Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2019


Που θέλει να ανήκει η Ελλάδα

Που θέλει να ανήκει η Ελλάδα και που ανήκει, στη Δύση, στην Ανατολή, στον Βορρά η στον Νότο;

Έλληνας διεθνολόγος παρατήρησε πως η Τουρκία, μετά τη νίκη της και την ελληνική εφιαλτική καταστροφή στη Μικρά Ασία (την αληθινή δεύτερη γενοκτονία τού 20ού αιώνα, μετά την πλήρη και ριζική εξόντωση των Αρμενίων), στράφηκε προς τη Δύση με σταθερό και συνεπή προσανατολισμό, αξιοποιώντας παράλληλα όλες τις δυνατότητες που παρέχει σε αυτήν η γεωγραφική της θέση, το μέγεθος, εδαφικό και πληθυσμιακό, και η ισχύς της, εξερχόμενη βαθμιαία από την υπανάπτυξη και τον θρησκευτικό φανατισμό και εισερχόμενη στην πρόοδο και στον σύγχρονο πολιτισμό.
 
Αντίθετα, ο μόνιμος προσανατολισμός τής Ελλάδας ήταν και εξακολουθεί να είναι προς την Ανατολή και, ειδικότερα, προς το οθωμανικό παρελθόν, την επί αιώνες (όχι μόνο τέσσερις, όπως συνήθως λέγεται) τουρκική κατοχή τού ευρύτερου καθώς και του ελλαδικού χώρου, που η πλειονότητα των σύγχρονων Ελλήνων αναπολεί με νοσταλγία.
 
Έτσι, ως γνήσιο και παραδοσιακό αναγνωρίζεται από τον μέσο κάτοικο της σύγχρονης Ελλάδας κάθε τι που θυμίζει Ανατολή και, συγκεκριμένα, γνήσια οθωμανική αυτοκρατορία, τούρκικη γλώσσα, οθωμανικά ήθη και έθιμα, οθωμανική νοοτροπία και ραγιαδισμό.
 
Ο κάτοικος της σημερινής Ελλάδας (ο τέως Ρωμιός και ήδη Έλληνας) -αναφερόμαστε στη συντριπτική πλειονοψηφία- τέρπεται ν’ ακούει με πάθος κυρίως ανατολίτικη μουσική (“λαϊκή”), δηλαδή μακρόσυρτους αμανέδες (ακόμη και στις εκκλησίες), αποκλείοντας απολύτως ως παρωχημένη την κλασική και την έντεχνη μουσική, ηδονίζεται να χορεύει ζεϊμπέκικα, “χασάπικα” και παρόμοια βαριά ανατολίτικης προέλευσης, αρέσκεται ν’ αναφέρεται σε “ντολμάδες”, “μπουγάτσες”, “σισκεμπάπ”, “τασκεμπάπ”, “ιμάμ μπαϊλντί”, “πενιρλί”, “εκμέκ”, “καζάν ντιπί”, “ταούκ κιοκτσού” και τα λοιπά εύηχα εδέσματα και θεωρεί γνήσια και σύγχρονη την ελληνική γλώσσα, που περιλαμβάνει απαραιτήτως τις λέξεις των θεωρούμενων ως πραγματικών προγόνων, όπως, για παράδειγμα, “κονάκι”, “χαγιάτι”, “οντάς”, “τσαρδί” και “κιόσκι”, αναφερόμενος στον άτιμο “ντουνιά”, στο “ζόρι” που υφίσταται, στο “μπόι” που έμεινε μικρό, στο “σόι”, στον “μπαμπά” και στον “μπατζανάκη” του, στο “ντουφέκι”, στο “αραλίκι”, στον “τεμπέλη” και στις άλλες φριχτές και κακόηχες λέξεις, με κυρίαρχη αυτή του “παπουτσιού” και των “αχαΐρευτων” πολιτικών [βλέπε και στην εφημερίδα “Εστία”, την εφημερίδα γνώμης (που συντάσσεται μάλλον σε λόγια γλώσσα), της 23.06.2011, όπου, ένα από τα κύρια πρωτοσέλιδα άρθρα φέρει τον τίτλο “το κρασί του μπεκρή”].
 
Ιδιαίτερα στην αριστοτεχνική χρήση τής οθωμανικής γλώσσας διαπρέπουν οι σύγχρονοι ανεπάγγελτοι στην πλειονοψηφία τους “πολιτικοί”, οι οποίοι, χωρίς εξαίρεση, δηλώνουν και ειδοποιούν συνεχώς πως δεν πρέπει να είμαστε μπαταχτσίδες (ή, λογιότερα, “μπαταξίδες”), έπρεπε να πάρουμε “χαμπάρι” την επερχόμενη κρίση, δεν επιτρέπεται να πωληθεί δημόσια περιουσία “μπιρ παρά” και ασφαλώς επιβάλλεται να σταματήσει το “ρουσφέτι” και τα “μπαχτσίσια” ή “μπαξίσια”. .
 
Και από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς τής εκκλησίας, που, υποτίθεται, ακολουθεί δρόμο “συντηρητικό” και “παραδοσιακό”, υποστηρίζοντας την εκμάθηση της κοινής ελληνικής ή της γλώσσας των Ευαγγελίων, ομιλούν δάσκαλοι, θεολόγοι και άλλοι ευσεβείς και πεπαιδευμένοι, κυρίες και κύριοι συγγραφείς διηγημάτων και άλλων πονημάτων, χρησιμοποιώντας απαραιτήτως γλώσσα μεστή οθωμανικών λέξεων και φράσεων, που συνήθως διανθίζεται με εκφράσεις μαγκιάς και ασήκωτης εξυπνάδας. Έτσι, μεταξύ του πλήθους των από ραδιόφωνου ομιλητών (υπό την εκκωφαντική υπόκρουση αμανέδων από ένρινους κατά κανόνα ψάλτες, που δεν διαφέρουν από τους Οθωμανούς μουεζίνες), κάποιος άκρως πεπαιδευμένος και έμπειρος φιλόλογος, αναλύοντας με τη συμπαθητική φωνή του τον ευαγγελικό Λόγο και τον Λόγο των εκκλησιαστικών ύμνων, δεν παραλείπει να εξηγεί σε γνήσια οθωμανική γλώσσα ακόμη και τ’ αυτονόητα και ευκόλως καταληπτά εκ του αρχαίου Λόγου, με αποτέλεσμα να μη γίνονται κατανοητές από τους αγνοούντες την οθωμανική ακροατές οι εξηγήσεις και ερμηνείες του σχετικά με τα “τσαπράζια” τα “μπεντένια”, τα “μιντέρια”, τα “κονάκια” όπου “κόνεψε” ο οδοιπόρος, κάνοντας το “χατίρι” στη “βάγια” του, τους “οντάδες”, τα “χαρτζιλίκια”, τα “χαγιάτια” και τις άλλες ακαταλαβίστικες λέξεις, που πρέπει ο ακροατής να υποστεί, να υπομείνει, ν’ αποστηθίσει και, ακολούθως, ν’ ανοίξει το τουρκοελληνικό λεξικό και να εντρυφήσει μελετώντας και μαθαίνοντας τις “παραδοσιακές” αυτές λέξεις.  

Το συμπέρασμα είναι πως η σύγχρονη Ελλάδα ουσιαστικά ανήκει στην Ανατολή (ή “Αναντολού”, στη γνήσια και επίσημη γλώσσα μας) και η ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπήρξε ατυχής, επειδή επιχείρησε (χωρίς να το καταφέρει) αυτή η ένταξη να αποξενώσει τον λαό της από τις γνήσιες ρίζες του. Άλλωστε, η γνωστή καθημερινή συμπεριφορά τού μέσου κατοίκου τής σύγχρονης Ελλάδας, η απαράμιλλη εξυπνάδα του καθώς και η μέχρι τούδε επιλογή των εκπροσώπων του (με τα εκοκκιζόμενα  κομπολόγια, τους αρειμάνιους μύστακες, τον “τσαμπουκά” και τη μαγκιά) επιβεβαιώνει τη διαπίστωση αυτή.

 

Ε. Παπαδάκης

Your rating: None Average: 4.2 (9 votes)