Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2018


15. Η γλώσσα (Καμπότζη)

 

Η γλώσσα των Χμερ ανήκει στην αυστραλοπολυνησιακή οικογένεια και είναι, θα έλεγα, ψευδομονοσύλλαβη. Εννοώ με αυτό όχι μόνον ότι η γλώσσα περιέχει και αρκετές δισύλλαβες και πολυσύλλαβες λέξεις, πράγμα που δεν συμβαίνει με τα Κινέζικα ή τα Βιετναμέζικα, αλλα και το ότι πολλές από τις εμφανιζόμενες ως μονοσύλλαβες λέξεις είναι στην ουσία συντετμημένες δισύλλαβες. Πάντως όσες λέξεις προέρχονται από την Ινδία είναι απροκάλυπτα πολυσύλλαβες, συχνά μάλιστα ολόκληροι σιδηρόδρομοι.

 
Μια από τις πρώτες μορφολογικές ιδιομορφίες που παρατηρεί ο γλωσσολογικά καταρτισμένος επισκέπτης στην Καμπότζη είναι η ύπαρξη δύο ή και τριών συμφώνων μαζί στην αρχή μιας λέξης, σε συνδυασμούς συχνά δυσκολοπρόφερτους, όπως για παράδειγμα η λέξη «τσ’νγανγκ» (= νόστιμος). Λίγο σκάλισμα, όμως, πίσω από αυτό το φαινόμενο μας φυλάει εκπλήξεις. Έτσι, η “μονοσύλλαβη” λέξη “κ’μπαλ” είναι σύντμηση της λέξης “κεπάλα” από τα Μαλαίικα, η οποία με τη σειρά της προέρχεται από τα Σανσκριτικά και σημαίνει, βέβαια, “κεφαλή”. Το ίδιο και η λέξη “κ’ρου” είναι σύντμηση της σανσκριτικής λέξης “γκουρού” και σημαίνει δάσκαλος. Αυτό εννούσα παραπάνω όταν έλεγα ότι πολλές μονοσύλλαβες λέξεις είναι καμουφλαρισμένες πολυσύλλαβες.
 
Από την Ινδία προέρχεται και το αλφάβητο των Χμερ, μάλλον από τη Νότιο Ινδία. Είναι πραγματικό αλφάβητο, δεν πρόκειται για ιδεογράμματα όπως τα Κινέζικα, ούτε για συλλαβογραφήματα, όπως η γραφή της Αιθιοπίας. Θεωρείται ως το εκτενέστερο αλφάβητο που υπάρχει, με πάνω από 100 γράμματα (ο αριθμός τους δεν είναι αυστηρά προσδιορισμένος, αλλά “παίζεται”) και σ’ αυτό βασίζεται και η γραφή της Ταϊλάνδης, του Λάος, και, εν μέρει, της Βιρμανίας. Παλαιοτέρα, υπήρχε παρόμοια γραφή και στην Μαλαισία – Ινδονησία, πριν εισαχθεί η αραβική και κατόπιν, η λατινική.
 
Η γραφή αυτή είναι εξαιρετικά δύσκολη, όπως δύσκολη είναι και η προφορά της γλώσσας. Η γραμματική, όμως, είναι εύκολη, απλή παράθεση λέξεων χωρίς διαφοροποιήσεις στην κατάληξη, ούτε καν διαφορα μεταξύ ενικού και πληθυντικού, και χωρίς άρθρα. Σε σχέση, πάντως, με τα Βιετναμέζικα, τα Ταϊλανδικά ή τα συγγενή με αυτά Λαοτιανά, υπάρχει η ευκολία στα Χμερ ότι δεν είναι τονική γλώσσα. Οι τονικές γλώσσες έχουν συνήθως πέντε-έξη διαφορετικούς τρόπους τονισμού των διαφόρων μονοσυλλάβων, η δε διαφοροποίηση στα τονικά αυτά σκαμπανεβάσματα αλλάξει εντελώς και το νόημα. Ενίοτε καταλήγουμε μάλιστα και στην ακριβώς αντίθετη σημασία, όπως η λέξη κλάη στα Ταϊλανδικά, η οποία με επίπεδο τόνο σημαίνει μακριά, ενώ με κατεβαστό τόνο σημαίνει κοντά... Οι τόνοι αυτοί καθιστούν σχεδόν αδύνατη τη σωστή εκμάθηση των εν λόγω γλωσσών. Όπως οι αλλοδαποί στην Ελλάδα κάνουν συχνά λάθη με τις ατέλειωτες καταλήξεις της γραμματικής μας, με αποτέλεσμα να λένε ο γκόμενός μου αντί να πουν η γκόμενά μου και να δημιουργείται αδιέξοδο στη συνομιλία, έτσι και όταν μιλάς Βιετναμέζικα και κάνεις λάθος στους τόνους είναι όπως ένας ξενικής καταγωγής ορθόδοξος παπάς, που αντί να λέει “τας κεφαλάς ημών τω Κυρίω κλίνωμεν” έλεγε “τας κεφάλας ημών τω Κυρίω κλίνωμεν”. Τεράστια διαφορά.
 
Η γραφή είναι όμορφη, αλλά και πολύ καλικαντζαρέ, θα μπορούσε δε πραγματικά να ήταν πολύ πιο απλή. Εδώ και τώρα, αν θέλανε, θα μπορούσαν να κάνουν μια μεταρρύθμιση ώστε να μπορεί εύκολα ο απλός λαός να διαβάζει και να γράφει, διότι τώρα βασανίζονται πραγματικά, αφού το διάβασμα είναι σκέτη αποκωδικοποίηση...
 
Το αλφάβητο, λοιπόν, περιέχει 69 “βασικά” γράμματα, καθώς και διάφορα περίεργα σημεία στίξεως. Τα 69 αυτά γράμματα περιλαμβάνουν 33 σύμφωνα, 12 ανεξάρτητα φωνήεντα (λέγονται έτσι γιατί έχουν μια σταθερή και δεδομένη προφορά) καθώς και 24 εξαρτημένα φωνήεντα, η προφορά των οποίων αλλάζει ανάλογα με το ποιό σύμφωνο προηγείται. Τα σύμφωνα γράφονται με διάφορους τρόπους, ανάλογα με τη θέση και τη λειτουργία τους σε μια λέξη. Συνολικά, θα πρέπει να υπάρχουν γύρω στα 120 σύμβολα, και εκεί που νομίζεις ότι τα έμαθες όλα ξαφνικά βλέπεις και κάτι το καινούργιο σε μια ταμπέλα ή σε ένα κείμενο, και όταν ρωτάς σου λένε “α, ναι, έχουμε και αυτό, το χρησιμοποιούμε και αυτό καμιά φορά...”.
 
Σημειωτέον, ότι οι ήχοι της γλώσσας, ιδίως τα σύμφωνα, δεν είναι τόσοι πολλοί όσους υποδηλοί ο μεγάλος αριθμός των γραμμάτων. Χρησιμοποιούν, όμως, τέσσερα διαφορετικά κάπα, οκτώ ταυ, τέσσερα πι, δυο λάμδα, δυο σίγμα, δυο ρο κτλ., χωρίς βέβαια να υπάρχει ουσιαστικός λόγος για όλα αυτά, θα έλεγα, ούτε καν λόγοι ιστορικής ορθογραφίας.
 
Μια ακόμη δυσκολία είναι το ότι οι λέξεις γράφονται χωρίς κενά διαστήματα μεταξύ τους, πράγμα που κάνει την ανάγνωση ενός κειμένου πραγματική δοκιμασία.
 
Εξ ίσου περιττή είναι και η δυσκολία που σχετίζεται με την τοποθεσία του κάθε φωνήεντος σε σχέση με το σύμφωνο το οποίο προηγείται και που το προσδιορίζει (ανάλογα με το πιό από όλα εκείνα τα κάπα και τα πι που υπάρχουν διαμορφώνεται και η προφορά των μεταβλητών φωνηέντων). Έτσι, άλλα φωνήεντα γράφονται “κανονικά”, μετά το σύμφωνο, άλλα όμως γράφονται από πάνω του, άλλα από κάτω, άλλα γύρω-γύρω, και άλλα ...μπροστά (δηλαδή, αντί να γράψεις ΝΑ γράφεις ΑΝ, αλλά εξακολουθείς να προφέρεις ΝΑ!). Κάτι τέτοιοι “κανόνες” ισχύουν και για ωρισμένα σύμφωνα, έτσι, το ΚΡΑ γράφεται ΡΚΑ, υπάρχουν δε και ακόμη πιο απίστευτες περιπτώσεις αναγραμματισμού. Έτσι, αν θέλεις να γράψεις ΧΜΕΡ, που είναι ΚΜΑΗ αλλά γράφεται ΚΜΑΗΡ (το ρο στο τέλος των λέξεων δεν προφέρεται), γράφεις ΑΗΚΜΡ, και ούτω κάθε εξής.
 
Κατά τη γνώμη μου, ένα τέτοιο σύστημα γραφής δείχνει την παντελή έλλειψη πρακτικού πνεύματος των εμπνευστών της, που ήταν ινδουϊστές Βραχμάνες. Υπάρχει και μια άλλη εξήγηση, όμως, λίγο πιο παρανοϊκή, κατά την οποία η γραφή έγινε επίτηδες όσο πιο πολύπλοκη γίνεται, ώστε να την κατέχει μόνον η ελίτ και όχι ο λαουτζίκος.
 
Όπως και να έχει το πράγμα, η γραφή αυτή πάντως εγγυάται ότι ο λαός παραμένει ολιγογράμματος.
 
 
Γεράσιμος Φουρλάνος   (www.fourlanos.com)

 

Your rating: None Average: 4.8 (4 votes)