Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 2017


Όταν μας λένε παραμύθια...

 
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας νεαρός πολιτικός, ένας μικρός πρίγκιπας που σαν τους άλλους είχε και αυτός ένα όνειρο: Με τις διασυνδέσεις του, τις αποταμιεύσεις του, τις προσβάσεις του, τις διαπλοκές και τα μέσα του να φτάσει στην αυλή του υπέρτατου αφέντη, του άρχοντα, ιδρυτή, ιδιοκτήτη και αρχηγού του μεγάλου κόμματος.
 
Εκεί, στην αυλή του Μεγάλου, θα ζητούσε, με αγωνία όχι το χέρι της αρχοντοπούλας, επειδή ήταν καλοπαντρεμένος και ο άρχοντας δεν διέθετε θυγατέρα και μάλιστα σε ηλικία γάμου, αλλά θα επαιτούσε να μπει σαν πιστός υπηρέτης και αφοσιωμένος υπήκοος στην κομματική αυλή και στην αριστοκρατία. Και, μετά, στον χώρο σύναξης των γαλαζοαίματων, των ευγενών και των προνομιούχων της χώρας που υπάρχει για χάρη τους. Στη λεγόμενη “βουλή”.
 
Πίστευε απόλυτα στη “μεγάλη ιδέα”: Πόθος του διακαής ήταν ν’ αδράξει κι αυτός την τιμημένη κουτάλα, το σύμβολο του έθνους και της δημοκρατίας.
 
Όταν πλησίασε τη μεγάλη πόρτα χτύπησε με θάρρος και περίμενε να του ανοίξουν για να μπει στον προθάλαμο του αρχοντικού και (ω, τι μεγαλείο και χαρά) να δει τον άρχοντα του κόμματος. Τον απρόσιτο και αμίλητο. Τον αινιγματικό. Τον αναντικατάστατο. Τον Μεγάλο. Τον Ηγέτη.
 
Το όνειρο του έγινε πραγματικότητα. Συνάντησε τον άρχοντα, στα πόδια του οποίου άφησε τις προσφορές του και πήρε την έγκριση και την ποθητή ευλογία.
 
Από τότε η ζωή του άλλαξε. Εντάχθηκε στους αυλικούς και υπηκόους του άρχοντα, στο μεγάλο φεουδαρχικό κόμμα και από το σωτήριο έτος 1993 χρίστηκε και έγινε κάτι περισσότερο από ιππότης.
 
Έλαβε το χρίσμα του υποψήφιου βουλευτή και ο πιστός στον άρχοντα λαός, αφού πανηγύρισε την αναγόρευσή του στο μυστικοσυμβούλιο του άρχοντα, τον έστεψε αληθινό βουλευτή, με όλα τα προνόμια του υπέρτατου τούτου αξιώματος (υλικά και ηθικά, με ασυλίες, αποζημιώσεις, επιδόματα, δώματα και λαδώματα).
 
Έγινε ένας από τους τριακόσιους γαλαζοαίματους του φεουδαρχικού κοινοβουλίου. Μαζί με τους ομότεχνούς του θα ζούσε για πολλά χρόνια μέσα στη χλιδή, με τιμές, επαίνους και μυθικές παροχές, χωρίς να εργάζεται, σαν πριγκιπική βδέλλα.
 
Αργότερα μετείχε και στο ανακτοβούλιο του Ηγέτη σαν εκλεκτό μέλος, γευόμενος το μέλι της εξουσίας και τα άλλα αγαθά.
 
Τα χρόνια κύλησαν. Ο νεαρός που εντάχθηκε στους γαλαζοαίματους μεγάλωσε. Συμπλήρωνε σχεδόν δύο δεκαετίες ανέμελης ζωής σαν φεουδάρχης βουλευτής απολαμβάνοντας όλα τα προνόμια της αριστοκρατικής του τάξης, όταν, ξαφνικά, ξέσπασε στη χώρα που τον έτρεφε μια πρωτόγνωρη (από καιρού προετοιμαζόμενη) θύελλα, που την ονομάτισαν “οικονομική κρίση”.
 
Ο λαός που ζητωκραύγαζε τους άρχοντες για να του πετούν τα ψίχουλα από τα πλούσια τραπέζια τους, άρχισε να ξεσηκώνεται γιατί τον περίζωνε η ανέχεια, η πείνα και η δυστυχία.
 
Όπου κι αν εμφανίζονταν οι βουλευτές – φεουδάρχες αντιμετώπιζαν λαϊκές εξεγέρσεις και μανιασμένες επιθέσεις. Τους έριχναν ο τι έβρισκαν μπροστά τους: Αυγά μελάτα, γιαούρτια με πολλά και λίγα λιπαρά, αλεύρι για ζύμωμα, ντομάτες (γινωμένες και άγουρες), ποικιλίες ζαρζαβατικών, χρώματα από διάφορες μάρκες, κεσεδάκια, καρέκλες και άλλα αντικείμενα που τις περισσότερες φορές πετύχαιναν τον στόχο τους συναντώντας στην τροχιά τους κάποιους από τους στοχευόμενους φεουδάρχες βουλευτές. Συγκεκριμένα, τις κεφάλες τους κατά προτίμηση, που φάνηκαν ιδιαίτερα ανθεκτικές, ξερές και άθραυστες.
 
Ο νέος της ιστορίας μας, καλοθρεμμένος, καλοζωισμένος, υπερήφανος, έχοντας του κόσμου τα καλά, καθώς ξεκουραζόταν από την καθημερινή του ανάπαυση, βυθισμένος στο πουπουλένιο του κάθισμα, μέσα στο απέραντο ανάκτορό του που ήταν χτισμένο κοντά στη θάλασσα (όπου υψώνονται οι επαύλεις της αριστοκρατίας) έξυσε την κεφάλα και τα μαύρα, πλούσια μαλλιά του και σκέφτηκε: “πως θα γλυτώσω το γιαούρτωμα; Πως θ’ αποφύγω τις καρέκλες, τις ντομάτες, το γιουχάισμα και, κυρίως, τις φάπες;”. Αυτή η σκέψη τον βασάνιζε μέρα και νύχτα χωρίς διακοπή. Κόντευε να του γίνει έμμονη ιδέα.
 
Κάποια στιγμή σκέφτηκε να καλέσει την καλή νεράιδα να τον βοηθήσει αλλά ξέροντας πως οι νεράιδες δεν βοηθούν τους καλοζωισμένους και τους αναίσθητους, όπως ο ίδιος σαν αυλικός είχε καταντήσει, συνέχισε να ξύνει με αγωνία, βαθουλώνοντας την ανθεκτική κεφάλα του, μήπως κατεβάσει κάποια ιδέα σωτηρίας.
 
Κάποια στιγμή, ω του θαύματος, καθώς ήταν μπροστά στην τηλεόραση και χάζευε όσα μετέδιδαν οι υποτακτικοί του νέου άρχοντα του κόμματος, κατέβηκε επί τέλους η ιδέα:
 
“Θα κηρύξω επανάσταση. Θα ξεσηκωθώ και θα ξεσηκώσω και όσους περισσότερους μπορέσω απ’ αυτούς με τις καρέκλες, τις ντομάτες και τα γιαούρτια. Τους πεινασμένους χαχόλους που τους χάζεψε η πείνα. Θα τους πείσω πως είμαι μαζί τους και αυτοί, τα μόνιμα κορόιδα, θα με σώσουν. Έτσι, και την κεφάλα μου θα γλυτώσω από τα καρούμπαλα και την περιουσία μου θα επαυξήσω”.
 
Αφού σκέφτηκε, στοχάστηκε και ξανασκέφτηκε, άρχισε να καταστρώνει το σχέδιό του και να το βάζει αμέσως σε εφαρμογή.
 
Αρχικά μιμήθηκε τον ευγενή συνδικαλιστή, ομότεχνό του στη βουλή των φεουδαρχών, με το άσπρο κατσιασμένο μούσι που φώναζε αδιάκοπα από τις τηλεοράσεις χωρίς να έχει σταματημό.
 
Έτσι, άρχισε κι αυτός, χωρίς εμφανή λόγο, να φωνάζει, να κραυγάζει και να γαυγίζει καταδικάζοντας όλα όσα ο ίδιος απολάμβανε και όσα μαζί με τους άλλους αριστοκράτες και πατρικίους έκανε.
 
Μετά άρχισε να πειραματίζεται με άλλους φεουδάρχες και φεουδάρχισες που διέθεταν φωνητικές ικανότητες και είχαν τη δυνατότητα, χωρίς να παίρνουν αναπνοή, να λένε ακαταλαβίστικα, συναγωνιζόμενοι τους πιο ταλαντούχους εκφωνητές των ποδοσφαιρικών αγώνων.
 
Σαν πρότυπό του είχε τον ζερβό αριστοκράτη με τα κατσαρά μαλλιά, το ασπροκίτρινο από το τσιγάρο μουστάκι και την ξύλινη γλώσσα που έλυνε όλα τα προβλήματα χρησιμοποιώντας μαγικές και γι’ αυτό ακαταλαβίστικες φράσεις.
 
Ιδιαίτερα τον εντυπωσίαζε η ικανότητά του να λέει τα πάντα χωρίς να γίνεται αντιληπτός και να πείθει τους άλλους με τη φλύαρη απραξία, τη μακαριότητα και τις ανοησίες του.
 
Προσπάθησε να τον μιμηθεί, κάνοντας πρόβες μπροστά στον καθρέφτη. Ζάρωνε το μέτωπο, πειραματιζόταν με νέες λέξεις, διόρθωνε τις άναρθρες κραυγές του και δεν παράλειψε τις συμβουλές από τους ελληνιστί αποκαλούμενους image makers.
 
Δεν πέρασε πολύς χρόνος, όταν ένας από τους κυρίαρχους άρχοντες των καναλιών τον υποδέχθηκε σαν παιδί του. Τον έβαλε σε όλες τις τηλεοράσεις, από όπου ανελλιπώς εμφανιζόταν βγάζοντας μακρούς, πύρινους λόγους, με προσποιητή οργή και θεατρικό ύφος, γεμάτος αγανάκτηση για τα παθήματα των υπηκόων του που έπρεπε να εξεγερθούν.
 
Φυσικά με αρχηγό τον ίδιο για να τον ανεβάσουν σε ακόμα μεγαλύτερο βάθρο, συνεχίζοντας να γιουχαΐζουν, να γιαουρτώνουν, να εξαπολύουν εύστοχα καρέκλες και τα προαναφερόμενα αντικείμενα στους άλλους και όχι στον ίδιο, τον αρχηγό εκ γενετής, τον εκλεκτό, που τον είχαν προικίσει οι μοίρες και ο Μεγάλος.  
 
Χωρίς ν’ απομακρύνεται από το μεγάλο φεουδαρχικό κόμμα το οποίο διαφέντευε άλλος άρχοντας, υψηλότατος και μοσχαναθρεμμένος, ο πρίγκιπας της ιστορίας μας κήρυξε την επανάστασή του ενάντια στους άλλους αριστοκράτες και τους προνομιούχους και ουσιαστικά ταυτόχρονα στον ίδιο τον εαυτό του.
 
Όντας καλοθρεμμένος, διέθετε τα προσόντα που συγκεντρώνει το είδος του. Είχε περίσσευμα αναίδειας, αναλγησία, αφιλοτιμία, προκλητικότητα και ήταν αδίσταχτος, ψυχρός, αδιόρθωτος και κυρίως ασυνείδητος.
 
Με αυτά τα εφόδια, αφού απομακρύνθηκε από το κληρονομικό κόμμα που τον ανέδειξε από την ανυπαρξία και τον διέθρεψε με στοργή και συνέπεια, έστειλε τους ηλεκτρονικούς τελάληδες σε ολόκληρη τη χώρα να διαλαλήσουν τη δημιουργία καινούργιου φέουδου, που, λόγω των ημερών, το μασκάρεψε σε “κίνημα”.
 
Κίνημα ακατασίγαστο είχε το περιεχόμενο των κρανίων των υποτακτικών του που ήθελε να τους αυξήσει σε διακόσιες χιλιάδες, γνωρίζοντας πως όχι ο ίδιος αλλά πλήθος ολόκληρο διέθετε καμένους εγκεφάλους. Κενούς περιεχομένου, μέσα στους οποίους πάφλαζαν κυματίζοντας άγρια κύματα ανοησίας.
 
Αυτό το πλήθος των κουνημένων ήταν πρόθυμο να ιδρύσει τάχα, μαζί με τον πρίγκιπα, το νέο φέουδο – κίνημα για να συνεχίσει να δοξάζεται ο πρίγκιπας και να ζει πλουτίζοντας, χωρίς να εργάζεται. Όπως έκαναν διαχρονικά και κάνουν οι πρίγκιπες και οι πατρίκιοι.
 
Γνωρίζοντας σε ποιους απευθύνεται ο ήρωας του παραμυθιού μας, οργισμένος, αγανακτισμένος, με παραπανήσια κιλά και άφθονη θρασύτητα, διέταξε τους ειδικούς να του κατασκευάσουν νέο οικόσημο, με θυρεό, επειδή το παλιό ανήκε στον διάδοχο του μεγάλου Ηγέτη και δεν τον εξέφραζε. Είχε πια μεγαλώσει. Είχε πείρα και δεν μπορούσε τίποτα να τον εμποδίσει.
 
Η ανοησία των πολλών ήταν ο ισχυρός του σύμμαχος μαζί με την απώλεια μνήμης που παθαίνουν οι περισσότεροι, όταν ζουν στο μολυσμένο από την ασθένεια της ξεροκεφαλιάς περιβάλλον της χώρας μας.
 
Έτσι, γεννήθηκε το νέο μαγαζί του πρίγκιπά μας που το βάφτισε “ανεξάρτητοι Έλληνες”.
 
Και όπως λένε τα παραμύθια, ζει αυτός πάντα καλά και εμείς “καλύτερα”. Με την ευχή: “και μη χειρότερα”.
 
 
Ε. Παπαδάκης

 

Your rating: None Average: 5 (17 votes)