Σαββάτο 1 Σεπτεμβρίου 2018


Ο Παπαγάϊδαρος

Πολλές κατηγορίες διαβάσατε για μένα στο άρθρο “ΑΜΦΙΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ” (Νομικά Επίλεκτα: Άμφια για όλους) ,ότι γκαρίζω έξω από την εκκλησία την ώρα που λειτουργεί ο Παπαγιώργος, ότι είμαι βλάκας και κακός, τελευταία δε ακούστηκε ότι έρριξα και τον Παπαγιώργο σε ένα χαντάκι και τον έστειλα στο νοσοκομείο. Όμως, “μηδενί δίκην δικάσεις πριν αμφοίν μύθον ακούσεις”, γιαυτό και σκέφτηκα να παρουσιάσω τα πράγματα από τη δική μου σκοπιά και όποιος θέλει ας καταλάβει.

 

Όπως όλα τα κατοικίδια ζώα έχουν κάποιους ανθρώπους για να τα υπηρετούν, έτσι και εμένα μου έλαχε ο Παπαγιώργος με τη γυναίκα του, τη Μαυρέτα. Γυρίζουν και οι δύο τυλιγμένοι στα μαύρα, ο Παπαγιώργος με ένα μαύρο σεντόνι που το ονομάζει “ράσο” και η Μαυρέτα με κάτι κατάμαυρες μπουραζάνες μεγέθους XXL, καθότι ζυγίζει οχτακόσιες οκάδες.

 

Μια φορά πήγε να μου ανέβει καβάλα, αλλά έκανα και εγώ κάτι ξαφνικά παραπατήματα, δήθεν από παλαβομάρα, και σωριάστηκε κάτω. Χρειάστηκαν πέντε χεροδύναμοι άνδρες για να τη σηκώσουν και από τότε δεν ξαναπροσπάθησε να με καβαλήσει. Όχι, θα την άφηνα να με κοψομεσιάσει.

 

Δεν έχω καταλάβει ακριβώς τί κάνει ο Παπαγιώργος στον ελεύθερο χρόνο του, δηλαδή, όταν δεν με ταΐζει και δεν με ποτίζει. Πηγαίνει κάθε τόσο στην εκκλησία, φοράει κάτι περίεργα ρούχα όλο χρώματα πλουμιστά και τον ακούω να ψέλνει με τρόπο ρινόφωνο και φάλτσο, όμως μαζεύεται πολύς κόσμος για να δει το θέαμα. Εγώ περιμένω, βέβαια, να τελειώσει, δεν έχω πρόβλημα, αν όμως τύχει και περάσει από δίπλα καμιά γαϊδούρα αρχίζω και γκαρίζω. Τότε είναι που οι γριές στην εκκλησία νομίζουν πως ψέλνω και εγώ, γιαυτό με ονόμασαν Παπαγάιδαρο.

 

Το πραγματικό μου όνομα είναι Μπργκρμπχτσκρψτ, όμως οι άνθρωποι δυσκολεύονται να το προφέρουν. Τελευταία ο Δεσπότης με έβγαλε Τσίπρα, γιατί λέει πηγαίνω διαρκώς από την αριστερά πλευρά του δρόμου, λες και έχει καμιά διαφορά αν πηγαίνεις αριστερά ή δεξιά. Μάσες έχει και από εδώ, μάσες και από εκεί.

 

Τελικά αυτοί που γυρίζουν ντυμένοι με τα μαύρα σεντόνια ανοίγονται και μιλάνε ελεύθερα μόνον μεταξύ τους ή έστω με τη γυναίκα τους. Με τους άλλους όλο θέατρο παίζουν, όπως έχω καταλάβει. Έτσι, μιά μέρα τον άκουσα τον Παπαγιώργο να μιλάει με έναν νέο παπά που ήλθε κι αυτός εδώ στο Φτερνό και τον λένε Παπαβαγγέλη, και του έλεγε:

 

  • Λοιπόν, Παπαβάγγο μου, πρέπει τώρα και εσύ που είσαι νέος να μάθεις να πουλάς οικόπεδα στον παράδεισο.
  • Βεβαίως Μπαρμπαγιώργο, γιαυτό σε έχω και σένα εδώ για να με εκπαιδεύσεις.
  • Μάθημα πρώτον, να παριστάνεις τον πολύ αυστηρό με το εκκλησίασμα. Εσύ στο σπίτι σου τρώγε και μπριζόλες τη Μεγάλη Παρασκευή άμα θέλεις, αλλά αν κάποιος σου εξομολογηθεί ότι έκανε κάτι τέτοιο, εσύ πρέπει να το παίξεις σοκαρισμένος, να του απαγορεύσεις να κοινωνήσει και να του επιβάλεις επιτίμια.
  • Εύκολο αυτό.
  • Αν τώρα κάποιος καταλάβει πως εσύ δεν νηστεύεις ποτέ, τότε να λες “τα εξερχόμενα βλάπτουν και όχι τα εισερχόμενα”.

 

Δεν ξέρω βέβαια τί εννοεί ακριβώς με τα “εξερχόμενα”, αλλά αν εννοεί τα κόπρανα, τότε δεν έχει δίκηο, αφού η κοπριά είναι χρησιμότατη στα κηπευτικά και, στις μέρες μας, δυσεύρετη.

 

Τέτοια ανοίγματα κάνουν και με τις γυναίκες τους οι μαυροσεντονάτοι. Μιά μέρα έβοσκα πίσω από το υπνοδωμάτιό τους και ήταν μέσα ο Παπαγιώργος με τη Μαυρέτα και άκουσα την εξής συνομιλία:

 

  • Θέλεις να πούμε ποιήματα Μαυρέτα;
  • Γεννηθήτω το θέλημά σου.
  • Νάμουν το Μάη γάϊδαρος, τον Αύγουστο κριάρι, όλον τον χρόνο κόκορας και γάτος το Γενάρη. Ο νοών νοείτω και ο έχω ώτα ακούειν ακουέτω.
  • ΝάμουνΕννόΕννόησα, Μπαρμπαγιώργο μου! Πολύ διδακτικό, ούτε στη ζωολογία δεν τα μάθαμε αυτά.

 

Και εγώ εννόησα και μεγάλα αυτιά έχω για να ακούω και όταν έγινε αυτό ήταν Μάης μήνας, ο μήνας των γαϊδάρων, όπως λέει και ο ποιητής. Ο μήνας που με τρελαίνουν οι ορμόνες και δεν ξέρω τί κάνω. Και όπως τα έχουν καταφέρει οι άνθρωποι, κοντεύει να εξαφανιστεί και το είδος μας από το Ελλαδιστάν, αφότου αντικατασταθήκαμε από τα δίποδα γαϊδούρια, που γέμισαν τον τόπο. Τώρα όμως ψάχνεις για καμιά γαϊδούρα τον Μάϊο, που τη χρειάζεσαι, και δεν βρίσκεις ούτε για δείγμα...

 

Και να που την επομένη της ποιητικής απαγγελίας του Παπαγιώργου, και ενώ τον μετέφερα στο χωράφι του, που μου έρχονται κάτι μεθυστικές ευωδίες γαϊδουροοιστρογόνου ανακατεμένες με άρωμα γαϊδουράγκαθου, που ήταν σαν να ήπια τρεις μπουκάλες ουίσκι μεμιάς. Κυττάζω πιό πέρα, και τί να δώ: μιά γαϊδούρα, προφανώς νεόφερτη στο χωριό μας, ας είναι καλά οι γύφτοι που όλο και φροντίζουν να μην χαθούμε εντελώς από τον χάρτη. Προχωρούσε κουνιστή και λυγιστή, με τα αυτιά της μαζεμένα και γυρισμένα προς τα πίσω, το κεφάλι της ψηλά και το στόμα της ανοιχτό, σε στάση έτοιμη να δεχτεί τον νυμφίο. Και ο νυμφίος ήταν η αφεντιά μου.

 

Έλα όμως που είχα καβάλα τον Παπαγιώργο. Προσπάθησα να του δώσω να καταλάβει πως πρέπει τώρα να κατέβει για να με αφήσει να εκτελέσω το θεάρεστον έργο μου, αλλά πού αυτός. Όσο πλησίαζα τη γαϊδούρα τόσο αυτός φώναζε και μου τραβούσε τα σχοινιά προς την αντίθετη κατεύθυνση για να με φρενάρει, φοβούμενος προφανώς μήπως αμαρτήσω και δώσω το κακό παράδειγμα. Όταν όμως εμείς, τα ζώα, κυριευτούμε από το ένστικτο, δεν μας συγκρατεί τίποτε. Δεν έχουμε την ικανότητα να παίζουμε θέατρο όπως οι άνθρωποι, δηλαδή, να θέλουμε κάτι αλλά να παριστάνουμε πως δεν θέλουμε, εξάλλου δεν υπάρχει κανένας λόγος για κάτι τέτοιο. Γιαυτό και εγώ, αφού δεν υπήρχε άλλη λύση, δίνω κάτι σάλτους για να προλάβω τη γαϊδούρα, και ο καημένος ο παπάς βρέθηκε στο χαντάκι ανάσκελα, αλλού ο παπάς και αλλού τα ράσα του.

 

Όταν τελείωσαν όλα, περίμενα να με ξανακαβαλήσει ο Παπαγιώργος για να συνεχίσουμε την πορεία μας, όμως αυτός δεν κουνιόταν. Περίμενα πολλή ώρα, αλλά δεν σάλευε. Άρχισα να ανησυχώ. Τελικά, πήρα το δρόμο μόνος μου για το σπίτι, όπου ήταν η παπαδιά, και μόλις την είδα άρχισα τα παραπατήματα και τα γρυλίσματα για να της δώσω να καταλάβει, ότι κάτι έχει συμβεί με τον παπά, εφόσον οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν τη γλώσσα μας – ενώ εμείς καταλαβαίνουμε τη δική τους.

 

Βλέποντας η παπαδιά την περίεργη συμπεριφορά μου και παρατηρώντας πως ο παπάς έλειπε, δεν άργησε να καταλάβει πως κάτι κακό είχε γίνει. Έβαλε τις φωνές, ήλθαν γείτονες, τελικά πήγε κάποιος με αμάξι και περιμάζεψε τον παπά, ο οποίος κατέληξε στο νοσοκομείο και έκανε ένα μήνα μέχρι να γίνει καλά.εστον έργο μου, αλλά πού αυτός. ε στΣΤΗ ΛΕΥΚΑΔΑ, ΣΤΗΝ ΑΛΦΑ ΜΠΑΝΓΚ

 

Από τότε που βγήκε από το νοσοκομείο, πάντως, φαίνεται καταβεβλημένος και δεν έχει τολμήσει να μου ξανάμπει καβάλα. Δεν καταλαβαίνει, ο φουκαράς, πως τώρα που πέρασε ο Μάιος δεν υπάρχει πιά κίνδυνος, μέχρι του χρόνου τέτοια εποχή...

 

Εν τω μεταξύ οι ποιητικές βραδιές συνεχίζονται. Τώρα πιά τα λέει η Μαυρέτα τα ποιήματα, και ένα από τα πιό αγαπημένα της είναι και το εξής:

 

Μιά Κυριακή πρωί-πρωί

Η παπαδιά έπλενε βρακί

Αχ, μωρ’ έρημο βρακί

Πουν’ τα δυό και το μακρύ;

 

Γεράσιμος Φουρλάνος

www.fourlanos.com

 

Your rating: None Average: 4.8 (25 votes)