Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 2017


18. Σιχανούκ: Η πονηρά αλλώπηξ (Καμπότζη)

 
Η Οδύσσεια αλλά και η επιβίωση της Καμπότζης ταυτίζεται βασικά με την προσωπική Οδύσσεια του Σιχανούκ, ο οποίος αποδείχθηκε ότι ήταν ένα καθαρά πολιτικό όν και όχι βασιλιάς. Μόλις κατάλαβε, ότι σαν βασιλιάς δεν είχε πραγματική πολιτική εξουσία, που ήταν το πραγματικό του πάθος, παραιτήθηκε αμέσως, έβαλε στο θρόνο τον ...μπαμπά του, ονόματι Σουραμαρίτ, έκανε εκλογές και βγήκε πρωθυπουργός, παίρνοντας μάλιστα όλες τις έδρες στη Βουλή! Σίγουρα θα υπήρξε και βία και νοθεία στις εκλογές εκείνες και σε όλες τις άλλες που επακολούθησαν και που είχαν παρόμοια αποτελέσματα, πλην όμως είναι και γεγονός αναμφισβήτητο ότι οι Καμποτζιανοί τον λάτρεψαν σαν θεό. Όπως είναι και γεγονός ότι ο Σιχανούκ έδωσε τα πάντα για τη χώρα του, άσχετο αν έκανε και λάθη, και επέτυχε και πολλά θετικά.
 
Στην πολιτική του ο Σιχανούκ άλλαζε διαρκώς πορεία, ιδεολογία και συμμάχους. Πήγαινε από σκληρός αντικομμουνιστής μέχρι Βουδοσοσιαλιστής, μέχρι και συμβολικός ηγέτης των Ερυθρών Χμερ έφθασε! Πότε με τους Αμερικάνους, πότε με τους Κινέζους, πότε με τους Αλβανούς, πότε με τους Γιουγκοσλάβους, πότε με τους διάφορους τριτοκοσμικούς – και κυρίως με αυτούς, παραμένοντας συνεπής μόνον σε ένα πράγμα, στην επιβίωση της χώρας του, η οποία (θεωρείται ότι) απειλείται κυρίως από το Βιετνάμ, κάτι που θυμίζει Ελλάδα και Τουρκία.
 
Το 1970 ο Σιχανούκ, ενώ βρισκόταν στη Μόσχα για επίσημη επίσκεψη, ανετράπη πραξικοπηματικά από τον αμερικανόφρονα Λον Νολ, ο οποίος διατυμπάνιζε ως τρομερό προτέρημά του το ότι το όνομά του διαβάζεται και ανάποδα, δηλαδή, από το τέλος προς την αρχή. Αυτό, βέβαια, μοιάζει λίγο και με το ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ, θυμίζει όμως και τα ανάλογα προτερήματα των διαφόρων κατά καιρούς “αντιστασιακών”, αλλά και στις ημέρες μας των αφισσοκολητών. Εξ άλλου, ο Λον Νολ είχε και άλλα προσόντα στο βιογραφικό του, όπως την μεγάλη του πίστη σε μάγισσες και αστρολόγους, χωρίς τη συμβουλή των οποίων δεν αποφάσιζε τίποτε.
 
Ο Λον Νολ, ο οποίος σημειωτέον μέχρι τη στιγμή του πραξικοπήματος εθεωρείτο σαν ένας από τους πιο πιστούς συνεργάτες του Σιχανούκ, κατήργησε τη βασιλεία, καθιέρωσε προεδρικό σύστημα και άλλαξε το όνομα της χώρας σε “Δημοκρατία των Χμερ”. Όσο κράτησε το καθεστώς Λον Νολ, ο Σιχανούκ έμεινε στο Πεκίνο, προσεταιρίστηκε μάλιστα το κομμουνιστικό αντάρτικο της Καμπότζης, τους γνωστούς Ερυθρούς Χμερ, και τότε ήταν που έγινε, θεωρητικά τουλάχιστον, ο αρχηγός τους.
 
Το 1975 οι Ερυθροί Χμερ, με τη βοήθεια των Βιετ Κονγκ και της Κίνας, κατέκτησαν την εξουσία. Η Πνομ Πενχ έπεσε στα χέρια τους στις 17 Απριλίου 1975. Σημειωτέον, ότι η Σαϊγκόν έπεσε στα χέρια των Βιετ Κονγκ μερικές ημέρες αργότερα, στις 30 Απριλίου (ημερομηνία ντροπής για τους Αμερικάνους, οι οποίοι ετράπησαν σε άτακτη φυγή), πράγμα για το οποίο οι Καμποτζιανοί κομμουνιστές δεν έπαψαν ποτέ να αισθάνονται υπερηφάνεια και να κομπάζουν στο στυλ “ΝΕΝΙΚΗΚΑ ΣΕ ΣΟΛΟΜΩΝ”.
 
Όταν ο Σιχανούκ έμαθε τα νέα αυτά στο Πεκίνο κατέφθασε στην Πνομ Πενχ, τον Σεπτεμβριο του 1975, ελπίζοντας ότι θα γινόταν και πάλι ο αρχηγός του κράτους, σαν τιμητικός αρχηγός της αντίστασης που ήταν. Αντ’ αυτού, βρήκε μια πρωτεύουσα παντέρημη, γεμάτη σκουπίδια και γάτες, και ένα καθεστώς μυστηριώδες, όπου κανείς δεν ήξερε ποιός ήταν αρχηγός, τί επεδίωκε, και ποιά ήταν η οργάνωση από πίσω. Βλέποντας αυτά ο Σιχανούκ, και μη λαμβάνοντας καμμιά πρόσκληση ν’ αναλάβει την αρχηγία του κράτους, επιστρέφει στο Πεκίνο.
 
Το καθεστώς, όμως, λόγω της απομόνωσής του, θεώρησε τελικά ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον Σιχανούκ, ο οποίος ήταν διεθνώς γνωστός αλλά και αρκετά αποδεκτός σε πολλούς κύκλους. Έτσι, με τη μεσολάβηση του Τσου Εν Λάι, ο Σιχανούκ πειθαναγκάστηκε να ξαναγυρίσει στην Καμπότζη και μάλιστα να θέσει την πάλαι ποτέ αίγλη του στην υπηρεσία του νέου καθεστώτος. Ξαναγύρισε, λοιπόν, στην Πνομ Πενχ προς το τέλος του 1975, μόνον για να βρεθεί ουσιαστικά φυλακισμένος μέσα στο παλάτι. Επί πλέον, σκότωσαν έξη από τα πάμπολλα παιδιά του (οι κακές γλώσσες λένε ότι δεν μπορούσε καν να θυμηθεί ποιά από τα παιδιά του είχαν αυτή τη μοίρα, ίσως όμως αυτό να είναι και υπερβολή). Λέγεται επίσης, ότι οι Πολποτικοί κατά καιρούς ήθελαν να τον σκοτώσουν και τον ίδιο αλλά συγκρατήθηκαν κατόπιν επιμονής του Τσου Εν Λάι, ο οποίος στο μεταξύ είχε γίνει προσωπικός φίλος των Νοροντόμ.
 
Ο Σιχανούκ παρέμεινε έγκλειστος στο παλάτι μέχρι το 1979 (μόνον μια-δυο φορές τον έβγαλαν έξω οι Πολποτικοί, μάλλον για να τον δείξουν στον κόσμο και να τους κάνουν να αισθανθούν καλύτερα, μέσα στο χάλι που ζούσαν). Περνούσε τις ώρες του ακούγοντας τις ειδήσεις από το ραδιόφωνο, μαθαίνοντας ισπανικά από μια μέθοδο άνευ διδασκάλου, και ασχολούμενος με το μεγάλο του χόμπυ, τη μαγειρική. Επιννόησε, μάλιστα, με δικές του συνταγές, που συνδυάζουν τη γαλλική με την καμποτζιανή κουζίνα.
 
Στο τέλος του 1978 – αρχές του 1979 εισέβαλαν οι Βιετναμέζοι στην Καμπότζη. Μερικές ημέρες πριν φθάσει ο βιετναμέζικος στρατός στην Πνομ Πενχ, ο Πολ Ποτ τον ελευθέρωσε και τον έστειλε στη Νέα Υόρκη για να μιλήσει στον ΟΗΕ υπερασπιζόμενος τα δίκαια της χώρας του, ώστε να καταδικαστεί η εισβολή.
 
Ο Σιχανούκ είναι κατά έναν περίεργο τρόπο αξιολάτρευτος, παρά τα τόσα σφάλματα και τις αταξίες του. Πρόκειτα για μια εξαιρετικά ιδιόρρυθμη, ενδιαφέρουσα και άκρως χαρισματική προσωπικότητα, με δείγματα πολιτικής ιδιοφυίας αλλά και τρέλας. Ανήκει σε αυτούς, που κλέβουν αυτόματα την παράσταση, εμπνέουν εμπιστοσύνη ακόμη και όταν είναι προφανές ότι κοροϊδεύουν και ασκούν γοητεία. Στην Καμπότζη τον λατρεύουν σαν θεό και του συγχωρούν τα πάντα. Το πρόβλημά του τώρα, που τον έκαναν και πάλι βασιλιά, φαίνεται να είναι, ότι προτιμά την πραγματική πολιτική εξουσία και όχι το διακοσμητικό ρόλο του μονάρχη. Ίσως γιαυτό λείπει συνέχεια από την Καμπότζη, ζώντας τον περισσότερο καιρό στο Πεκίνο ή στην Πυονγ Γιανγκ, την πρωτεύουσα της Βορείου Κορέας, όπου του επιδαψιλεύουν βασιλικές τιμές, του παρέχουν μόνιμη φρουρά, και βρίσκει και την ηρεμία του από τους ενοχλητικούς δημοσιογράφους.
 
Επί πλέον, στην Πυονγκ Γιανγκ του δίνεται και η ευκαιρία να επιδίδεται ανεμπόδιστος στα καλλιτεχνικά του ενδιαφέροντα, καθότι τυγχάνει σαξοφωνίστας, τραγουδιστής, χορευτής, μουσικοσυνθέτης, σκηνοθέτης κτλ. (μετρίας επιτυχίας μάλλον, καθώς λένε και οι κακές γλώσσες). Οι σχέσεις του με τη Βόρεια Κορέα είναι προσωπικές και όχι πολιτικές, αφού βασίζονται στην προσωπική του φιλία με τον μακαρίτη τον Κιιμ Ιλ Σουνγκ (που, παρά τον θάνατό του, “είναι” ακόμη ο αρχηγός του Βορειοκορεατικού κράτους!), αυτόν με τους βαρύγδουπους τίτλους του Μεγάλου Ηγέτου και κάτι τέτοια.
 
Υποψιάζομαι, ότι η αλεπού ο Σιχανούκ εκμεταλλεύεται τις αδυναμίες του ματαιόδοξου νυν ηγέτη της Βόρειας Κορέας, υιού και διαδόχου του Κιμ Ιλ Σουνγκ, του επονομαζομένου Αγαπητού Ηγέτη, ο οποίος φαντάζεται ότι είναι μουσικοσυνθέτης. Γράφει λοιπόν όπερες-σαχλαμάρες και μετά διατάζει τον τύπο να τις εκθειάζει ως τα μεγαλύτερα αριστουργήματα της ιστορίας (τύφλα να έχει ο Μότσαρτ). Δεν αποκλείεται, λοιπόν, να συμβάλλει και ο Σιχανούκ στις δήθεν καλλιτεχνικές αυτές δραστηριότητες, τσεπώνοντας έτσι και αρκετά για το προς το ζειν και κάνοντας και το κέφι του.
 
Η Κίνα και η Βόρεια Κορέα του καλύπτουν όλα του τα έξοδα, και έτσι δεν γίνεται και βάρος στην Καμπότζη. Επειδή, όμως, η Κίνα έχει και την πολιτική της και δεν ξέρεις ποτέ τι γίνεται, ας έχουμε και τον Τσιτσάνη από την Πυονγ Γιανγκ για ρεζέρβα και δεν χάλασε ο κόσμος. Ίσα-ίσα, που θα κάνουμε και κανένα γλεντάκι με τις ωραιότατες μουσικές μας συνθέσεις και θα μας καταχειροκροτούν και οι (δήθεν) μερακλωμένοι λακέδες, λες και άκουσαν την 9η συμφωνία του Μπετόβεν. Και να γράφουν και οι εφημερίδες διθυραμβικούς ύμνους την άλλη μέρα (θα μπορούσαν κάλιστα να τους είχαν δημοσιεύσει και από την προηγούμενη ημέρα, έτσι και αλλιώς το περιεχόμενο το ίδιο θα ήταν, αλλά τότε θα έλεγαν οι κακές γλώσσες ότι ο τύπος στη Βόρεια Κορέα απλώς εκτελεί τις διαταγές του Αγαπητού Ηγέτη και δεν είναι καθόλου ανεξάρτητος).
 
Άλλοι λένε, πάλι, ότι ο Σιχανούκ απουσιάζει διαρκώς στο εξωτερικό επίτηδες, για να τον νοσταλγεί ο κόσμος, μέχρι να γίνει καμιά φασαρία και να τον παρακαλέσει το Κοινοβούλιο ή η Κυβέρνηση ν’ αναλάβει έκτακτες αρμοδιότητες, ή, γενικά, να τον λαχταρήσει επιτέλους ο κόσμος και να αυξηθεί η ζήτηση για το πρόσωπό του. Το τελευταίο, μάλιστα, είναι ένα σκεπτικό που απαντάται πολύ συχνά στην Νοτιοανατολική Ασία. Άλλοι, πάλι, παραπονιούνται ότι ο βασιλιάς τους λείπει διαρκώς και ότι κάθε φορά που η χώρα αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα αυτός το σκάει. Μπορεί, πάντως, να λείπει και για λόγους ασφάλειας, καθότι η νεαρά δημοκρατία της Καμπότζης είναι ακόμη ανώριμη και χαρακτηρίζεται από διαρκείς σκευωρίες και ατιμίες. Σε μια συνέντευξή του στο Παρίσι, ο Σιχανούκ είπε κάποτε, ότι το παλάτι στην Πνομ Πενχ έχει πλέον μεταβληθεί σε άντρο κατασκοπείας και ωτακουστείας, αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν αισθάνεται καθόλου άνετα διαμένοντας εκεί. Από την άλλη πλευρά, έχει τόσες άλλες κατοικίες στην Πνομ Πενχ και σε όλη τη χώρα, που δεν θα χρειαζόταν να υποφέρει στο παλάτι, ο καημένος.
 
Επίσημα, πάντως, πηγαίνει τόσο συχνά στο εξωτερικό (κυρίως στο Πεκίνο) για λόγους νοσηλείας, καθότι στα 77 του χρόνια είναι και σαράβαλο, με προστάτες, διαβήτες, καταρράκτες και όλα τα δεινά.
 
 
 
Γεράσιμος Φουρλάνος   (www.fourlanos.com)

 

Your rating: None Average: 5 (4 votes)