Δεν θα πεθάνουμε ποτέ κουφάλα νεκροθάφτη! 
 
Φώτης Ανδρέου
 

 

Your rating: None Average: 4.6 (5 votes)