Πέμπτη 5 Ιουλίου 2018


Άμφια για όλους

 
 
Μέχρι πρότινος, ιερέας στο Φτερνό ήταν ο Παπαγιώργος, κατά κόσμον Μπαρμπαγιώργος, όπως ήταν γνωστός σε όλη την Κωλοπετινίτσα μέχρι τα 40 του, οπότε και αποφάσισε να γίνει παπάς για να βολευτεί, κατά τα άλλα γεωργός και κτηνοτρόφος από τα γεννοφάσκια του. Ήταν τόσο βαθιά στο DNA του οι αγροτικές δουλειές, που βιαζόταν να τελειώσει τη λειτουργία τις Κυριακές, γιατί έξω από την εκκλησία τον περίμενε ο γάιδαρος να πάνε στο χωράφι. Αν αργούσε η λειτουργία γκάριζε ο γάιδαρος, ώστε να επισπεύσει ο Παπαγιώργος τις τελετουργίες. Ακούγανε και οι γριές το γκάρισμα και έκαναν το σταυρό τους, σου λέει, είναι και ο Παπαγάϊδαρος εδώ, ψέλνει κι αυτός ο καημένος, βοήθειά μας. Πραγματική κατάνυξη.
 
Πέρυσι ιερουργούσε στο Φτερνό ο νέος Μητροπολίτης Ελομένης και πάσης Αλωπεκής, ο Θεόβλητος, μαζί με τον Παπαγιώργο και άλλους παπάδες από την περιοχή. Ξαφνικά, στη μέση της λειτουργίας, και ενώ ο δεσπότης ήταν ακόμη στο θρόνο, γκαρίζει ο γάιδαρος και ξυπνά τα ανακλαστικά του Παπαγιώργου, ο οποίος πετάει αμέσως ένα “Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων Ημών” και όλοι σάστισαν. Ευτυχώς αντέδρασε ο δεσπότης και βροντοφώναξε ένα “Ειρήνη Πάσι” για να καλύψει το λάθος - και για να μην φύγει και ο κόσμος τόσο νωρίς, που ακόμη δεν είχε βγει ο επίτροπος με τον δίσκο.
 
Εδώ και ένα χρόνο σχεδόν, ο Παπαγιώργος έχει βγει στη σύνταξη και ο δεσπότης έχει τοποθετήσει ένα νεαρό ιερέα, ονόματι Παπαβαγγέλη, πρώην ψήστη σε ταβέρνα, ο οποίος δεν σκαμπάζει το παραμικρό περί τα εκκλησιαστικά, δημιουργεί διαρκώς φαιδρά επεισόδια και προκαλεί δυσμενή σχόλια. Πήγε να κάνει κηδεία κάπου και όταν φύσηξε λίγο ο αέρας είδαν οι πιστοί ότι κάτω από το ράσο ήταν με το σώβρακο, άσε που αντί για παπούτσια φορούσε σαγιονάρες, οπότε οι πιστοί σκανδαλίστηκαν, καλύτερα τσαρούχια να έβαζε, σου λέει, παρά σαγιονάρες, που βλέπουμε τις βρωμοποδάρες του και ποιός ξέρει από πότε έχει να τις πλύνει. Έβαλε δε ο Παπαβαγγέλης έναν Φτερσάνο (έτσι λέγεται στην τοπική διάλεκτο ο κάτοικος του Φτερνού) να επισκευάσει το σπίτι του για να το νοικιάσει, αλλά μόλις το σπίτι ήταν έτοιμο και επιπλωμένο, μέχρι και γκιογκιό σε κάθε δωμάτιο τοποθέτησε ο Φτερσάνος, ο Παπαβαγγέλης αποφάσισε να εγκατασταθεί στη Ράχη, ένα άλλο χωριό καμιά τριανταριά χιλιόμετρα πιο πέρα, που ήταν γνωστό για τα ωραία του φρυγαδέλια, και να πηγαινοέρχεται στο Φτερνό όταν απαιτείται, δηλαδή, μια-δυό φορές την εβδομάδα.
 
Έλα όμως που αυτά τα ταξίδια είναι προβληματικά, γιατί είναι και ξεχασιάρης ο Παπαβαγγέλης. Τη μια φορά πήρε τα άμφιά του μαζί, για να λειτουργήσει, αλλά ξέχασε το πετραχήλι, οπότε η παπαδιά του έδωσε μια ποδιά κεντητή που είχε να τη φορέσει κάτω από το φελόνι. Ο κόσμος παραξενευόταν, αλλά δεν είπαν τίποτε, νόμισαν πώς βγήκε νέα μόδα στα πετραχήλια.
 
Την άλλη φορά ξέχασε να πάρει μαζί του νάμα (δηλαδή, κρασί) για την κοινωνία, και αποφάσισε να τελέσει τη λειτουργία εικονικά, με άδειο το δισκοπότηρο. Σκέφτηκε πως δεν θα ερχόταν κανείς να κοινωνήσει ούτως η άλλως, οπότε ούτε γάτα ούτε ζημιά. Έλα όμως που εμφανίστηκε μια γριά και ήθελε ντε και καλά να μεταλάβει. Ο παπάς έκανε πως δεν την είδε και είπε κατ’ ευθείαν το “Σώσον ο Θεός τον Λαόν σου” και ξαναμπήκε στο ιερό. Η γριά όμως δεν το έβαζε κάτω, αφού ψιλοφώναξε λίγο (στου κουφού την πόρτα), περίμενε να τελειώσει η λειτουργία και πήγε από την πλαϊνή πόρτα του ιερού και τον κάλεσε:
 
-         Πάτερ Ευάγγελε, θέλω να μεταλάβω.
-         Δεν είναι ώρα τώρα, έπρεπε να παρουσιαστείς όταν είπα το “Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε”.
-         Μα παρουσιάστηκα, δεν με είδατε; Δεν είμαι και καμιά μικρούλα, οχτακόσιες οκάδες ζυγίζω.
-         Τώρα δεν γίνεται, έκανα κατάλυση (δηλαδή, το ήπιε αυτός το περιεχόμενο του δισκοπότηρου).
-         Μα πότε προλάβατε;
-         Δεν πρέπει να μένει το σώμα και αίμα του Χριστού γιατί μπαγιατεύει και είναι αμαρτία.
 
Το θέμα έφτασε στον Δεσπότη, που τον έθεσε σε αργία για τρεις μήνες και από τότε τον έχει στη μπούκα του κανονιού. Είναι που θεωρήθηκε απλή αμέλεια, που δεν έδωσε κοινωνία στη γριά, γιατί αν προέκυπτε ότι όλη η λειτουργία ήταν εικονική, με το δισκοπότηρο άδειο, θα την είχε βάψει για καλά ο Παπαβαγγέλης και θα αναγκαζόταν να αποσχηματιστεί και να επιστρέψει στην ταβέρνα, μόλις που είχε βολευτεί...
 
Μια άλλη φορά πήγε στο Φτερνό ο Παπαβαγγέλης να κάνει κατηχητικό στα παιδιά και το μάθημα της ημέρας ήταν τα άμφια του ιερέως. Επειδή είχε ξεχάσει τα δικά του στη Ράχη, ως συνήθως, δανείστηκε τα άμφια του συνταξιούχου, πλέον, Παπαγιώργου, και έκανε ερωτήσεις στα παιδιά δείχνοντάς τα:
 
-         Τι είναι αυτό;
-         Στιχάριο, έλεγε το παιδί.
-         Μπράβο, δικό σου, το κέρδισες.
-         Μα τί να το κάνω, εγώ δεν φοράω τέτοια.
-         Βρε πάρτο που σου λέω και θα σε φωτίσει η Βαγγελίστρα τί να το κάνεις.
 
Με τον τρόπο αυτό μοίρασε όλα τα άμφια.
 
Η ιστορία έφτασε στο Θεόβλητο πάλι, ο οποίος κάλεσε τον Παπαβαγγέλη σε απολογία.
 
-         Δεν τα μοίρασα, είπε ο Παπαβαγγέλης, αλλά τους τα έδωσα να τα πάρουν σπίτι τους να τα μελετήσουν και μετά να μου τα επιστρέψουν. Μάλλον δεν κατάλαβαν καλά.
 
Ο Παπαγιώργος τώρα κάνει αγώνα να τα μαζέψει, ευτυχώς που δεν λειτουργεί πλέον αλλά πηγαίνει κάθε Κυριακή κατ’ ευθείαν στο χωράφι με τον γάιδαρο. Εκεί δεν χρειάζεται άμφια.
 
Εν τω μεταξύ, ο τρελός του χωριού εθεάθη να κυκλοφορεί μπροστά στο κεντρικό καφενείο φορώντας ένα πετραχήλι.
 
Γεράσιμος Φουρλάνος
 
Your rating: None Average: 4.3 (29 votes)