Δευτέρα 7 Μαΐου 2018


Μην Κρυώσεις...

“Ένας Έλληνας στα φανάρια” θα ήταν ο τίτλος του άρθρου που είχα αποφασίσει να γράψω.

Η γνωριμία μας έγινε το Φθινόπωρο, σε ένα φανάρι της οδού Βουλιαγμένης. Στο φανάρι που “στρίβω” καθημερινά... Γι’ αυτόν τον λόγο, τον πέτυχα την “πρώτη” μέρα στη “δουλειά”.

Το παράθυρο μου μισοκατεβασμένο και, αριστερά μου, ένας “κύριος” ντροπαλός. Εάν δεν έπεφτε το βλέμμα μου στο κοντάρι που κρατούσε πίσω του, σχεδόν κρύβοντας το, θα πίστευα ότι ήθελε να περάσει τον δρόμο. 

Εγώ του έκανα νόημα να “καθαρίσει” το τζαμί. O ίδιος δεν πήρε καμία πρωτοβουλία.

Όση ώρα “εργαζόταν”, αισθανόμουν ότι θα ξεπροβάλλει κάποια τηλεοπτική κάμερα, ότι ζούσα κάποια φάρσα...

Αυτός ήταν και ο λόγος που του έδωσα κάτι “παραπάνω”, ίσως και κάτι “υπερβολικό”.

Αυτή μου τη χειρονομία τη δικαιολόγησα στον εαυτό μου, συλλογιζόμενη ότι είχα παρά πολύ καιρό να δώσω χρήματα στους Πακιστανούς που συναντώ στη μεγάλη καθημερινή μου διαδρομή “σπίτι - δουλειά και δουλειά - σπίτι”.

Η έκπληξη μου δεν ήταν γιατί ήταν καλοντυμένος, καθαρός και κύριος”. Έκπληξη μου προξένησαν τα άπταιστα ελληνικά του και η ευγένεια. 

Γι’ αυτό, χωρίς να το σκεφτώ, ξεστόμισα “´Έλληνας” μονομιάς... Και ταυτόχρονα ένιωσα αμηχανία, γνωρίζοντας ότι τον έφερνα σε “δύσκολη θέση” εκείνη την ημέρα... Το φανάρι “πρασίνισε” κόβοντάς μας την κουβέντα.

 

Από τότε, στη σχεδόν καθημερινή μας επαφή (άλλοτε με “έπιαναν” τα φανάρια, άλλοτε όχι) μου εκμυστηρεύτηκε, ότι στο παρελθόν είχε δική του επιχείρηση και οικογένεια... ότι δούλευε υπάλληλος για μερικούς μήνες...  μέχρι που έμεινε άνεργος, και τα 56 του χρόνια τον “δυσκόλεψαν” να βρει εργασία... “αναγκάζοντας” τον να κάνει “κάτι” για να επιβιώσει

Ήταν πάντα καθαρός, προσεγμένος και πολύ ευγενικός.

Απλά, με τον καιρό... “χειμώνιασε” και το παράθυρο του αυτοκινήτου “έκλεισε”.
Βρήκα τον εαυτόν μου άλλοτε να “χαζεύει” προς τα δεξιά, προσποιούμενη ότι δεν τον έβλεπα που στεκόταν αριστερά και άλλοτε κάνοντας ότι “μιλώ” στο τηλέφωνο.

 

 
Και πάλι, είχα μια δικαιολογία...

 
Δεν είχα όρεξη γι’ αυτό το “καθημερινό” ή το “υποχρεωτικό”...

 
Για να ενισχύσω την αντίδραση μου αυτήν, άρχισα να τον παρατηρώ, εξασφαλίζοντας τη σπουδαία δικαιολογία, ότι οι κινήσεις του έχουν γίνει πιο “επαγγελματικές”, με αλλά λόγια, το είχε κάνει “business”.

 

Το Σάββατο 22 Δεκεμβρίου, η θερμοκρασία έδειχνε επτά βαθμούς.
Αυτό το χειμωνιάτικο πρωινό, πλησιάζοντας στο φανάρι... δεν κοίταξα δήθεν δεξιά, ούτε μιλούσα στο τηλέφωνο. Είχα αποφασίσει να ευχηθώ στον “φίλο” μου για τις γιορτές και, γι’ αυτόν τον λόγο, κατέβασα το παράθυρο, όταν τον είδα αυθόρμητα να έρχεται.

“Κλείσε το παράθυρο, θα κρυώσεις”, μου είπε χαμηλόφωνα, ξαφνιάζοντάς με.

“Εσείς;..” , τον ρώτησα.

Η απάντησή του ήρθε με μια κίνηση, δείχνοντας μου ότι τα δυο του χέρια ήταν βαθιά χωμένα μέσα στο μπουφάν που φορούσε.

Καλές Γιορτές”, μου είπε χαμογελώντας... Ενώ εγώ επέμενα να πάρει τα χρήματα που κρατούσα.

“Να ευχηθώ ήθελα. Όχι για να καθαρίσω το τζαμί σας, άλλωστε ετοιμάζεται να βρέξει”…

 

Απομακρύνθηκα αναγκαστικά αφού ο χρόνος μου “τελείωσε”.

Ομολογώ ότι εγώ επέμεινα, αλλά ούτε στιγμή δεν έβγαλε τα δυο του χέρια μέσα από το μπουφάν. Σε έναν τόσο ευγενικό άνθρωπο δεν του “πετάς” τα χρήματα... Για να μην τον προσβάλεις.

Έφυγα, κουβαλώντας τύψεις για κάθε φορά που τον έκρινα, για κάθε φορά που κοίταξα δεξιά ή κάνοντας ότι μιλούσα στο τηλέφωνο.

Έφυγα, νιώθοντας μια απέραντη “ζεστασιά” από τα λόγια ενός “ξένου” που “ενδιαφέρθηκε” ... να μην κρυώσω.

 

Έφυγα, με την σκέψη και την ευχή ο νέος χρόνος να μας γεμίσει με αισθήματα και πράξεις ζεστασιάς για τον άνθρωπο της ανάγκης... τον "ξένο", που δεν είναι και τόσο ξένος όσο φαίνεται. Ίσως να είναι προέκταση του εαυτού μας, και τον δικών μας αναγκών. Μήπως είναι αυτός ο “ξένος” (όπως κάθε “ξένος”), ο “πλησίον”, που τον ξεχνάμε πάντα, μέχρι “κάτι” να μας τον θυμίσει; Ίσως κάποια ευχή ή το ενδιαφέρον του για εμάς;

 

 

 

Angie Bournas

 

Your rating: None Average: 4.9 (11 votes)