Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2019


Απονομή Δικαιοσύνης, άλλως άλλα λόγια να αγαπιόμαστε…

ΑΠΟ ΑΛΛΗ ΜΑΤΙΑ
Ιούνιος 2011, ώρα… Βρίσκομαι στο υπόγειο του γνωστού κτιρίου 16, στην εισαγγελία. Μόλις κατέβεις τη σκάλα, πρέπει να είσαι ιδιαίτερα προσεκτικός για να μην χτυπήσεις στο ταβάνι. Είναι χαμηλοτάβανο για να σε προετοιμάσει να υποκύψεις στις προσταγές της ανελέητης εξουσίας. Δεξιά και αριστερά υπάρχουν μικροπωλητές. Φωτοτυπίες, καφέδες, σάντουιτς. Όλοι τους με απλωμένα τα χέρια ζητούν να τους προτιμήσεις. Όπως στη λαϊκή αγορά αγοράζεις αγκινάρες, μάραθο, δυόσμο και μαϊντανό, εδώ αγοράζεις αιτήσεις με καρφιτσωμένα ένσημα, παραστάσεις και παράβολα, ιδανική γαρνιτούρα για μια γευστική έγκληση, να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει.
 
Αφού διασχίσεις τους πάγκους των μικροπωλητών που αλληλοϋποβλέπονται, φτάνεις (πάντα σκυφτός!) σ’ ένα μεγαλύτερο χώρο. Εκεί υπάρχουν αραιά, ρυπαρά καθίσματα για να κάθονται οι συνοδείες, δηλαδή οι δύστυχοι κρατούμενοι και από κοντά τα ντόπερμαν της εξουσίας. Οι αστυνομικοί είναι ντυμένοι με “συμβατικές” ενδυμασίες, κάνουν δηλαδή λούφα και παραλλαγή, όπως λέγαμε και στον στρατό. Οι κρατούμενοι, ζευγάρια σαν τα κεράσια, είναι αξύριστοι, ρυπαροί και ξενύχτηδες. Φοράνε τα “βραχιόλια”, όπως αποκαλούν ειρωνικά τις χειροπέδες τα όργανα της τάξης, και κλαίνε τη μοίρα τους. Για να πιει τον καφέ του ο ένας, πρέπει να σηκώσει το χέρι του και ο άλλος. Άθλιο - φρικτό θέαμα, θυμίζει άλλες εποχές ή απλώς ζωοπανήγυρη.
 
Δεξιά τω εισερχομένω, είναι οι γραμματείς. Βρίσκονται πίσω από γυάλινο διάζωμα και τα χαρτιά τα παραλαμβάνουν από χαραμάδες, όπως οι ταμίες στις τράπεζες. Κάθε ομοιότητα είναι τελείως συμπτωματική. Οι γραμματείς, γνωστοί εκ της συναλλαγής, έχουν πρόσωπα ανέκφραστα και συνήθως κάτι λείπει ή κάτι “θέλουν”. Είναι οι γνωστοί τυμβωρύχοι των δικογραφιών. Ακούγεται πως έχουν ωφεληθεί σημαντικά από αυτή τη δουλειά. Γνωρίζουν πολύ καλά συγκεκριμένες διατάξεις και, με ύφος υποτιμητικό, καθοδηγούν και τους συνηγόρους στις ατραπούς του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Καμώνονται πως είναι αυθεντίες.
 
Μεταφέρω τον συνήθη πίνακα: Υπάρχει τουλάχιστον ένας κρατούμενος, αξύριστος, δέσμιος, ξενύχτης, τυλιγμένος σε μια κόλα χαρτί (δικαστική απόφαση), η οποία συνήθως παρουσιάζει πολλαπλά κατάγματα. Έχει τηλεφωνήσει επανειλημμένως στους δικούς του και ζητά “οδική βοήθεια”. Δηλαδή, τους ζητά να μαζέψουν λεφτά. Τα λεφτά που είναι το αντίτιμο της ελευθερίας του και το καύσιμο για την απονομή της δικαιοσύνης. Υπάρχει ο αστυνομικός, με ύφος “μπλαζέ”, με το πουκάμισο έξω από το παντελόνι, με τζιν, παπούτσια σπορτέξ και μασά ανέμελα μία τσίχλα. Είναι άνετος. Έχει άποψη για όλα. Και μην ξεχνάμε, αυτός είναι το κράτος, όπως έχει ακούσει από επίσημα πρωθυπουργικά χείλη.
 
Οι γραμματείς, άριστοι σεναριογράφοι, σκηνοθέτες, που ανεβάζουν κάθε μέρα το ίδιο έργο. Αίτηση αναστολής, αναβολή εκτέλεσης, αίτηση συγχώνευσης… Ανήκουν σε νευραλγικό κλάδο της δικαιοσύνης και αλίμονο σου αν δεν το ξέρεις.
 
Όλοι αυτοί κινούνται πέρα - δώθε στην αυλή του άρχοντα, που είναι εγκατεστημένος στο γραφείο, αριστερά τω εισερχομένω. Υπάρχει και πινακίδα που γράφει: «Εισαγγελέας Εκτέλεσης Ποινών». Προς Θεού! Όχι κρατουμένων.
 
Μπροστά σ’ ένα μικρό γραφείο, υπάρχει ένας playmobile αστυνομικός, με στολή παρακαλώ! Αν ζούσαμε σε άλλες εποχές θα μπορούσε να ήταν γιουσουφάκι του Βεζίρη. Έχει αναλάβει δύσκολο πνευματικό έργο και χρειάζεται μεγάλη προσοχή: Ανοιγοκλείνει την πόρτα!
 
Μέσα σ’ αυτή τη ζοφερή ατμόσφαιρα, αναγκάστηκα να συναντήσω ένα φίλο μου κρατούμενο και, παρά τη θέλησή μου, έπαιξα το ρόλο του συνηγόρου του, τρομάρα μου! Τον συνέλαβαν τα λαγωνικά, όταν πήγε στο Αστυνομικό Τμήμα να θεωρήσει την υπογραφή του! Εκεί βρήκαν πως είχε καταδικαστεί κάποτε, πριν 10 χρόνια περίπου, γιατί άκουγε παράνομα μουσική σ’ ένα μπαρ που επιχείρησε να ανοίξει. Τον κυνήγησε η γνωστή ΑΕΠΙ με τους αετονύχηδες, που διαθέτει. Οι ποινές που είχε φάει ερήμην ήταν 12 μήνες, 7 μήνες και 2 μήνες και μεγάλες χρηματικές ποινές. Οι αποφάσεις βρίσκονταν στα όρια της παραγραφής. Ωστόσο, υπήρχαν περιθώρια άμυνας με την άσκηση ένδικων μέσων, υπό την ασφαλή προϋπόθεση ότι ο Κέρβερος κύριος εισαγγελέας θα δέχονταν να αναβάλλει την εκτέλεση των ποινών.
 
Υπάρχει σαφής πρόβλεψη από τον Νόμο, άρθρ. 555, 556 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Ο κρατούμενος, σωστό ερείπιο, με τις χειροπέδες στα χέρια, ήταν άνεργος, πατέρας ενός παιδιού 1 ½ έτους, κλασικό θύμα της αναθεματισμένης οικονομικής κρίσης, όπως κατέληξαν να αποκαλούνται τα τερτίπια του καπιταλισμού. Αφού ετοιμάστηκε πρώτα το σενάριο (αίτηση) και εγκρίθηκε από τον Σκηνοθέτη – Γραμματέα, ο κρατούμενος κι εγώ με τη σύμφωνη γνώμη του playmobile αστυνομικού διαβήκαμε την πόρτα του κ. Εισαγγελέως. Συναντήσαμε αριστερά μια εντυπωσιακoύ περιγράμματος γυναίκα εισαγγελέα και δεξιά έναν άντρα, στον οποίο έπεσε ατυχώς ο κλήρος για να εξετάσει την υπόθεσή μας. Φαινόταν αρκετά άνετος και παρακολουθούσε στον Η/Υ τα γεγονότα της πλατείας Συντάγματος. Μονολογούσε, χειρονομούσε και εξέφραζε κάποιες σκέψεις, όπως κάνουν οι προπονητές στο μπάσκετ ή στο ποδόσφαιρο. Δυστυχώς δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω τι οδηγίες θα έδινε αν ήταν στο Σύνταγμα ή ακόμα αν θα μπορούσε να διακρίνει ποιες εντολές και ποιο έργο εκτελούσαν οι κουκουλοφόροι ή πιο απλά, ποιος τους είχε βάλει να σπάνε και να ρημάζουνε. Αν τα γνώριζε αυτά, πιθανόν να έκανε κάποιες αλλαγές στην ομάδα.
Ο κ. εισαγγελέας άνετος ξεφύλλισε απλώς την αίτηση αναβολής εκτέλεσης και με σκωπτικό ύφος έκανε το ακόλουθο σχόλιο, χωρίς να κοιτάξει τον κρατούμενο: «Είσαι αυτοφωράκιας, εε;»
 
Πήρα τον λόγο και του ανέπτυξα τους βάσιμους ισχυρισμούς. για τους οποίους ζητούσαμε αναβολή εκτέλεσης των ποινών. Έβαλα πάνω στο γραφείο του και έγγραφα που στήριζαν τους ισχυρισμούς μας. Η απάντηση που μου έδωσε ήταν τουλάχιστον απροσδόκητη. Νόμισα πως δεν με είχε ακούσει. Μου είπε σε άπταιστα ελληνικά: «Εγώ αποφασίζω». Προς στιγμή τα έχασα και έκανα κι εγώ πως δεν άκουσα και επανέλαβα τους ισχυρισμούς του κρατούμενου, που ήταν βάσιμοι, δίκαιοι και πάνω απ’ όλα ανθρώπινοι. Ζήτησα έστω ολιγοήμερη αναβολή για να προσπαθήσει ο κρατούμενος να βρει λύση στο αναπάντεχο κακό που τον είχε βρει. Η απάντηση κι αυτή τη φορά ήταν μονότονη, ίδιος καταπέλτης: «Εγώ αποφασίζω.»
 
Είναι πρόδηλο, όπως του είπα, πως δεν είχα μπει στο γραφείο του για να αποφασίσω εγώ! Πλην όμως αυτός περί άλλα τύρβαζε. Η εμμονή του κ. Εισαγγελέως στην φράση «εγώ αποφασίζω», η εκφορά του λόγου του και το ύφος του σήμαιναν ότι: «Εγώ δεν ακούω τίποτα και σας αγνοώ, γιατί είμαι ο εισαγγελέας εκτέλεσης ποινών». Μαζεύτηκα λοιπόν και η σκέψη μου αυτομάτως πήγε σε άλλες μακρινές εποχές, του “αποφασίζομεν και διατάσσομεν”, εκείνης της υπέροχης επταετίας. Μετά από αυτά, πλήρως απογοητευμένος, είπα στον πελάτη μου να φύγουμε σιγά - σιγά από εκείνο το γραφείο και να πάμε και εμείς στην πλατεία Συντάγματος για να διαμαρτυρηθούμε. Του μίλησα δυνατά για να με ακούσει ο κ. Εισαγγελέας και είμαι βέβαιος πως με άκουσε. Να σημειωθεί ότι ξαναμπήκαμε στο γραφείο του και είδαμε το ίδιο σκηνικό: Ο κ. Εισαγγελέας έδινε οδηγίες στις αντίπαλες ομάδες (αναφέρομαι στο ντέρμπι του Συντάγματος). Χαρακτήρισε την αίτηση συγχώνευσης ποινών και ενώ παρακολουθούσε τον Η/Υ, επανέλαβε: «Εγώ αποφασίζω». Αν ήταν προσωπική μου υπόθεση θα ρωτούσα τον αδιάφθορο εισαγγελικό λειτουργό εάν θα τολμούσε να εκστομίσει το «εγώ αποφασίζω» όταν είχε μπροστά του κάποιο μεγάλο λαμόγιο, ας πούμε έναν από τους πρωταγωνιστές της παράγκας του ποδοσφαίρου. Είμαι βέβαιος ότι θα λούφαζε και θα έδινε αναβολή εκτέλεσης. Είναι πασίδηλο και διαχρονικό ότι απανταχού εισαγγελείς κάνουν ασκήσεις ακριβείας και δύναμης στους απανταχού Γιάννηδες Αγιάννηδες.
 
Βγήκαμε λοιπόν από την πόρτα του γραφείου του κ. εισαγγελέως και με την ευχάριστη συνοδεία ενός λαλίστατου αστυνομικού οργάνου, κάναμε μια υπέροχη ρομαντική βόλτα στα κτίρια της Σχολής Ευελπίδων. Ομολογουμένως μας εντυπωσίασε η χωροταξική τους ανάπτυξη και η αρχιτεκτονική τους. Μην ξεχνάμε ότι σ’ αυτά τα κτίρια σπούδαζαν παλιά οι Ευέλπιδες και είχα ακούσει ότι, όταν τελείωνες αυτή τη σχολή, μπορούσες να γίνεις ο, τι επιθυμούσες, ακόμη και πρωθυπουργός της χώρας!
 
Το γιόμα βρεθήκαμε στο κτίριο 9ο, αίθουσα 5η. Εκεί συνεδρίαζε ακόμη κάποιο Δικαστήριο με αμιγώς γυναικεία σύνθεση.  Οι συγκεκριμένες δικαστίνες  πλην των άλλων έκαναν και τα αυτόφωρα. Τελικά, αφού μας βασάνισαν, μας συγχώνευσαν και μας μάντρωσαν πάλι, μέχρι νεοτέρας.
 
Εμείς σκυφτοί, μοιραίοι και άβουλοι αντάμα, προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα, όπως έλεγε ο Μπάρμπα – Κώστας ο Βάρναλης.

Φ.Α.Π. 

Your rating: None Average: 4.1 (7 votes)