Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2019


Τα Χριστούγεννα, όταν χτύπησε το τσουνάμι!

Ήταν το 2004, όταν ξαφνικά το τσουνάμι έπνιξε την Ινδοκίνα. Λίγα χρόνια πριν ξεσπάσει η “κρίση”. Όταν άλλοι πέθαιναν και άλλοι, εμείς, γιορτάζαμε με τα δανεικά.
 
Τότε διατυπώθηκαν κάποιες σκέψεις, που ισχύουν και σήμερα, μέσα στην κρίση και την οικονομική δυσπραγία. Τότε είχα σκεφτεί πως φέτος ο Χριστός και το τσουνάμι είχαν γεννηθεί μαζί. Ο Χριστός στη παραδοσιακή φάτνη όπως κάθε χρόνο, το τσουνάμι απρόσμενα στη φτωχή Ινδοκίνα. Άγνωστος ο αριθμός των νεκρών. Όπου φτωχός και η μοίρα του.
 
Αυτοί που πνίγηκαν πίστευαν και σε άλλους Θεούς. Δυστυχώς για τα θύματα ο Χριστός γιόρταζε τα γενέθλιά του και οι άλλοι Θεοί όπως αποδείχτηκε είχαν πάει διακοπές. Κι όμως πνίγηκαν τόσοι πολλοί μέσα σε λίγη ώρα. Όλοι όσοι χάθηκαν ή τραυματίστηκαν προσεύχονταν στους ναούς, προσέφεραν δώρα για τους απαιτητικούς Θεούς που δυστυχώς, παρά τις παρακλήσεις και τις προσευχές, δεν είναι κοντά σου όταν τους ψάχνεις. Η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία.
 
Τραγική ειρωνεία και πρόκληση είναι το γεγονός ότι από τον φονικό κατακλυσμό επέζησαν ζώα και πρωτόγονες φυλές που αφουγκράστηκαν έγκαιρα τους παλμούς της γης. Σώθηκαν χωρίς συστήματα προειδοποίησης με γνώση και πίστη στην παράδοση. Επέζησαν χάρις στο σπάνιο ένστικτο αυτοσυντήρησής τους. Επιβίωσαν ακολουθώντας τα σκυλιά και τους ελέφαντες…
 
Δυστυχώς όμως ούτε με το τσουνάμι ιδρώνει το αυτί των ισχυρών, των εμπόρων, των παπάδων. Αυτοί θέλουν να μας επιβάλουν ντε και καλά τα Χριστούγεννα ως γιορτή αγάπης; Να μας κάνουν να ξεχάσουμε το Ιράκ, τον Μπους και τον τρίτο κόσμο και να είμαστε όλοι ευτυχισμένοι και χαρούμενοι! Να πάμε στα ρεβεγιόν, τι λέξη και αυτή! Να ψωνίσουμε με πλαστικό χρήμα (εορτοδάνειο). Να φάμε και να πιούμε του σκασμού. Να πάμε ν’ αδυνατίσουμε στα Bodyline πληρώνοντας με πιστωτική κάρτα για να μπορούμε να παχύνουμε ξανά μανά τρώγοντας. Σύστημα “ακορντεόν” δηλαδή ή φαύλος κύκλος.
 
Το ζητούμενο είναι όμως πώς γλιτώνει κανείς από το “τσουνάμι” της αδιαφορίας, της ασυδοσίας και της υπερκατανάλωσης. Είναι δυνατό π.χ. να βρεθούμε έξω από την ανάπτυξη (;) και τον “πολιτισμό” που τελικά θα αφανίσουν τον πλανήτη; Μπορούμε να αντισταθούμε και πώς;
 
Ποιος μπορεί ας πούμε τα Χριστούγεννα: Να παίζει χαρτιά με φασόλια. Να διαβάζει Παπαδιαμάντη. Να περπατά μες την ομίχλη τ’ ανήφορο για να σμίξει με τους φίλους του για να πιει ένα κρασί μαζί τους τρώγοντας τυρί ελιές και πατάτες ψητές. Να ψάλλει “η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει”. Τότε πιθανόν να καταλάβει, γιατί γεννήθηκε ο Χριστός, τι θα έκανε εάν ερχόταν σήμερα, τί είναι το τσουνάμι ή τέλος πάντων αν είναι “στραβός ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε”.
 
Από τότε που έλεγα τα κάλαντα ξυπόλυτος στα καλντερίμια του χωριού μου και μάζευα τρύπιες δεκάρες μέχρι σήμερα, έχει κυλήσει πολύ νερό στα ποτάμια. Ωστόσο εγώ μπορώ και θέλω ν’ αναπολώ με συγκίνηση και αγάπη εκείνα τα χρόνια. Εκείνα τα χρόνια που κρατώντας ένα λαλάγκι (τηγανίτα) στο χέρι και τις γυαλένιες (γκαζάκια) στη τσέπη, ανακατεμένες με δεκάρες, κατηφόριζα προς την πλατεία του σχολείου, για να παίξω με τα άλλα παιδιά πάνω στο βρεγμένο χώμα μέχρι το σούρουπο. Μετά καθισμένος στο χαμηλό σκαμνί δίπλα στη φωτογωνιά με τ’ αναμμένα κούτσουρα, ζέσταινα τα πόδια και τα χέρια μου μέχρι να βγάλουνε χιονίστρες. Έτρωγα με όρεξη καρβουνιστή σφελίτσα (ψωμί) με αλμυρό τουλουμίσιο τυρί. Άκουγα τις ιστορίες και τα χωρατά των μεγάλων παίζοντας βασιλιά ή πάρτα όλα. Μετά κτυπούσαν οι καμπάνες που μας καλούσαν να πάμε στην εκκλησιά ν’ ακούσουμε το «η Γέννησή σου Χριστέ ο Θεός ανέτειλε τω κόσμω το φως το της γνώσεως…». Η εκκλησία του χωριού μου, μαρμαροπελεκιτή και επιβλητική με ψηλές πέτρινες κολώνες και βυζαντινούς τρούλους σε καλούσε για μεταφυσικές φυγές και περιπλανήσεις μακριά από τον αυστηρό Θεό και τους Άγιους που ποτέ δεν γελάνε. Τα κεριά με το αδύναμο τρεμάμενο φως τους φώτιζαν το εσωτερικό του Ναού και τις φιγούρες των πιστών που διαστέλλονταν και συστέλλονταν συνεχώς σχηματίζοντας μορφές από πίνακες του El Greco.
 
Ο παπάς ορεξάτος και χρυσοποίκιλτος. Οι ψαλτάδες ασκητικοί και λαλίστατοι. Τα τροπάρια και τ’ απολυτίκια εναλλάσσονταν το ’να τ’ άλλο μονότονα, μελωδικά. Θυμάμαι πως πεινούσα γιατί νήστευα. Εντούτοις έκανα γονατιστές (μετάνοιες) κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της γιαγιάς μου και περίμενα πως και πώς να τελειώσει η λειτουργία. Σαν έφθανα στο σπίτι έτρωγα το ζεστό φαγητό που σέρβιρε η μάνα μου πάνω στο σοφρά. Αργότερα ως “απόφοιτος δημοτικού” ντυνόμουνα παπαδάκι (τι διάκριση κι αυτή). Τότε θυμάμαι έτρωγα πρόσφορο κρυφά, μπροστά στην Αγία Προσκομιδή, την ώρα που ο παπάς διάβαζε μπροστά στην Ωραία Πύλη το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο.
 
Τα σημερινά Χριστούγεννα με τα στατιστικώς ελεγχόμενα τραπέζια (…φέτος το τραπέζι των Χριστουγέννων θα είναι ακριβότερο κατά 10 %…) είναι ανούσια και τυποποιημένα. Απλώς με μελαγχολούν και με αναγκάζουν να κρυφτώ ή να τραπώ σε φυγή μέχρι να καταλαγιάσει το χαρούμενο (;) εορταστικό (;) “τσουνάμι” που αφήνει πίσω του παραπανίσια κιλά, αυξημένες δόσεις στις πιστωτικές κάρτες και τις ψυχές άδειες και παραπονεμένες.
 
Όμως, τότε το τσουνάμι ήταν μακριά, στην Ινδοκίνα…
 
 
Φώτης Ανδρέου
Your rating: None Average: 4.6 (16 votes)