Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2019


Bίοι παράλληλοι και ασύμπτωτοι

 
“Εγώ με την αξία μου κι όχι με ξένες πλάτες περήφανα περπάτησα μες της ζωής τις στράτες”… τραγούδησε ο Στέλιος Καζαντζίδης.
  
“Χόρεψε λεβεντόπαιδο κι είναι η ζωή μια στάλα ένα βαρύ ζεϊμπέκικο και ύστερα φευγάλα”, λέει άλλο λαϊκό άσμα.
 
Τα τραγούδια αυτά σίγουρα θα τα έχει χορέψει και ο κ. Άκης Τσοχατζόπουλος, ο παρά λίγο πρωθυπουργός, γιατί ήταν “λεβέντης” και “παλικάρι” και (μην ξεχνάμε) “της φυλακής τα σίδερα είναι για τους λεβέντες”.
 
Δυστυχώς χόρευε ζεϊμπέκικο και το μαγάριζε ο ωραίος Άκης. Πίστευε αταλάντευτα και τάχθηκε απαρασάλευτα με τη σοσιαλιστική ιδεολογία του “δούλεψε να ζεις και κλέψε να ’χεις”, την οποία εφάρμοσε “τοις κείνων ρήμασι πειθόμενος”.
 
Πού ’σαι Αντρέα να μας δεις!
 
Τελικώς προφυλακίστηκε για μια “Ελλάδα Νέα” που ανήκει στους Έλληνες... Όλα καλά κύριε Άκη μας, αλλά έπρεπε να χορέψεις και ζεϊμπέκικο; Ίσως έβλεπες το κακό που ερχόταν, ότι κινδυνεύουν δηλαδή οι κόποι ο μόχθος σου, το βιός σου που το έφτιαξες με ιδρώτα!
 
Ανεξάρτητα από την πορεία της υπόθεσης του στομφώδους αερολόγου, από ότι φαίνεται ο ίδιος δεν θα νιώσει ποτέ το μεγαλείο της συγγνώμης γιατί είναι δυστυχώς η επιτομή, η θλιβερή περίληψη, το τυπικό δείγμα μιας εποχής πολιτικών που εξουσίασαν ελέω λαού την Ελλάδα και τη ρήμαξαν.
 
Μην ξεχνάμε ότι στη δημοκρατία έχουν τη δική τους ευθύνη και όσοι εκλέγουν…
 
Ωστόσο εμείς πρέπει να τον θυμόμαστε και να τον θαυμάζουμε γιατί διεκδικεί μια παγκόσμια πρώτη διάκριση, μια μοναδική πρωτοτυπία.
 
Μπήκε φτωχός στην πολιτική και βγήκε πλούσιος! Και επί πλέον χώρισε τη “γριά του για μια μικρή” που, μετά τον γάμο - σκάνδαλο που της χάρισε, κυκλοφορεί φορώντας πάνω της (συνολάκι, τσάντα, γιαλιά κλπ) 15 πετσοκομμένους βασικούς μισθούς μέσου παραπληγικού δημόσιου υπάλληλου (βλέπε και συνέπειες κρίσης – μνημονίου επόμενα…)!
 
Παλικάρια και “παλικαριά” γράφει η Μ.Κατσουνάκη στην “Καθημερινή” μετά τον αδόκητο θάνατο του Δημήτρη Μητροπάνου που ήταν και λεβέντης και παλικάρι.
 
Ας την παρακολουθήσουμε.
 
Υποθέτω ότι ο Ακης Τσοχατζόπουλος θα είχε πάει να ακούσει τον Δημήτρη Μητροπάνο. Ίσως και να είχε χορέψει τη “Ρόζα” ή το “Ζεϊμπέκικο του αρχάγγελου”. Εξ άλλου, ο μακροβιότερος και ισχυρότερος υπουργός του ΠΑΣΟΚ, με τα μεταξωτά πουκάμισα και τα ωραία κουστούμια, δεν ήταν μόνο κιμπάρης και γενναιόδωρος, αλλά και δεινός χορευτής του μεταπολιτευτικού ρεπερτορίου.
 
Θα είδε στο πρόσωπο του Δ. Μητροπάνου τη σοβαρότητα, αυστηρότητα, “δωρικότητα”, όπως γράφτηκε, με την οποία ασκούσε ένα επάγγελμα απαιτητικό, δύσκολο, με κανόνες που βάζει η νύχτα και η πίστα, υποχρεώσεις που υπαγορεύουν οι πωλήσεις και το μάρκετινγκ, με μεγάλο βαθμό έκθεσης και των, εξ αυτής, κινδύνων ή παρενεργειών.
 
Όμως στις τέσερις δεκαετίες που μεσουράνησε, ο Δ. Μητροπάνος απέκτησε μόνο φίλους και ένα κοινό που τον αγάπησε, γιατί, πρώτα απ’ όλα, το σεβάστηκε, δεν το κολάκεψε με λαϊκισμούς, σουσουδισμούς, απληστία, μεγαλομανία.
 
Απέριττες κινήσεις όταν τραγουδούσε, αποτραβηγεμένος σ’ έναν κόσμο δικό του, μέσα του. Εξέπεμπε εντιμότητα, ευθύτητα. Παλικαριά. Να μια λέξη ρετρό, αποσυρμένη πλέον.
 
Τις ίδιες περίπου δεκαετίες μεσουρανούσε και ο Άκης Τσοχατζόπουλος, από τους επικρατέστερους διαδόχους του Ανδρέα Παπανδρέου, πρόσωπο συμβολικό της μεταπολιτευτικής ευδαιμονίας και (όπως κατηγορείται επισήμως) διαφθοράς.
 
Χθες το πρωί, ο ένας άφηνε την τελευταία του πνοή και ο άλλος οδηγείτο στις φυλακές Κορυδαλλού.
 
Ο ένας αφήνει πίσω του μια ογκώδη δισκογραφία, ο άλλος μια ογκωδέστατη δικογραφία!
 
Ο υψηλόβαθμος της κρατικής και κομματικής μηχανής απολογήθηκε επί ώρες στον ανακριτή για διακίνηση μαύρου χρήματος που προερχόταν από προμήθειες. Δεν έπεισε με τις απαντήσεις του... Δεν ήταν παρά το σκηνικό μιας εκκωφαντικής κατάρρευσης.
 
Ψέματα, απάτες, σκοτεινές κόγχες της μνήμης και της ιδιοτελούς εξουσίας. Τα “παλικάρια” της μεταπολίτευσης, μυστακοφόρα ή μη, όλο και πιο άπληστα, όλο και πιο αδίστακτα και για τούτο πιο ευάλωτα.
 
Χθες, ένας “δυνατός και περήφανος άντρας” έφευγε, “κλείνοντας με θόρυβο την πόρτα του λαϊκού τραγουδιού”, όπως γράφτηκε.
 
Ένας άλλος άντρας, που ζούσε με ΔΑΝΕΙΚΗ δύναμη και υπερηφάνεια, είδε την πόρτα της φυλακής να κλείνει πίσω του.
 
Όταν ξανανοίξει -σύντομα ή αργά- όλα θα είναι αλλιώς. Για εκείνον και για μάς. Γιατί τα εύσημα της παλικαριάς τα δίνει, εν τέλει, ο λαός.
 
 
Φώτης Ανδρέου
Your rating: None Average: 4.9 (13 votes)