Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2018


2. Παπά, νιαμ-νιαμ! (Καμπότζη)

 Ένα έντονο στοιχείο στους κεντρικούς δρόμους της Πνομ Πενχ (που αναφέρεται στο άρθρο "Η Πνομ Πενχ")είναι η παρουσία των ζητιάνων. Αρκετοί από αυτούς είναι τραυματίες πολέμου, αν και ένα μεγάλο ποσοστό παριστάνουν τους τραυματίες χωρίς να είναι («ελεείστε στραβοί τον ανοιχτομάτη»).
 
Είναι βέβαια η ζητιανιά, γενικά, μιά έκφανση οργανωμένου εγκλήματος, διότι υπάρχουν κλίκες που οργανώνουν άτομα με διάφορες αναπηρίες (ενίοτε, μάλιστα, δημιουργούν οι ίδιοι τις “αναπηρίες” αυτές), και τα χρησιμοποιούν κατόπιν για να προκαλούν τον οίκτο των περαστικών και να τα μαζεύουν. Οι εν λόγω οργανωτές τρόπω τινά “συντηρούν” και “φροντίζουν” τους ζητιάνους σε διάφορες τρώγλες, τους αφήνουν ένα χαρτζηλίκι και τα υπόλοιπα τα νέμονται αυτοί. Έτσι, κάποιος που έχει περί τους εκατό ζητιάνους υπό την αιγίδα του μπορεί άνετα να κερδίζει περισσότερα και από έναν υψηλόβαθμο διπλωμάτη ή υπάλληλο διεθνούς οργανισμού.
 
Οι ίδιοι πάντως οι ζητιάνοι, στην Καμπότζη, εκτός από την επίμονη ενοχλητικότητά τους δεν αποτελούν άμεση απειλή για τον περαστικό. Θα μπορούσαν να ήταν πιό επικίνδυνοι αν επιδίδονταν και στην λωποδυσία, για παράδειγμα, στερούνται όμως των σχετικών ικανοτήτων. Στον τομέα αυτό διαπρέπουν οι συνάδελφοί τους στο Βιετνάμ...
 
Οι ικανότητες, βέβαια, αυτές αναπτύσσονται με τον χρόνο και με τα κατάλληλα εκπαιδευτικά προγράμματα των μαφιόζων. Έτσι, έτυχε μιά φορά να παραστώ μάρτυρας ενός τέτοιου “σεμιναρίου”, όπου οι μαθητές ήταν μικρά παιδιά. Ο εκπαιδευτής είχε συγκεντρώσει καμμιά δεκαριά παιδάκια και τους παρέδιδε το μάθημα, κάτω από ένα δένδρο στην ακτή Σισοβάτ, εκεί που γίνεται ο απογευματινός περίπατος όλων. Δεν καταλάβαινα, βέβαια, τι τους έλεγε στη γλώσσα τους, πρόσεξα, όμως, μια φράση, που την επαναλάμβανε συνέχεια, και μου φαίνονταν γνωστή: Παπά, νιάμ-νιάμ! Παπά, νιάμ-νιάμ! Παπά, νιάμ-νιάμ! Και έλεγα με τον νου μου: τί να σημαίνει άραγε αυτό;
 
Δεν άργησα να καταλάβω. Μόλις ο εκπαιδευτής με είδε να πλησιάζω, άλλαξε αμέσως ύφος και τόνο, το πρόσωπό του και η φωνή του απέκτησαν ζωηράδα και βιασύνη, κάτι είπε στα παιδιά και αυτά εγκατέλειψαν αμέσως το “μάθημα”, έτρεξαν προς το μέρος μου με απλωμένα χεράκια, και άρχισαν να μου φωνάζουν με μια φωνή όλο παρακάλιο: «Παπά, νιάμ-νιάμ! Παπά, νιάμ-νιάμ! Παπά, νιάμ-νιάμ!» Όπερ μεθερμηνευόμενον εστίν, «Πατέρα, φαΐ! Πατέρα, φαΐ! Πατέρα, φαΐ», όπως έμαθα αργότερα. Και ήταν αυτό το «Παπά, νιάμ-νιάμ» το αιώνιο ρεφρέν, που θα σημάδευε όλη την τετραετή παραμονή μου στην Καμπότζη.
 
Κατά τα κρατούντα στην Ινδοκίνα, οι Πνομπενχέζοι είναι ένας λαός με υπερσυντηρητικές αξίες στην θεωρία και κουραφέξαλα στην πράξη. Αλλά το θέμα είναι και ταξικό, διότι η άρχουσα τάξη φαίνεται να επιμένει περισσότερο στον (δήθεν) πουριτανισμό, ενώ οι φτωχές τάξεις είναι πολύ πιό έκφυλες.
 
Εδώ έχουμε ήδη μπει στα χωράφια της “πάλης των τάξεων” στην Καμπότζη. Το γράφω εντός εισαγωγικών διότι οι Χμερ αποδέχονται απόλυτα την ύπαρξη τεραστίων διαφορών μεταξύ των τάξεων, σαν ένα φυσικό φαινόμενο, και αν ο Κάρολος Μαρξ είχε δοκιμάσει τις θεωρίες του σε μια τέτοια χώρα θα τις είχε σίγουρα αποκηρύξει μετά βδελυγμίας και ο ίδιος. - Είπα “φυσικό”, αλλά μάλλον ως “μεταφυσικό” φαινόμενο θεωρούνται οι ακραίες ταξικές διαφορές στην Καμπότζη, αφού ο κοινωνικός ξεπεσμός, ακόμη και οι φρικτές αρρώστειες και αναπηρίες αποδίδονται σε κακό “κάρμα”, δηλαδή, σε αμαρτίες μιας προηγούμενης ζωής, άρα, καλά να πάθουμε.
 
Ο ταξικός χαρακτήρας των πάντων είναι βαθιά ριζωμένος στη σκέψη, ακόμη και στη γλώσσα, πράγμα που σημαίνει ότι δεν πρόκειται να εξαλειφθεί εύκολα εκτός αν γίνει πρώτα γλωσσική μεταρρύθμιση περίπου σαν αυτή που έκαναν οι Σοσιαλδημοκράτες στη Σουηδία, όπου κατάργησαν το “εσείς” και λένε τώρα “εσύ” στους πάντες, ακόμη και στον πρωθυπουργό.
 
Έτσι, ένα από τα πιο δύσκολα κεφάλαια στη γραμματική της Καμποτζιανής γλώσσας είναι το να μάθεις πως να απευθύνεσαι σε κάποιον, διότι χρησιμοποιούνται διαφορετικές αντωνυμίες ανάλογα με το ποιός μιλάει σε ποιόν (τί ηλικία έχουν οι συνομιλούντες, τι κοινωνική στάθμη κτλ.). Επί πλέον, τα περισσότερα ρήματα, ιδίως αυτά που εκφράζουν συνηθισμένες πράξεις της καθημερινής ζωής (όπως «τρώγω», «περπατώ», «βλέπω» κτλ.) διαφέρουν ανάλογα με την κοινωνική τάξη. Άλλο ρήμα θα βάλεις όταν τρώει ο βασιληάς («γευματίζει», ή κάτι τέτοιο) και άλλο όταν τρώει ο φουκαράς (κάτι σαν «περιδρομιάζει», ας πούμε…).
 
Οι Πνομπενχέζοι είναι όμορφος κόσμος με απλή, σχεδόν παιδική ψυχολογία. Όπως δε σχεδόν σε όλον τον τρίτο κόσμο, ο πολιτισμός τους, εκτός από ταξικός, είναι και καθαρά αγροτικός (και ας είναι “πρωτευουσιάνοι”), πράγμα που φαίνεται παντού. Ξυπνάνε τα χαράματα και κοιμούνται νωρίς το βράδυ, όταν τρώνε στο τραπέζι συμπεριφέρονται κυριολεκτικά σαν γουρούνια (απίστευτα θορυβώδες μάσημα, διαρκή ρεψίματα και λόξυγκες, πέταμα αποφαγίων και μασουλιδίων στο πάτωμα, φτυσίματα κτλ.). Αν κάποιος είναι λίγο σιχασιάρης, καλό είναι να αποφεύγει να συντρώγει μαζί τους… Όπως δε όλοι οι αγροτικοί πληθυσμοί, σε θέματα ποιότητας ζωής οι Πνομπενχέζοι ενδιαφέρονται για ποσότητα μάλλον παρά για ποιότητα, για παράδειγμα, μεγάλα σπίτια αλλά κακοφτιαγμένα, αντί για μικρότερα αλλά καλύτερα, και πολλά λεφτά στην τράπεζα αλλά φτωχικός τρόπος ζωής. Επί πλέον, ρέπουν υπερβολικά προς την δεισιδαιμονία, τα γιατροσόφια, τα μάγια, τα ξόρκια και τις βασκανίες, πιστεύουν ακράδαντα στα φαντάσματα και άλλα τέτοια. Αν ακούσουν ότι έχεις διαβήτη, για παράδειγμα, σπεύδουν να σου φέρουν διάφορα πρακτικά φάρμακα, τα οποία συνήθως βασίζονται σε γλυκά φρούτα και βότανα, δηλαδή, ότι πρέπει αν θέλεις να αυτοκτονήσεις...
 
Έτσι, ένας δικαστής μου είπε κάποτε (και το εννοούσε σοβαρά) ότι αν μου επιτεθεί κανένας ληστής στο δρόμο, να απαγγείλω επτά φορές μιά ιερή φράση, η οποία θα τον αναγκάσει οπωσδήποτε να φύγει.
 
Η φράση αυτή, αν κανείς θέλει (η μάλλον, προλάβει) να την δοκιμάσει, προέρχεται από την ιερή Ινδική γλώσσα Παλί των Βουδιστών, και έχει ως εξής:
 
Ποτό Πατάνγκ Νυάκ-Νυάκ Τανγκ Αραχάνγκ Ποτό
 
Μιά δοκιμή θα σας πείσει. Το πολύ-πολύ να σας περάσει ο ληστής γιά δραπέτη του φρενοκομείου και να το βάλει έντρομος στα πόδια, το οποίο βέβαια θα ήταν και το ζητούμενο...
 
Βέβαια, η νομική αυτή σκέψη του εν λόγω δικαστικού ήταν αρκετά ακίνδυνη σε σχέση με κάτι που με ρώτησε ένας εισαγγελέας σε σχετικό σεμινάριο: αναρωτιόταν αν ήταν αποδεκτή αποδεικτική μέθοδος κατά τη διάρκεια μιας δίκης να ζητήσουν από τον κατηγορούμενο να πιεί ένα δηλητήριο. Υποτίθεται, σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, πως αν ήταν αθώος το δηλητήριο δεν θα τον πείραζε!..
 
Πάντως οι δρόμοι της Πνομ Πενχ δεν θα σας αφήσουν αδιάφορους από τα διάφορα αξιοπερίεργα που θα συναντήσετε:
  • Βλέπετε πάρα πολλά γυναικόπαιδα και ελάχιστους γέρους. Ίσως γιαυτό να απαιτείται η εισαγωγή γέρων από την Ευρώπη και την Αμερική (ας μην ξεχνάμε και την Αυστραλία). Η πλειοψηφία των σημερινών Πνομπενχέζων είναι κάτω των 18 ετών!
  • Οι Ερυθροί Χμερ είχαν καταλάβει μεγάλα τμήματα της υπαίθρου ήδη από το 1973, όπου είχαν επιβάλει τον ζουγκλο-βλαχοσοσιαλισμό τους. Όσοι έζησαν υπό τέτοιες συνθήκες συμπεριφέρονται σαν να μην έχουν δει ποτέ σπίτι και σαν να μην έχουν καθίσει ποτέ σε τραπέζι να φάνε σαν άνθρωποι.
  • Ο τόπος είναι γεμάτος από Βουδιστές μοναχούς, οι οποίοι έχουν ένα περίεργο σύστημα ζητιανιάς: Γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι με μια κίτρινη σακούλα (για να είναι ασορτί με το ράσο), μέσα στην οποία υπάρχει ένα δοχείο. Σε αυτό ρίχνουν διάφορα φαγητά οι ευλαβείς νοικοκυρές. Κατά την ιεροπρεπή αυτή ζητιανιά, οι μοναχοί απαγορεύεται να μιλούν και να φορούν παπούτσια.
  • Αν ρωτήσεις έναν Καμποτζιανό, σε τι διαφέρει ο Βουδισμός ο δικός τους, που ονομάζεται Τεραβάδδα, από την Χιναγιάνα των Κινεζοβιετναμέζων, θα σου πει τα εξής: Στην Τεραβάδδα ο μοναχός όταν ζητιανεύει συγκεντρώνει όλα τα φαγητά στο ίδιο δοχείο, ενώ ο μοναχός Χιναγιάνα έχει ξεχωριστά δοχεία για τα διαφορετικά φαγητά.  Φαντάσου να τρως βλήτα ανακατεμένα με παστίτσιο και μπακλαβά...
  • Οι κακές γλώσσες λένε, ότι όλοι αυτοί οι μοναχοί απλώς κοπροσκυλιάζουν στις παγόδες, ενώ από καιρού εις καιρόν όλο και βγαίνουν διάφορα σκάνδαλα στην επιφάνεια, είτε σεξουαλικής είτε οικονομικής φύσεως. Γεγονός είναι πάντως, ότι η ιδιότητα του μοναχού δεν είναι μόνιμη, αλλά ένα είδος θητείας. Πολλά φτωχόπαιδα γίνονται μοναχοί για δυο-τρια χρόνια, και μέσα στο διαστημα αυτό αφ’ ενός μεν αποκτούν κάποια εκπαίδευση (διότι οι παγόδες εξακολουθούν να λειτουργούν και σαν σχολεία), αλλά μαζεύουν και λεφτά (προσφέροντας θρησκευτικές υπηρεσίες) ώστε “αποφοιτώντας” να έχουν τα απαραίτητα να αγοράσουν ένα σπιτάκι, να παντρευτούν και να νοικοκυρευτούν.
  • Ο Καμποτζιανός Βουδισμός είναι πιο πολύ φολκλόρ (και δεισιδαιμονία) παρά θρησκεία, οι δε παγόδες θυμίζουν τσίρκο. Μέσα θα δείτε γάτες, λαχανικά, φρούτα και ρίζια, ανθρώπους να καπνίζουν (και μάλιστα εν ώρα λατρείας, ακόμη δε και οι ίδιοι οι μοναχοί καπνίζουν και πίνουν τσάγια και κόκα-κόλες την ώρα της λειτουργίας) να κοιμούνται, να τρώνε, να κουβεντιάζουν κτλ. Τύφλα να έχει η χάβρα των ιουδαίων.
  • Στην αγορά βλέπεις ένα σωρό πρωτάκουστα επαγγέλματα:
    • Αεριτζήδες, που περιφέρονται στις λαϊκές αγορές με μια βεντάλια και κάνουν αέρα στους περαστικούς έναντι ευτελούς αμοιβής.
    • Καροτσιέρηδες, που σε μεταφέρουν όπου θέλεις πάνω σε ένα τρίκυκλο ποδήλατο, δίκην αναπηρικής πολυθρόνας.
    • Μοτοταξιτζήδες, που σε μεταφέρουν επίσης όπου θέλεις αλλά με μηχανάκι  αυτή τη φορά (σημειωτέον, ότι τα πρώτα πραγματικά ταξί εμφανίστηκαν στην Πνομ Πενχ μόλις το 1998).
    • Κουρευτάδες, που σου κόβουν τα μαλιά στο δρόμο, συνήθως κάτω από ένα δένδρο.
    • Εντομοπώληδες, που σου πουλάνε τηγανητές ακρίδες, σκαραβαίους και τζιτζίκια, τα οποία θεωρούνται λιχουδιές στην Καμπότζη (όπως και στη γειτονική Ταϊλάνδη).
    • Αυγοπώληδες, που σου σερβίρουν βραστά αυγά με το πουλάκι μέσα παρακαλώ! Και κρέας, και αυγό μαζί, μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια!
    • Τηγανιτζήδες, που βγαίνουν με ένα τηγάνι, μια γκαζιέρα και δυο σκαμνιά στο δρόμο και στήνουν αυτοσχέδιο εστιατόριο.
    • Τρομπαδόροι, που στήνονται στο δρόμο με μια τρόμπα και περιμένουν (μάλλον προσεύχονται, ενίοτε δε «συν Αθηνά και χείρα κινούν», δημιουργώντας τις κατάλληλες συνθήκες...) να πάθει κανείς λάστιχο, για να φουσκώσουν τις ρόδες του οχήματος.
    • Παγοπώληδες, που πουλούν πάγο, όπως στην παλιά Αθήνα.
    • Ιεροί ζητιάνοι, και μάλιστα εκσυγχρονισμένοι, οι οποίοι στήνονται στη γωνία εφοδιασμένοι με μια απλή μικροφωνική εγκατάσταση και διαβάζουν προσευχές και ψαλμωδίες με το αζημίωτο, διότι δωρεάν θρησκεία δεν υπάρχει, που λεει και ο παπα-Τσάκαλος.
    • Βενζινοπώλες, που την αράζουν στο πεζοδρόμιο και πουλάνε βενζίνη στα μηχανάκια, συνήθως μέσα σε μπουκάλια πορτοκαλάδας ή κοκα-κόλας (ανάλογα με τα οκτάνια).
    • Πολυπράγμονες, συνήθως δημόσιοι υπάλληλοι κατά κόσμον, που λόγω χαμηλού μισθού κάνουν και δεύτερη δουλειά, συνήθως εντελώς αταίριαστη με την πρώτη. Έτσι, ο Διευθυντής της γειτονικής Τράπεζας είναι και μαραγκός, ο Υποδιευθυντής στήνεται στις γωνίες με ένα καλάθι και πουλάει πορτοκάλια, ο Εισαγγελέας είναι και μανάβης, ο Πρόεδρος Πρωτοδικών είναι και μυλωνάς, ο Υποδιευθυντής της ΕΣΑ είναι και τηγανιτζής, ο νοσοκομειακός ιατρός είναι και μπακάλης, ο δε οδοντίατρος έχει και θρανία στο ιατρείο του και παραδίδει μαθήματα Αγγλικής στους ...ασθενείς του (¨για τα δόντια σας ήλθατε, ή για τη γλώσσα;).

Η καθημερινή ζωή του ξένου στην Πνομ Πενχ είναι πότε όμορφα και ωραία και πότε ένα σωρό ενοχλήσεις, όπως οι διαρκείς διακοπές ρεύματος, διαδηλώσεις, και φοβερή ηχορύπανση (ευτυχώς, όχι από μηχανάκια, κυρίως από παγόδες). Η Καμπότζη συναγωνίζεται την Ελλάδα σ’ αυτό το σημείο!
 
Γεράσιμος Φουρλάνος  (www.fourlanos.com)
 
 
Your rating: None Average: 4.4 (8 votes)