Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου 2017


5. Οι ερυθροί Χμερ (Καμπότζη)

 
Όπως είπα, η πόλη νεκρώνει εντελώς το βράδυ. Αυτό οφείλεται και στα προβλήματα ασφαλείας, που όντως υπάρχουν, αλλά όχι μόνον. Είναι και το ότι αυτοί που κατοικούν σήμερα στην Πνομ Πενχ δεν είναι οι αρχικοί της κάτοικοι. Διότι το 1975 οι Κομμουνιστές του Πολ Ποτ, οι “Ερυθροί Χμερ” (“LesKhmersRouges”, όπως τους ονόμασε ο Σιχανούκ), κατέλαβαν την πρωτεύουσα και το πρώτο που έκαναν ήταν να την αδειάσουν εντελώς μέσα σε δύο εβδομάδες. Οι ελάχιστες φωτογραφίες που υπάρχουν από την περίοδο εκείνη είναι εφιαλτικές: Μια πόλη φάντασμα, ούτε ψυχή στους δρόμους, μόνον γάτες και σκουπίδια.
 
Έτσι, ο αστικός πληθυσμός της Πνομ Πενχ βρέθηκε ξαφνικά μέσα στη ζούγκλα με την εντολή να την …καλλιεργήσουν για να ζήσουν. Εδώ και επαγγελματίας γεωργός να είσαι, και να έχεις στη διάθεσή σου όλα τα απαραίτητα εργαλεία και μηχανήματα, και πάλι δεν μιλάμε για εύκολα πράγματα. Εννοείται, ότι ελάχιστοι γλίτωσαν από την ελονοσία, την πείνα και τις κακουχίες. Εκτός δε του ότι ήταν άσχετοι με τη γεωργία, υπέστησαν και ανείπωτους διωγμούς. Θεωρήθηκαν αυτοδίκαια ως παράσιτα της κοινωνίας από τους Πολποτικούς, ταξινομήθηκαν σαν δήθεν Νέοι Άνθρωποι, σε αντίθεση με τους ήδη ή εξ ορισμού “φωτισμένους” οπαδούς της μυστήριας Επαναστατικής Οργάνωσης (“Ανγκά Παντεβάτ”), όπως ήταν γνωστή, πράγμα που σήμαινε ότι είχαν μειωμένα δικαιώματα ως προς τα πάντα. Μάλιστα. Οι γέροι έγιναν “νέοι”, και οι νέοι έγιναν οι παλαιοί των ημερών, σηκώθηκαν τα πόδια να χτυπήσουν το κεφάλι που λέμε. Έπρεπε δε οι “Νέοι” αυτοί Άνθρωποι (που μπορούσε να ήταν και στα εβδομήντα τους) να υπακούουν τυφλά τα υστερικά και άμυαλα παιδαρέλια, που αποτελούσαν τον στρατό της Επαναστατικής Οργάνωσης.
 
Αρκούσε να μιλάει κανείς τη διάλεκτο της πρωτεύουσας, να φοράει γυαλιά, να μιλάει μια ξένη γλώσσα (έφτανε να του ξεφύγει καμιά γαλλική λέξη στη μέση μιας καμποτζιανής φράσης, όπως εμείς λέμε στα ελληνικά “ραντεβού αύριο” ή “μερσί Μαϊμουζέλ”), για να κινδυνεύει να εκτελεστεί από στιγμή σε στιγμή.
 
Οι ελάχιστοι Πνομπενχέζοι που επέζησαν ήταν όσοι μπόρεσαν να το παίξουν με πραγματική μαεστρία: Έπρεπε να πετάξουν τα τυχόν γυαλιά τους, να παριστάνουν τους εντελώς άξεστους και αστοιχείωτους, να συμπεριφέρονται σαν γουρούνια όταν τρώνε, να μιλούν τόσο βλάχικα που να μην καταλαβαίνεις καν τι λένε, και άλλα τέτοια, εντυπωσιακά. Μόνον έτσι μπορούσαν να κρύψουν την πραγματική καταγωγή και ταυτότητά τους.
 
Από μεγάλη αυτοκρατορία του Ανγκόρ, που κοίταζε προς τα έξω καθαρά επεκτατικά –αλλά και δανειζόταν ιδέες και πολιτισμό από έξω– είχε φαίνεται σημάνει η ώρα του ναδίρ για τον λαό αυτό, η ώρα της ομφαλοσκόπησης. Όπως ήλθε και η ώρα που ο Ελληνισμός έχασε εντελώς το πνεύμα της παγκοσμιότητάς του και έγινε Ελλαδικός μικρόκοσμος, απορρίπτοντας το οτιδήποτε θα ετάρασσε τα λιμνασμένα του ύδατα.
 
Η αποκορύφωση αυτής της εξέλιξης πραγματοποιήθηκε επί ημερών Πολ Ποτ. Ο περίεργος αυτός άνθρωπος απομόνωσε παντελώς τη χώρα του από τον έξω κόσμο. Αν δεν έκανε σοβαρότατα λάθη, η χώρα του και ο λαός του θα είχαν σίγουρα σβηστεί από τον χάρτη.
 
Το πιο χονδρό λάθος που έκαναν οι πολποτικοί ήταν να τα βάλουν με το Βιετνάμ. Θέλησαν να πάρουν πίσω τα εδάφη της παλιάς αυτοκρατορίας των Χμερ, τουτέστιν όλο το Νότιο Βιετνάμ. (Η υπόθεση θυμίζει λίγο Μικρασιατική εκστρατεία – και καταστροφή). Ξέχασαν, όμως, ότι οι Βιετναμέζοι είχαν νικήσει και τους Κινέζους και τους Γάλλους αλλά και αυτούς τους Αμερικάνους το 1975. Το αποτέλεσμα ήταν να μπουκάρουν οι Βιετναμέζοι στην Καμπότζη, το 1979, και να την καταλάβουν.
 
Αρχικά, η κατάληψη αυτή θεωρήθηκε σαν απελευθέρωση από την τυρανία, παρά το ότι οι Χμερ και οι Βιετναμέζοι μισούνται θανάσιμα, χειρότερα ίσως από τους Έλληνες και τους Τούρκους. Τόσο αβάσταχτος ήταν ο πολποτικός ζυγός.
 
Το πρώτο πράγμα που συνέβη το 1979, αμέσως μετά την εισβολή, ήταν μιά εντονότατη κινητικότητα του πληθυσμού. Ο Πολ Ποτ δεν είχε απλά αδειάσει τις πόλεις και κατασφάξει τον κόσμο (τουλάχιστον ένα εκατομμύριο θύματα, πολλοί λένε τρία), αλλά είχε βασικά καταργήσει και την οικογενειακή ζωή, η οποία είχε καταδικαστεί ως αντιδραστική. Οι περισσότερες οικογένειες διαλύθηκαν, στέλνοντας τον ένα από δώ και τον άλλο από κεί, στα δε χωριά οι κάτοικοι ζούσαν σε κομμούνες, οι άνδρες χωριστά από τις γυναίκες και τα παιδιά σε οικοτροφεία (μή φανταστείτε καμιά Φοιτητική Εστία, βέβαια…). Σε κάθε χωριό υπήρχε κοινό συσσίτιο, διότι το να μαγειρεύεις στο σπίτι σου εθεωρείτο πολύ αντιδραστικό, άσε που χαλάει και την ισότητα. Διότι αν ο ένας το βράζει το ρύζι, ενώ ό γείτονάς του το τσιγαρίζει, πως είναι δυνατόν να είμαστε ίσοι;
 
Τα παιδιά, λοιπόν, τα ανέτρεφε η μυστηριώδης Ανγκά Παντεβάτ κυριολεκτικά σαν Γενίτσαρους, με την ιδέα ότι είναι ανώτερα πλάσματα, εφ’ όσον δεν έχουν μιανθεί από τη διαφθορά των μεγάλων. Έτσι, οι ενήλικες ήταν υποχρεωμένοι να υπακούουν τα άγια αυτά παιδιά (τους αγυιόπαιδες), τα οποία, μεθώντας από την τρομερή δύναμη που τους έδινε η Ανγκά Παντεβάτ, συχνά κατέδιδαν και τους ίδιους τους γονείς τους, αν αυτοί έδειχναν σημεία “αντιδραστικής” συμπεριφοράς, για παράδειγμα, αν φορούσαν χρωματιστά ρούχα (καθότι η Ανγκά επέτρεπε μόνον μαύρες πυτζάμες, από αυτές που φορούσαν οι Κινέζοι γεωργοί τω καιρώ εκείνω). Καμιά φορά, σαν έλλειψη πολιτικής ορθότητας μπορούσε να θεωρηθεί και το ότι ένας γονέας δεν έκανε τα χατήρια του κανακάρη του, ή τόλμησε να τον μαλώσει...
 
Επί πλέον, ο Πολ Ποτ είχε καταργήσει το ταχυδρομείο, τα λεωφορεία, τα τρένα, το νόμισμα, τις τηλεπικοινωνίες, τα νοσοκομεία, τις εφημερίδες, απαγόρευε την προσωπική κατοχή ραδιοφώνου, τη μετάβαση από το ένα μέρος στο άλλο και άλλα πολλά. Λένε, ότι ποτέ άλλοτε δεν εφαρμόσθηκε ένα τόσο ριζοσπαστικό πρόγραμμα κοινωνικών “μεταρρυθμίσεων” στην ιστορία του ανθρώπινου γένους, και ίσως αυτό αληθεύει.
 
Έτσι, αν τα μέλη μιάς οικογένειας στέλνονταν σε διαφορετικούς προορισμούς, πράγμα που συνέβαινε συχνά, τότε χανόταν κάθε επικοινωνία μεταξύ τους και κάθε ελπίδα να ξαναβρεθούν.
 
Το 1979, λοιπόν, αρχίζουν όλοι να ταξιδεύουν, ψάχνοντας τις οικογένειές τους και επιστρέφοντας, βασικά, ο καθένας στη γενέτειρά του. Όμως, ελάχιστοι Πνομπενχέζοι είχαν επιζήσει. Επειδή δε το νέο καθεστώς, για να αποφύγει το χάος, νομοθέτησε ότι όποιος καταλαμβάνει ένα σπίτι αποκτούσε και την κυριότητα (ακόμη κι αν ο αρχικός κύριος εμφανιζόταν αργότερα), έτρεξαν ένα σωρό καράβλαχοι στην πρωτεύουσα για να σφετεριστούν περιουσίες. Ας μην ξεχνάμε δε, ότι οι πιό ωφελημένοι από όλους βγήκαν τα μέλη του φιλοβιετναμέζικου Κομμουνιστικού Κόμματος του Χουν Σεν (του σημερινού Λαϊκού Κόμματος), οι οποίοι φυσικά ήξεραν εκ των προτέρων ότι ένα τέτοιο διάταγμα ήταν στα σκαριά και έσπευσαν αμέσως να καταλάβουν τις πιό όμορφες σπιταρώνες της πρωτεύουσας. Σήμερα, όλοι αυτοί είναι ζάμπλουτοι.
 
Προσωπικά, πιστεύω ότι ο κύριος λόγος, που όλοι σπεύδουν για ύπνο αμέσως μετά τη δύση του Ηλίου στην Πνομ Πενχ σήμερα είναι το ότι οι σημερινοί κάτοικοι της πόλης είναι σχεδόν στο σύνολό τους αγροτικός πληθυσμός. Οι δε αγρότες είναι παγκοσμίως γνωστοί γιά τη συνήθειά τους να κοιμούνται και να ξυπνούν “με τις κότες”.
 
 
Γεράσιμος Φουρλάνος   (www.fourlanos.com)
Your rating: None Average: 4.8 (12 votes)