Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2019


Επίσκεψη σε μία ΔΟΥ

 
Θέμα:   Απαλλαγή από φόρο
Αποτέλεσμα:   Ρατσισμός μεσούσης της κρίσης
 

Μια κούφια φθινοπωρινή μέρα του 2011 έδωσα ραντεβού με τούς πελάτες μου στην είσοδο μιας ΔΟΥ. Σκοπίμως δεν αναφέρω περιοχή, ούτως ή άλλως όλες το ίδιο είναι. Χαράτσια βάζουν όπως επί τουρκοκρατίας! Το ζητούμενο είναι ποιος τα πληρώνει. Σήμερα δεν χρησιμοποιούν πια μαστίγιο, απλώς κόβουν το ρεύμα. Όταν ασκούσα το επάγγελμα του λογιστή, οι ελεγκτές με τους οποίους συνεργάστηκα κατά καιρούς ήταν κατά βάση παραπληγικοί. ΄Επασχαν από μιαν ασυνήθιστη, σπάνια ασθένεια και είχαν διαρκώς απλωμένα τα χέρια με τις παλάμες στραμμένες προς τα πάνω. Κατά ένα παράξενο τρόπο, όταν τους έδινες λεφτά γίνονταν απολύτως φυσιολογικοί. Ξεμούδιαζαν και άρχιζαν να περπατούν, να μιλούν και να γράφουν! Απλά πράγματα! Επαναλαμβάνω ότι μεταφέρω προσωπική μου εμπειρία και είναι προφανές ότι δεν αφορά το σύνολο των εφοριακών.

 
΄Εχω συγκρατήσει τα λόγια ενός ελεγκτή. Ο τότε υπουργός επί των οικονομικών Μιλτιάδης Έβερτ, σε συνάντηση με το ευγενές σώμα των ελεγκτών και σε σχετικά παράπονά τους ότι τους κατηγορούσαν πως “τα παίρνουν”, τους απάντησε: “Σας πείραξε κανείς;” Μιλάμε για το ιδανικό κράτος πρόνοιας! Ο ίδιος ελεγκτής, μιαν άλλη φορά, μου είπε πως δεν ήξερε τι να κάνει τα λεφτά που “κονόμησε” με τον τίμιο ιδρώτα του! Μου περιέγραφε πως είχε καταθέσεις στο εξωτερικό, ακίνητα στο όνομα άλλων, ακόμα και ράβδους χρυσού στην κασέλα! Όταν τον έβλεπες ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, ένας λέτσος. Δεν ήθελε να προκαλεί. Είναι γνωστό ότι οι εφοριακοί έχουν κάνει μεγάλες περιουσίες. Αυτό το γνωρίζει καλώς το κράτος και άριστα οι συνάδελφοί τους. Δεν το αγνοεί ο λαός. Και το κράτος και οι συνάδελφοί τους ενέχονται για παρασιώπηση εγκλήματος. Αυτά ως εισαγωγή στον Κ.Φ.Σ., άλλως στην είσπραξη των δημοσίων εσόδων από επίορκους και διεφθαρμένους δημόσιους “υπάλληλους”.
 
Τα ίδια, ίσως και περισσότερα, θα έλεγε ένας μηχανικός για τα αρπακτικά της πολεοδομίας. Εκεί ομολογουμένως γίνεται το έλα να δεις. Παρκάρουν τα πανάκριβα τζιπ μπροστά στα γραφεία τους και καμαρώνουν σαν γύφιτικα σκερπάνια, οι άθλιοι. Πλήρης ασυδοσία. Για περισσότερες πληροφορίες στον κ. Λέανδρο Ρακιτζή! Για ακόμη περισσότερες στις εκθέσεις της αδίστακτης τρόικας. Τα ίδια και χειρότερα συμβαίνουν στον χώρο της δικαιοσύνης (παραδικαστικά κυκλώματα), της εκπαίδευσης και της χρυσοποίκιλτης Εκκλησίας (τέως Αττικής και συναφή). 
 
Συναντηθήκαμε πρωί - πρωί, ώρα 08:30, για να τελειώσουμε γρήγορα. Οι πελάτες μου είναι ομογενείς από την Αλβανία και ήθελαν να πάρουν απαλλαγή από τον φόρο μεταβίβασης ακινήτων λόγω αγοράς πρώτης κατοικίας. Η απαλλαγή τους ήταν  βέβαιη, αδιαμφισβήτητη και προβλέπεται ρητά από τον νόμο. Πρόκειται για ένα συμπαθέστατο ζευγάρι με δύο αξιόλογα παιδιά. Άνθρωποι τού μόχθου και τού μεροκάματου πού δεν βρήκαν τίποτα έτοιμο. Ξυπνούν βαθειά χαράματα με την έγνοια στον κόρφο τους και γυρίζουν στο σπίτι αργά το απόγευμα με την κούραση απλωμένη στο κορμί τους σαν αντηλιακό. Μοναδική τους έγνοια είναι να αποκαταστήσουν τα παιδιά τους που πράγματι τ’ αξίζουν.
 
Ανεβήκαμε στον τρίτο όροφο της ακόρεστης ΔΟΥ και πιστεύαμε ότι θα τελειώναμε αμέσως. Πριν δεκαπέντε ημέρες είχαμε ξαναπάει στην ίδια ΔΟΥ και μας διαβεβαίωσαν αρμοδίως ότι δικαιούμαστε απαλλαγή, αλλά ήθελαν ένα από τα έγγραφα που προσκομίζαμε να είναι οπωσδήποτε  πρωτότυπο. Με το έγγραφο αυτό στον φάκελό μας, προεξοφλούσαμε ότι η επίσκεψή μας είχε τυπικό - διαδικαστικό χαρακτήρα.
 
Δυστυχώς, όμως, την πατήσαμε πολύ άσχημα. Μόλις μπήκαμε στον προθάλαμο, αντικρίσαμε ένα ασυνήθιστο θέαμα. Πολλοί άνθρωποι περίμεναν στην ουρά από τις 08:30 το πρωί. Μάθαμε με μεγάλη μας έκπληξη ότι πολλοί από αυτούς ήταν χθεσινοί. Προφανώς δεν είχαν κοιμηθεί στην ΔΟΥ! Θεέ και Κύριε! Οι φορολογούμενοι είχαν διασκορπισθεί σ’ ένα προθάλαμο και έδιναν την εντύπωση πως έκλαιγαν σιωπηλά τη μοίρα τους. Ήταν μια εικόνα τριτοκοσμική. Δεν υπήρχε επαρκής φωτισμός, οι καναπέδες ήταν βουλιαγμένοι και οι σχισμένες καρέκλες απλώς συμπλήρωναν το κάδρο. Εμπρός ήταν η πόρτα που οδηγούσε σε μια μεγάλη αίθουσα, κάτι ανάλογο με τα εξωτερικά ιατρεία!.. Εκεί ήταν τοποθετημένα διάφορα γραφεία που σχημάτιζαν ορθογώνιο παραλληλόγραμμο. Πάνω στα γραφεία, χαρτιά και φάκελοι ατάκτως ερριμμένοι. Το ερημωμένο μεγάλο γραφείο σου έδινε την εντύπωση πως μόλις είχαν σφυρίξει σειρήνες!
 
Δεξιά ήταν θεόκλειστο το γραφείο των ελεγκτών. Ας το παρομοιάσουμε με αξονικό τομογράφο. Για να μπεις εκεί χρειαζόσουν παραπεμπτικό. Είναι γνωστό ότι αυτές οι εξετάσεις (έλεγχοι) κοστίζουν και οι ελεγκτές φημολογείται πως είναι ακριβοπληρωμένοι υπάλληλοι. Εννοώ ότι παίρνουν πολλά επιδόματα, όχι μόνο από το δημόσιο!
 
Τα πιο πολλά γραφεία ήταν άδεια (έπιπλα). Δύο μόνο ήταν κατειλημμένα από δύο άτυχους υπαλλήλους, που δεν είχαν καταφέρει και αυτοί να την κοπανήσουν με κάποια  πρόχειρη δικαιολογία.
 
Ένας νεαρός υπάλληλος ήταν στις κληρονομιές και μία κυρία στις μεταβιβάσεις. Ο νεαρός που ήταν στις κληρονομιές πρέπει να ήξερε τη δουλειά του. Δεν περίμενε κανείς στην ουρά. Φαινόταν δραστήριος και ευγενής. Η κυρία που είχε αναλάβει τις μεταβιβάσεις παρουσίαζε μια εικόνα ασυνήθιστη εως παράξενη, θα έλεγα ψυχεδελική. Φορούσε ένα εμπριμέ λουλουδιαστό παντελόνι που θύμιζε τα παιδιά των λουλουδιών. Το παντελόνι αυτό το συνδύαζε μ’ ένα κατακίτρινο πουκάμισο που παρέπεμπε σε  πεταλούδες και λιβάδια με μουσική υπόκρουση “ο Μάιος μας έρχεται...”. Δεν πετούσε όπως η πεταλούδα, αλλά όταν περπατούσε τη συναγωνιζόταν επαξίως. Εμένα πάντως μου έδινε την εντύπωση όταν περπατούσε ότι έπαιζε το “...μια δεκάρα η βιολέτα ...τσιγγολελέτα .. τσιγγολελέτα ..”!
 
Όταν, όπως προανέφερα, συνειδητοποιήσαμε ότι στην ουρά περίμεναν οι δύστηνοι φορολογούμενοι από την προηγούμενη ημέρα, μας έκοψε κρύος ιδρώτας και αναζητήσαμε επειγόντως αιθέρα! Κάποια στιγμή συνήλθαμε από το σοκ και σκεφτήκαμε να φύγουμε. Τελικά δεν φύγαμε. Όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων μεταμεληθήκαμε που μείναμε. Με την προσέλευση και νέων φορολογούμενων, η ουρά μεγάλωνε. Στο τέλος, ο προθάλαμος είχε γεμίσει κόσμο που περίμενε σχεδόν αδιαμαρτύρητα. Κοιτούσε ο ένας τον άλλο παράξενα, καχύποπτα, έως ανταγωνιστικά. Απόλυτη, μοναδική έγνοια του καθενός ήταν να μην χάσει τη σειρά του. Αν γινόταν αυτό, θα έχανε την ευκαιρία να καταθέσει τον οβολό του στο δημόσιο και τότε πάει περίπατο η φιλοπατρία του. Δεν θα είχε μούτρα να βγει στην κοινωνία... Ο φόβος φυλάει τα έρημα, άλλως έχετε γεια βρυσούλες.
 
Δεν αργήσαμε να καταλάβουμε  ότι η καθυστέρηση οφειλόταν στη νοοτροπία και στον τρόπο που δούλευε η ανοιξιάτικη κυρία. Σιγά - σιγά, μεταξύ των ασθενών που δέχεται η  εφορία (βλέπε και εξωτερικά ιατρεία Ι.Κ.Α.) αναπτύχθηκε διάλογος αναμονής και απογοήτευσης. Όλοι σχολίαζαν δυσμενώς την αλλοπρόσαλη – απαράδεκτη συμπεριφορά της κατά τα άλλα ατίθασης υπαλλήλου, αλλά κανείς δεν έλεγε ή δεν έκανε κάτι. Ήταν διάχυτος ο φόβος μπροστά στην ελευθερία! Κεντρική σκέψη η δικαιολογία: “Κι αν χάσω την σειρά μου;” Η ίδια η υπάλληλος έδινε την εντύπωση ότι ένοιωθε ικανοποίηση πού ταλαιπωρούσε τον κόσμο. Έχω συγκρατήσει τα σχόλια κάποιων από αυτούς που περίμεναν. Έλεγαν: “Tα χαρτιά τα είδε η πολύχρωμη κυρία χθές και χρειάζονται μία μόνον υπογραφή”. Ισχυρίζονταν δηλαδή ότι μπορούσαν να έχουν τελειώσει σε δύο λεπτά. Κούνια που τους κούναγε! Η πραγματικότητα τους διέψευδε. Η ρέκτης  υπάλληλος άρχιζε από την αρχή τον έλεγχο, με αποτέλεσμα για μία απλή υπογραφή να ξοδεύει απερίσκεπτα και άνευ λόγου παραπάνω από μισή ανθρωποώρα. Έπρεπε να  είμαστε και ευχαριστημένοι που δεν ζητούσε γενική αίματος και ούρων!
 
Στα υποτονικά παράπονα των παγιδευμένων πολιτών, η ιδιόρρυθμη υπάλληλος γινόταν επιθετική μέχρις υστερίας: “Θα μ’ αφήσετε να κάνω τη δουλειά μου;”, τσίριζε από καιρού εις καιρόν, εκτός σεναρίου! Οι ώρες περνούσαν αργά και βασανιστικά. Η κατάσταση χειροτέρευε και η παραγωγική μέρα μου διολίσθαινε ανάμεσα στην υψιπετή κυρία και την ασύντακτη ουρά των αφυδατωμένων (αγανακτισμένων) πολιτών. Ωστόσο, είχα πολύ χρόνο για να θαυμάσω τους κλασσικούς, τους γνήσιους ραγιάδες, που περίμεναν αδιαμαρτύρητα τη μοίρα τους. Δεν πήγαν χαμένα 400 χρόνια. Δεν τόλμησε κανένας να αναζητήσει τον ιεραρχικά υπεύθυνο για να τραβήξει το αυτί της αγέρωχης  - φανταχτερής κυρίας. Πού να μπλέκουμε τώρα, άσε που μπορεί η εν λόγω νάχει και κανά “βύσμα”.
 
Ύστερα από δύο ώρες αβάσταχτης αναμονής, ανέβηκα στον κ. Διευθυντή, ο οποίος δεν θα ήταν υπερβολή να πω πως έπλεε σε πελάγη ευτυχίας. Καθισμένος στην αναπαυτική πολυθρόνα του μπροστά από το μεγάλο γραφείο του, συνομιλούσε χαλαρά με κάποιον επίσης  αραχτό τύπο που δεν φαινόταν να βιάζεται. Μάλλον δεν είχε να πάει πουθενά. Τα πρόβατα τάχε κλείσει στο μαντρί! Έδιναν την εντύπωση και οι δύο πως μιλούσαν περί ανέμων και υδάτων. Δεν αποκλείω την περίπτωση να μιλούσαν για την επετηρίδα ή για το επίδομα ευδόκιμης υπηρεσίας που κόπηκε. Όταν ακούω κάποιους ρεμπεσκέδες δημόσιους υπάλληλους να διεκδικούν τέτοια επιδόματα, μου έρχεται αυτόματα στο μυαλό το τραγούδι του Καζαντζίδη: “Στις φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου τις στοές...”. Εκεί να δεις επιδόματα! Ακόμη, δεν αποκλείω την περίπτωση ο κ. Έφορος να τα είχε βάλει με την τρόικα, η οποία έκρινε ακατάλληλους, στο μεγαλύτερο ποσοστό τους προϊσταμένους των Δ.Ο.Υ.! Εγώ, τόσα χρόνια δεν μπόρεσα να καταλάβω τι δουλειά έκαναν. Οι μπαγάσες οι Τροϊκανοί τους πήραν χαμπάρι αμέσως. Το σπουδαιότερο είναι ότι με κατεπείγουσα εγκύκλιο τους μοίρασαν δωρεάν νυχοκόπτες! Λυπάμαι, αλλά θα συμφωνήσω με την τρόικα, κι ας μην το θέλω. Όντως στην πλειοψηφία τους οι κ.κ. διευθυντές των Δ.Ο.Υ. είναι σοβαροφανείς, επιεικώς άσχετοι και κυρίως αντιπαραγωγικοί. Οι τεχνοκράτες ευρωπαίοι βασανιστές μας κάτι ξέρουν! Αν τολμήσουν οι κ.κ. διευθυντές, αλλά και κάθε βολεμένος δημόσιος υπάλληλος, να βγουν στον στίβο της ελεύθερης αγοράς, χάθηκαν. Μπήκαν στο δημόσιο με δική τους επιλογή. Κοιμήθηκαν στην αγκαλιά του, τώρα όμως πρέπει να ξυπνήσουν.  Αυτή τη φορά μάλλον δεν θα τους χωράει η Πλατεία Κλαυθμώνος.
 
Παραπονέθηκα ευγενικά στον κ. Διευθυντή για την απαράδεκτη κατάσταση που είχε δημιουργηθεί στο συγκεκριμένο τμήμα, εξ αιτίας της υφιστάμενής του, την οποία, αν μη τι άλλο, ο ίδιος είχε επιλέξει. Ο κ. διευθυντής νωχελικά μου εξέφρασε διάφορες ανούσιες τυπικές δικαιολογίες, αλλά δεν διανοήθηκε σε καμία περάτωση να βάλει τα πράγματα σε μία τάξη και να απαλλάξει τους δυστυχείς φορολογούμενους από μία μεγάλη, αδόκητη και αδικαιολόγητη ταλαιπωρία. Δεν έκανε το αυτονόητο. Δεν διανοήθηκε ότι, εφόσον δεν διέθετε άλλο υπάλληλο (αφού η διαθέσιμη έκαιγε “λάδια”), όφειλε να βοηθήσει ο ίδιος προσωπικά. Απογοητευμένος από τη στάση του κ. Διευθυντή, επανήλθα στον ρομαντικό (!) χώρο της αναμονής, έβγαλα το κομπολόι και μετρούσα τις ώρες με ιδιαίτερο εκνευρισμό, όπως και οι υπόλοιποι φορολογικοί κρατούμενοι. Μετά από καμιά ώρα ξαναπήγα στον ασθμαίνοντα από την κόπωση κ. Διευθυντή αλλά έλλειπε. Κάπου αλλού τον είχε καλέσει το καθήκον: Φρέντο καπουτσίνο, φρέντο εσπρέσο ή τούρκικο διπλό “με ολίγη” λόγω ζαχάρου. Έχω συγκρατήσει στο μυαλό μου ότι η αρμόδια υπάλληλος κατά διαστήματα διέκοπτε την παροχή εξυπηρέτησης σε συσκευασία ταλαιπωρίας και εξαφανίζονταν. Άλλες φορές απαντούσε στο τηλέφωνο με κομπορρημοσύνη, αδιαφορώντας πλήρως για την ουρά που είχε σχηματιστεί και που εξαιτίας της έφτανε μέχρι την επόμενη ημέρα! Δεν θυμάμαι αν υπήρχε πινακίδα που επέτρεπε τα ράντζα!  Όσο περνούσε ο χρόνος, εμείς που περιμέναμε εκεί γνωριστήκαμε μεταξύ μας και παρά λίγο θ’ αλλάζαμε τηλέφωνα! Ουδέν  κακόν αμιγές καλού...
 
Κάποτε, στις δύο και τέταρτο το μεσημέρι, μετά παρέλευση έξι ολόκληρων χαμένων ωρών επί τρία (τρεις άνθρωποι περιμέναμε), έφτασε επί τέλους και η σειρά μας! Πριν καλά - καλά καθίσω στην καρέκλα που υπήρχε μπροστά από το γραφείο της, κατά τα άλλα συμπαθούς εν τη αφελεία της, υπαλλήλου, η ίδια με ύφος σαράντα καρδιναλίων φανέρωσε την αρνητική – απορριπτική διάθεσή της. Συγκεκριμένα, της είπα ότι πριν από δεκαπέντε μέρες είχαμε επισκεφτεί το αρμόδιο τμήμα και ένας συμπαθέστατος - πεπειραμένος υπάλληλος μας είχε πει ότι δικαιούμαστε απαλλαγής, αρκεί να προσκομίσουμε σε πρωτότυπο το Πιστοποιητικό Οικογενειακής Κατάστασης. Μου απάντησε κοφτά ότι δεν την ενδιαφέρει τι μας είχε πει ο συνάδελφός της. Ωστόσο, μας προέτρεψε, αν θέλαμε να τον περιμένουμε να γυρίσει από την άδειά του! Η πρότασή της ήταν ασύλληπτη. Η εχθρική της στάση σαφής και ξεκάθαρη!
 
Μόλις η αρμόδια  υπάλληλος παρέλαβε στα χέρια της το πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης  μεταφρασμένο επισήμως, επιτέθηκε στους πελάτες μου λέγοντάς τους ότι το πιστοποιητικό γράφει ότι είναι αλβανοί υπήκοοι! Λες και θα μπορούσε να γράφει τίποτα άλλο! Στη συνέχεια, οι πελάτες μου της επέδειξαν και της παρέδωσαν τις ταυτότητες που τους χαρακτήριζαν ομογενείς. Δηλαδή, δημόσια έγγραφα με αυξημένη αποδεικτική ισχύ για το γεγονός που βεβαίωναν. Παρακολουθείστε διάλογο: “Οι ταυτότητες αυτές δεν μ’ ενδιαφέρουν, δεν μου λένε τίποτα”, είπε κατάμουτρα στους πελάτες μου η ασεβής και ανάγωγη υπάλληλος. Ο σύζυγος εξεμάνη για την προσβολή που υπέστη και της είπε ότι είναι έλληνας ομογενής και δικαιούται απαλλαγής, είτε το ήθελε εκείνη είτε δεν το ήθελε, διότι έτσι λέει ο Νόμος. Προσπάθησα να ηρεμήσω τον πελάτη μου και με ήρεμο τρόπο εξήγησα στην αρμόδια υπάλληλο ότι δεν είχε τη διακριτική ευχέρεια να αμφισβητήσει την απαλλαγή. Μάταια όμως. Όσο θέλεις βρόντα στου κουφού την πόρτα. Εκείνη συνέχισε σε έντονο ύφος να επαναλαμβάνει ότι “οι ταυτότητες δεν της έλεγαν τίποτα” και ότι οι πελάτες μου “ήταν αλβανοί υπήκοοι”. Και γι’ αυτό δεν παίρνουν απαλλαγή.
 
Στη δικαιολογημένη επιμονή μας, η αρμόδια υπάλληλος χωρίς κανένα δισταγμό, αλλά με υπόστρωμα έντονου ρατσισμού, φώναξε απευθυνόμενη προς τους πελάτες μου: “Να πάτε να αγοράσετε σπίτια στην Αλβανία”. Και επαληθεύτηκε η πικρή αλήθεια για τους πελάτες μου. Στην Αλβανία τους λένε Έλληνες και στην Ελλάδα Αλβανούς!
 
Αναγκάστηκα να παρέμβω δυναμικά προκειμένου ν’ αποφευχθεί η σύγκρουση. Απομάκρυνα τους πελάτες μου και της ζήτησα να ανακαλέσει, αλλά εκείνη αρνήθηκε. Όταν τη ρώτησα αν προτίθεται να μου δώσει εγγράφως τα όσα ισχυριζόταν περί μη απαλλαγής, μου απάντησε καταφατικά - προκλητικά.
 
Αμέσως συνέταξα αίτηση, τη χαρακτήρισα και την υπέβαλα αρμοδίως. Σημειώνω ότι οι παρευρισκόμενοι άκουσαν τον διάλογο και τη ρατσιστική κορώνα της αρμόδιας υπαλλήλου. Εγώ της δήλωσα ορθά – κοφτά ότι αυτό που έκανε δεν θα μείνει έτσι. Θα πάρει τις διαστάσεις που χρειάζεται.
 
Σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια επισκέφτηκα πάλι τον αμέτοχο κ. Διευθυντή, με την εδραία πεποίθηση ότι δεν θα έκανε τίποτα. Του ανέλυσα το ζήτημα που είχε ανακύψει. Κατήγγειλα την απαράδεκτη συμπεριφορά της υφισταμένης του. Αδιαφόρησε για μία φορά ακόμα και με συντεχνιακή αντίληψη μας παρέπεμψε στις καλένδες. Μου είπε δηλαδή ότι  “…θα σας απαντήσουμε”. Όταν τόλμησα να τον ρωτήσω πότε, με επιθετικό ύφος μου υπογράμμισε πως δεν “είμαι υπάλληλός σας”.
 
Ψύχραιμα του απάντησα ότι δεν έχει καμία ελπίδα να γίνει υπάλληλός μου και σκέφθηκα ότι καλό θα ήταν να παραμείνει στην επετηρίδα του και να τη λιβανίζει πρωί, μεσημέρι, βράδυ. 
 
Το πρωί της επόμενης μέρας δέχθηκα ένα τηλεφώνημα από τον συμβολαιογράφο που θα συνέτασσε το συμβόλαιο, ο οποίος μου μετέφερε ότι τον κάλεσαν τηλεφωνικώς από την παραπάνω ΔΟΥ και του είπαν να περάσω από εκεί για να μου δώσουν την απαλλαγή που ζητούσα! Αυτό δεν είναι συνηθισμένο. Μάλλον κατάλαβαν τι έκαναν και προσπάθησαν να επανορθώσουν.
 
Λόγω απεργίας των ΜΜ Μεταφοράς δεν πήγα την ίδια μέρα, αλλά ούτε και την επόμενη γιατί είχα άλλη δουλειά. Τελικά, πήγα ημέρα Παρασκευή, όπου οι ΔΟΥ δεν προσφέρουν τέτοιες υπηρεσίες στο κοινό.
 
Η εικόνα που συνάντησα ήταν εντελώς διαφορετική. Η κυρία που είχε αρνηθεί, θεαματικά και κατά παράβαση καθήκοντος να μας δώσει απαλλαγή, ήταν ευγενέστατη μέχρι κολακείας, σχεδόν με παρακαλούσε να της δώσω τα έγγραφα για να κάνει δεκτή τη δήλωσή μας.
 
Όπως ήταν επόμενο την αντιμετώπισα με ψυχρό - απορριπτικό ύφος. Σκοπίμως μπήκα στο γραφείο της παίζοντας κομπολόι, σε στυλ “πάνε- πήγανε”. Ήταν το αντίδοτο στο τσιφτετέλι που με είχε χορέψει η αεικίνητη, πλην επικίνδυνη, κυρία. Αφού παρέλαβε σε χρόνο ρεκόρ τη σχετική δήλωση, με ευχαρίστησε. Μόλις τελείωσε το έργο της, της έδωσα μία αναφορά που είχα συντάξει και η οποία αφορούσε την ίδια προσωπικά αλλά και τον Διευθυντή της. Η αναφορά απευθυνόταν στο Υπουργείο Οικονομικών και στον Συνήγορο του Πολίτη. Με ιδιαίτερη ικανοποίηση είδα τη συγκεκριμένη κυρία να αισθάνεται άβολα, λόγω της αναφοράς. Ωστόσο, αμήχανα με παρέπεμψε στον κ. Διευθυντή, τον αδέκαστο, για να τη χαρακτηρίσει. Όταν ανέβηκα στο γραφείο του κ. Διευθυντή, του περιέγραψα περιληπτικά το περιεχόμενο της αναφοράς μου και διακριτικά του είπα ότι έκανα την αναφορά για να θυμόμαστε την προηγούμενη μέρα. Είναι μερικές μέρες που αντέχουν στον χρόνο.
 
Δεν γνωρίζω το αποτέλεσμα ούτε είμαι σε θέση να το προδικάσω. Σημασία έχει πως διαμαρτύρομαι, επιμένω, ελπίζω και περιμένω. Συμπερασματικά, το ιδανικό δίδυμο που περιέγραψα όσο πιο γλαφυρά μπορούσα, είναι οι άνθρωποι της διπλανής Δ.Ο.Υ., της διπλανής δημόσιας υπηρεσίας. Είναι το δίδυμο που μολύνει με νεοπλασία και τα υγιή κύτταρα του ιστού της δημόσιας διοίκησης. Είναι το αυτοφυές δίδυμο που ευδοκιμεί σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες. Είναι το δίδυμο που δεν ξερρίζωνεται εύκολα, είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό στη χημειοθεραπεία και στις ακτινοβολίες. Για να ξεριζωθεί, θέλει επιμονή και υπομονή. Υπάρχουν; 
 
(Δείτε αναδημοσίευση του άρθρου στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://panosz.wordpress.com/2011/10/17/doy/)
 
 
Φώτης Ανδρέου

 

Your rating: None Average: 4.6 (31 votes)