Τρίτη 3 Οκτωβρίου 2017


1. Η άφιξη... Πνομ Πενχ (Καμπότζη)

Η πτήση μου στην Πνομ Πενχ (υποχρεωτικά μέσω Μπανγκόκ) κοντεύει να φτάσει στον προορισμό της. Κολλημένος στο παράθυρο του αεροπλάνου μένω έκπληκτος όταν διαπιστώνω το πόσο καθαρά φαίνοταν το τέλος της Ταϊλάνδης και η αρχή της Καμπότζης: Δεν θυμάμαι άλλη φορά που η γεωγραφία και η πολιτική να ταυτίζονταν τόσο ξεκάθαρα. Διότι ξαφνικά βλέπεις τους ατέλειωτους ορυζώνες, τους δρόμους, τα εργοστάσια και τις πόλεις της σχετικά ανεπτυγμένης Ταϊλάνδης να σταματάνε και να αρχίζει μια καταπράσινη ζώνη χωρίς ίχνος ανθρώπινης παρουσίας. Μόνον βλάστηση, ποτάμια και λίμνες. Μέχρι που φτάσαμε σχεδόν πάνω από την Πνομ Πενχ, καμιά ανθρώπινη δραστηριότητα δεν ήταν ορατή από το αεροπλάνο, λες και ολόκληρη η χώρα έπαιζε το κρυφτό. Ώσπου προσγειωθήκαμε στο μικροσκοπικό αεροδρόμιο του Ποτσεντόνγκ.
 
Αν τώρα περίμενε κανείς να αντικρύσει μια έντονη εξωτικότητα με το που πατάει το πόδι του στο έδαφος, έχοντας ακούσει τα όσα ακραία λέγονται για τη Καμπότζη, σίγουρα θα απογοητευτεί, διότι εκ πρώτης όψεως όλα φαίνονται γνώριμα και συνηθισμένα. (Δεν θα ήταν, βέβαια, η πρώτη φορά που η φήμη μιας χώρας δεν συμβάδιζε με την πραγματικότητα.) Το ότι η πόλη έχει χτισθεί από τους Γάλλους σίγουρα συντελεί στο να αισθάνεσαι οικεία.
 
Δύο πράγματα, όμως, με έπεισαν ότι είχα όντως φτάσει στον προορισμό μου. Το πρώτο ήταν οι τεράστιες αφίσες με τις φωτογραφίες του Σιχανούκ και της συμβίας του, της Μονινεάτης, με όλα τα βαρύγδουπα που αρμόζουν σε βασιλιά μιας τριτοκοσμικής χώρας: Πρέα Σαμντάτς Πρεαμπάτ Νοροντόμ Σιχανούκ Βαρμάν, που σημαίνει: Θείος Εκλαμπρότατος Υπερευλογημένος Νοροντόμ Σιχανούκ Βαρμάν. Το κυρίως όνομα είναι Νοροντόμ Σιχανούκ, τα άλλα είναι όλα κοσμητικά. Το δε Βαρμάν το πρόσθεσε η πονηρά αυτή αλώπηξ εκ των υστέρων, για να συνδεθεί με την αρχαία δυναστεία των Βαρμάν και να τον βλέπει ο λαός του σαν ημίθεο.
 
Η λέξη Βαρμάν είναι σανσκριτική, συνδέεται με το ελληνικό άρμα (σημαίνει, όμως, ασπίδα). Είναι,δηλαδή, σαν να πρόσθεταν κάποιοι πολιτικοί μας στην Ελλάδα κανένα Κομνηνός ή Καντακουζηνός στο όνομά τους (αν και σε μερικούς το Κοπρώνυμος θα ταίριαζε καλύτερα), ώστε να μην υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι είναι από τζάκι. Γιατί και εμείς διώξαμε μεν την “αντιλαϊκή” μοναρχία, αλλά αν δεν είσαι από τις τρεις επώνυμες δυναστείες δεν έχεις καμιά ελπίδα να γίνεις πρωθυπουργός της Ελλάδας, εκτός από καμιά υπηρεσιακή κυβέρνηση ή κάτι παρόμοιο. Τηρουμένων των αναλογιών, στην Καμπότζη το σύνταγμα επιτρέπει τους γόνους μόνον τριών οικογενειών να γίνουν βασιλείς: τους Αν Ντούονγκ, τους Νοροντόμ και τους Σισοβάτ. (Η πρώτη δυναστεία έχει πλέον εκλείψει, οπότε στην πράξη μιλάμε μόνον για τους άλλους δύο).
 
Το δεύτερο πράγμα που με έπεισε οριστικά ότι ήμουν στην Καμπότζη ήταν η ζέστη. Ήταν μια ζέστη υγρή και επίμονη, που σε ακολουθούσε διαρκώς και σου αναστάτωνε τους ιδρωτοποιούς σου αδένες. Οι δικοί μου κόντεψαν να τρελαθούν.
 
Η Πνομ Πενχ, λοιπόν, ενώ δεν με σόκαρε με κάποιον κραυγαλέο εξωτισμό, όπως ίσως περίμενα, σίγουρα με καταγοήτευσε. Αυτό, βέβαια, μπορεί εν μέρει να οφείλεται, πέραν της γαλλικής αρχιτεκτονικής, που είναι ακόμη αρκετά εμφανής, και στο ότι περίμενα να δω μια πόλη κατεστραμμένη, ελεεινή και τρισάθλια, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι και τόσο χάλια, ορισμένα μάλιστα κομμάτια της είναι πραγματικά όμορφα.
 
Στα κητάπια, η Πνομ Πενχ αναφέρεται ως η ωραιότερη πόλη που έχτισαν οι Γάλλοι στην Ινδοκίνα. Μου δόθηκε η ευκαιρία να διαπιστώσω πως μάλλον είναι αλήθεια, τουλάχιστον ήταν αλήθεια κάποτε και αυτό φαίνεται ακόμη. Όχι πως το Ανόϊ υστερεί σε τίποτε, από κτιριακής πλευράς μάλιστα υπερτερεί, αλλα καμιά πόλη τέτοιου είδους στη Νοτιοανατολική Ασία δεν συνδυάζει τη μαγική λαγνεία του φολκλορικού Βουδισμού ¨Τεραβάδδα¨ με τη γαλλική αρχιτεκτονική και την τετραγωνισμένη ρυμοτομία της και όλα αυτά μέσα σε μια ατμόσφαιρα τόσο χαρούμενη και αισιόδοξη. Ορισμένες λεωφόροι, όπως η Μονιβόνγκ, η Νοροντόμ, η Σιχανούκ και, προ πάντων, η Σισοβάτ (η παραλία, μπροστά στο παλάτι) σου δίνουν την αίσθηση ότι ο περίπατος δεν είναι μια απλή υπόθεση, αλλά μια πραγματική ιεροτελεστία.
 
Σε σύγκριση με τη Σαϊγκόν, επίσης χτισμένη από τους Γάλλους, η Πνομ Πενχ είναι σαφώς μικρότερη, λιγώτερο μνημειώδης και με μεγαλύτερες ελλείψεις σε υποδομή και σε εμπορικά καταστήματα, αλλά, από την άλλη πλευρά, περισσότερο φιλική, ευχάριστη και ευκολώτερη στον προσανατολισμό.
 
Βέβαια, μετά τα όσα καταστροφικά συνέβησαν, η υποδομή χρειάζεται ριζική αναβάθμιση, όμως η πόλη είναι παρ’ όλα αυτά το κάτι άλλο για τα δεδομένα της Ινδοκίνας. Είναι σχεδόν σαν να είσαι σε μια επαρχιακή πόλη της Γαλλίας, ξεχαρβαλωμένη βέβαια. Πρόκειται για μια γλυκιά, ανέμελη και ευχάριστη πόλη, που πάνω απ’ όλα είναι πόλη, καθαρά “urban”. Ούτε τεράστιο χωριό, όπως η Τζακάρτα, ούτε σαν την Αμερικανίζουσα Κουάλα Λούμπουρ, που είναι μεν σύγχρονη και όμορφη αλλά χωρίς χαρακτήρα και εστίαση, ούτε το τερατώδες συνοθύλευμα της Μπανγκόκ, ούτε η μελαγχολία του Βιετνάμ.
 
Αλλά ούτε και έχει καμιά σχέση η Πνομ Πενχ με τις άλλες “πόλεις” της Καμπότζης, που είναι κυριολεκτικά σαν μεγάλα χωριά, με καθαρά γεωργικό χαρακτήρα, συνήθως επικεντρωμένες γύρω από μια παγόδα και μια λαϊκή αγορά - αν και θα βρεις και εκεί αρκετή γαλλική αρχιτεκτονική.
 
Ένα ασήμαντο χωριό ήταν βέβαια και η Πνομ Πενχ αρχικά, αλλά σαν πόλη δημιουργήθηκε από τους Γάλλους εδώ και 100 περίπου χρόνια, πολλά δε από τα θαυμάσια κτίρια που τη στολίζουν έγιναν επί της πρώτης θητείας Σιχανούκ (1941-1970).
 
Η ατμόσφαιρα της Πνομ Πενχ θυμίζει κάπως και παλιά Αθήνα. Η πόλη είναι μεγαλύτερη και πολυπληθέστερη από ότι νόμιζα (περίπου το μέγεθος της Θεσσαλονίκης), σφύζει από κίνηση και “street life” έχει καλή ρυμοτομία (σε αντίθεση με τους λαβυρίνθους και τα αδιέξοδα της Μπανγκόκ), πλατειές λεωφόρους, μεγάλα πεζοδρόμια, τροπικό πράσινο και πραγματικά εξαίσια αρχιτεκτονήματα, τόσο γαλλοπρεπή όσο και παγοδοειδή.
 
Η παραλία στον ποταμό Μπασάκ, ο οποίος συναντά τον Μεκόνκ λίγο πιο ανατολικά, είναι φοβερά ευχάριστη. Εκεί δεσπόζει το παλάτι του Σιχανούκ, ο λόφος με την ιστορική παγόδα Βατ Πνομ στην κορυφή, η θαυμάσια Αργυρή Παγόδα δίπλα στο παλάτι (όπου το πάτωμα είναι όλο από ασήμι), θεσπέσιες γαλλικές βίλλες που ενίοτε θυμίζουν Κιφισιά, το ξενοδοχείο ΚΑΜΠΟΝΤΙΑΝΑ, εστιατόρια και καφενεία. Εκεί βγαίνουν όλοι για σουλάτσο και η κίνηση είναι ζωηρή και θαυμάσια, γεμάτη ζεστά χαμόγελα, αγγελικές μορφές παιδιών και ντροπαλά αλλά φλογερα βλέμματα ενηλίκων, ανδρών και γυναικών. Αισθάνεσαι άλλος άνθρωπος. Διότι περισσότερο και από την αρχιτεκτονική και τα πάρκα διακοσμεί μιά πόλη το χαμόγελο στα πρόσωπα των ανθρώπων, κάτι που το ξεχάσαμε εντελώς εμείς, στο Ελλαδιστάν.
 
Στους πρόποδες του Βατ Πνομ μπορείς να νοικιάσεις και ελέφαντα να σε κάνει σεργιάνι. Είναι μια εντυπωσιακή εμπειρία, διότι βλέπεις τους ανθρώπους και τα αυτοκίνητα κυριολεκτικά αφ’ υψηλού. Δεν είναι, όμως, τόσο αναπαυτικά όσο νόμιζα, διότι κουνιέσαι σύμφωνα με τους τεράστιους βηματισμούς του ελέφαντα, ο οποίος μάλιστα δεν βαδίζει ευθεία αλλά στρίβει διαρκώς από εδώ και από εκεί, περίεργος για το τι υπάρχει στην άλλη άκρη του δρόμου. Δεν έβλεπα την ώρα να κατέβω!
 
Ο ναός Βατ Πνομ χρίστηκε περί τον 11ο αιώνα από μια ευλαβή γυναίκα ονόματι Πενχ (για να το προφέρετε σωστά, ξεχάστε το «χ» και προσπαθείστε να πείτε «πενιά» πρώτα, μετά ξαναπείτε το αλλά φρενάρετε απότομα χωρίς να πείτε το καταληκτικό «ά» – δεν είναι τόσο δύσκολο όσο ακούγεται!), ύστερα από σχετικό όνειρο περί σκαψίματος σε συγκεκριμένο σημείο για να βρεθεί μιά εικόνα της Παναγίας ...συγγνώμη, εννοώ ένα άγαλμα του Βούδδα. Από το όνομα της κυράς αυτής και τη λέξη Πνομ, που σημαίνει βουνό, προέρχεται και το όνομα της πόλης. Σημαίνει, δηλαδή, η ονομασία Πνομ Πενχ το βουνό της Πενχ.
 
Εξ αιτίας των όσων ακούει κανείς περί ληστειών και κλοπών, υπάρχει μια διάχυτη ανησυχία στον αέρα. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν σε ενοχλεί κανείς (εκτός από τους επίμονους ζητιάνους και τους μικροπωλητές) και ο κόσμος περιορίζεται σε ντροπαλά χαμόγελα. Αν, όμως, τύχει και σου πιάσει κάποιος Πνομπενχέζος την κουβέντα, τότε μαζεύονται και άλλοι, σχηματίζοντας πηγάδι. Αυτό, βέβαια, εμένα με εκνευρίζει, αλλά το να ζητάς την ησυχία σου στον τρίτο κόσμο είναι μεγάλη πολυτέλεια.
 
Φυσικά, η πόλη χρειάζεται γενική αναβάθμιση, μετά από τον πρόσφατο ...τριακονταετή πόλεμο της Καμπότζης. Πολλά από τα πεζοδρόμια είναι κατεστραμμένα, ενώ η άσφαλτος υπάρχει μόνον σε κεντρικές αρτηρίες, στους υπόλοιπους δρόμους εχει καταφαγωθεί ύστερα από τόσα χρόνια παντελούς έλλειψης συντήρησης. Καφενεία και εστιατόρια υπάρχουν πάμπολλα, αλλά τα περισσότερα είναι πραγματικές χαμοκέλες. Η κυκλοφορία είναι εντελώς χαώδης και αρκετά επικίνδυνη, λόγω του τεράστιου αριθμού μοτοποδηλάτων και καροτσιέρηδων.
 
Τουλάχιστον δεν υπάρχουν ζώα μέσα στην πόλη, όπως στην Αφρική. Τα δε άπειρα μηχανάκια, που κυριολεκτικά κυριαρχούν στους δρόμους, δεν κάνουν τον θόρυβο που ξέρουμε από τα μηχανάκια της Ελλάδος, όπου ένα μηχανάκι παράγει τα ντεσιμπέλ που ισοδυναμούν σε τριάντα μπετονιέρες…
 
Γεράσιμος Φουρλάνος  (www.fourlanos.com)

 

Your rating: None Average: 5 (3 votes)