Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017


Γνωρίζοντας την Ελλάδα

Γνωρίζοντας την Ελλάδα:
ποιητική περιήγηση στη Μάνη
 
Στάση πρώτη Γύθειο.
Κολιέ με μαργαριτάρια τα σπίτια
σύρριζα σε πεύκα και διάσπαρτα λίγα κυπαρίσσια
στολίζουν την παράκτια διαδρομή
 
και όλα μαζί ρίζες και θεμέλια
δροσίζονται από τα διάφανα νερά του κόλπου.
Αισθάνεσαι ευπρόσδεκτη
τρεχαντήρια και καραβοκύρηδες σε καλωσορίζουν.
Δε γίνεται να αντισταθείς στο κάλεσμα.
Χρειάζεσαι μια στάση για να ξαποστάσεις
πριν την Ιθάκη.
 
Τσίπουρο ντόπιο με γλυκάνισο
σου μουδιάζει τη γλώσσα.
Όμως ούτε που σκοτίζεσαι.
Δε διατίθεσαι να αρθρώσεις λέξη
δε θες να σκοτώσεις τη σιωπηλή συνομιλία.
Το αθόρυβο βήμα που πάει πιο πέρα
καθώς φεύγεις συλλογιέσαι
ότι ίσως ξαναπεράσεις.
 
Αλλάζεις κατεύθυνση.
Τώρα τραβάς δυτικά
και καθώς χάνεται πίσω σου
το ξεπλυμένο γαλάζιο της θάλασσας
ξεδιπλώνονται μπροστά σου
αμέτρητα χιλιόμετρα
από τάπητες με αραβουργήματα ανατολής
αναγεννησιακά καναβάτσα με χρώματα έντονα
μοναδικά έργα τέχνης
που κι ο πιο εμπνευσμένος ζωγράφος
και η πιο πεπειραμένη ζηλιάρα υφάντρα
δεν κατόρθωσε μέχρι σήμερα να αντιγράψει.
 
Όσο προχωράς λιγοστεύουν τα φυλλοφόρα δέντρα
σβήνουν ένα ένα τα χρώματα
μα δεν το αντιλαμβάνεσαι
διότι αυτή την εποχή ακόμα και στα γαϊδουράγκαθα
υπάρχει το στίγμα της άνοιξης.
 
Έτσι δίχως να το καταλάβεις
το τοπίο άλλαξε
τώρα δεσπόζει η πέτρα
και ένας κάθετος βράχος
πίνει όλη μέρα το λιοπύρι
κομμένος, εγκάρσια διπλός
με μια ασίγαστη αγωνία
να φιλήσει το νερό και να δροσιστεί.
 
Και εκεί κρυμμένος μες στην αγκαλιά του βράχου
ο Γερολιμένας
πέντε σπίτια όλα κι όλα
θαρρείς πως φύονται στο βράχο
και όλα μαζί αναδύονται από τη θάλασσα
στοιχηματίζεις πως ένα κύμα
αρκεί για να τα καταπιεί
φοβάσαι πως την επόμενη φορά δε θα τα βρίσκεις
λυπάσαι δε θέλεις να φύγεις.
 
Δεν είσαι όμως μόνη
σου λένε ότι έχεις χιλιόμετρα ακόμα
πρέπει να δεις το Πόρτο Κάγιο το ακρωτήρι
πριν λάμψει στον ουρανό ο αποσπερίτης
συλλογιέσαι σε τι τάχα να διαφέρουν
τούτα τα σπίτια, τούτη η θάλασσα
που σε συγκίνησε
με όσα σου τάζουν.
 
Σηκώνεσαι με βαριά καρδιά
μπαίνεις στο αμάξι
χαζεύεις αδιάφορα το τοπίο
μέχρι τη στιγμή που αντικρίζεις τη Βάθεια.
 
Στην αρχή πιστεύεις ότι είναι κάποια ιδιοτυπία του βράχου
γλύμμα από χέρι θεϊκό, παραξενιά της φύσης.
Σα σιμώνεις όμως διαπιστώνεις
ότι είναι έργο ανθρώπου.
Ελάχιστοι αξόμπλιαστοι πύργοι
σχηματίζουν κοινωνία.
Σκέφτεσαι ότι εκεί
σ’ αλλοτινές εποχές όχι μακρινές
άνθρωποι γεννιόντουσαν, ερωτευόντουσαν
ζούσαν και πεθαίνανε.
 
Θες να περπατήσεις στα καλντερίμια
να ακραγγίξεις τα πορτοπαράθυρα
να ακουμπήσεις την πλάτη σου στους τοίχους
να αντιληφθείς από τη σκιά τους
το μέγεθος, την ιστορία τους.
Στο απαγορεύουνε όμως.
Μια φωτογραφία μόνο και τίποτα άλλο.
Αποφασίζεις να ξανάρθεις.
 
Και με αυτήν την παρήγορη σκέψη
φτάνεις στο Πόρτο Κάγιο.
Δύο ψαροταβέρνες, τρία σπίτια
όλα έρημα από καιρό εγκαταλελειμμένα
θολά νερά, βουλιαγμένες προβλήτες,
σημαδούρες και πλαστικά που επιπλέουν.
Απογοητεύεσαι, θες να γυρίσεις επιτόπου πίσω.
Δεν είσαι όμως μόνη.
 
Αρχίζεις την πορεία
άγνωστο για πού.
Ελπίζεις ότι το τέλος θα σε ανταμείψει.
Και πριν το καταλάβεις φτάνεις στο ναό του Αϊ - Νικόλα.
 
Θαρρείς πως ακταιωρεί τους κόλπους της Μάνης
από ανεπιθύμητους εισβολείς
θυμίζει την επιβλητική παρουσία του
στους επιλήσμονες ναυτικούς
και κατευνάζει την απύθμενη αγωνία του πνιγμού.
Πριν μπεις στον χθαμαλό ναΐσκο
μια στάση για μια τζούρα θαλασσινού αέρα
μια φωτογραφία στο καμπαναριό
κατοπτεύεις το χώρο
λοξά αριστερά, υπήνεμοι ορμίσκοι
και από πάνω βράχια μετέωρα
κολλημένα στο χείλος του γκρεμού
με μεράκι και περισσή τέχνη
έτοιμα να κατακρημνιστούν στη θάλασσα.
 
Ανταριάζει ο γαρμπής
φορτσάρει η μαϊστροτραμουντάνα
τραμπούκος ο πουνέντης
ερίζουν πάλι οι άνεμοι
ποιος θα ξεριζώσει το ναό
σε ποια κατεύθυνση θα τον μετακινήσουν.
 
Δεν μπορείς να σταθείς.
Πρέπει να μπεις στο ιερό.
Ζυγίζεσαι η πόρτα φαίνεται αμπαρωμένη
Αναρωτιέσαι εάν διαρρήξεις την πόρτα
Πόσο σοβαρό θα ΄ναι το αμάρτημα
Αποφαίνεσαι ότι μέσα στα τόσα άλλα
Αυτό είναι το πιο συγγνωστό.
 
Μια ξεχαρβαλωμένη παλαιά πόρτα
δε στέκεται εμπόδιο στα επίβουλα σχέδιά σου.
Σε δευτερόλεπτα την ξαμπαρώνεις
εισέρχεσαι ακροποδητί στο ιερό
και περιεργάζεσαι σιωπηλή τις εικόνες
από φόβο μην ταράξεις κάνα άγιο
και σου αρχίσει τον εξάψαλμο.
 
Σύντομα αντιλαμβάνεσαι
ότι το ιερό είναι από καιρό αφημένο στη μοίρα του.
Σκουπίδια, μισοτελειωμένα κεριά
σκόρπια χαρτιά με λόγια του Ευαγγελίου
αναρωτιέσαι πόσο καιρό θα ΄ναι ξεχασμένος
από τους πιστούς ο Αϊ – Νικόλας
και όμως το λάδι στο καντήλι μπροστά στην εικόνα
σε διαψεύδει προδίδοντας την παρουσία θεοσεβούς.
 
Φεύγεις πρόθυμα γιατί τούτος ο τόπος
είναι αινιγματικός με αντιθέσεις.
Σου έχει εξάψει την περιέργεια
δε θες να τελειώσει η διαδρομή
δίχως να τα δεις όλα.
 
Εγκαταλείπεις το αυτοκίνητο
και αρχίζεις την πορεία.
Μέχρι το φάρο σου λένε
αυτή είναι η Ιθάκη
εσύ όμως δεν την βλέπεις.
 
Σκοντάφτεις συχνά.
Ακατάλληλα τα ποδήματα και ελεεινά.
Ο αέρας δυνατός σε μαστιγώνει.
Εύχεσαι να ήξερες πού είναι η Ιθάκη
μαλώνεις τον εαυτό σου
γιατί δε φρόντισε να μάθει.
Δε δειλιάζεις , δεν είσαι μόνη
συνεχίζεις απτόητη
 
κοκκινίζουν τα μάγουλα
μαθές ο ήλιος που τα πυρώνει
μαθές ο άνεμος που τα σκαμπιλίζει
ποσώς σε ενδιαφέρει.
Ακολουθείς τα ίχνη.
 
Κατακτάς την κορφή του λόφου
βλέπεις τον φάρο
και καταλαβαίνεις.
Εκεί είναι η Ιθάκη.
 
Αφού δεις το τέρμα
Η απόσταση εκμηδενίζεται
Ξαποσταίνεις και σύντομα
Η ανάσα σου ξαναβρίσκει τον ρυθμό της.
 
Αγναντεύεις το πέλαγος και αφουγκράζεσαι
τον διάλογο της θάλασσας με το βράχο
θαρρείς πως πάλι έχει στήσει καυγά το αντρόγυνο
ποιανού θα περάσει.
 
Μετά από όσα είδες
μετά από όσα ένιωσες
η επιστροφή είναι αναγκαία
χρειάζεται να χαλαρώσεις.
 
Μαρμάρι.
Άγνωστοι επισκευάζουν
τον ξενώνα του παπά.
Κλειστός θα ανοίξει μετά το Πάσχα.
Δε σε λυπεί
αδιάφορα ρεμβάζεις
δεν ξέρεις τι χάνεις.
 
Ακολουθεί ανηφορικός δρόμος.
Σε εντυπωσιάζουν οι τεράστιες
καβαλίνες των αγελάδων
ολάκερα στρέμματα
με ύψος ίσαμε τη γάμπα σου
και τις θεωρούσες γλυκά ζωάκια.
Πού να φανταστείς.
 
Ο δρόμος περνά μέσα από Κότρωνα και Πυρρίχο.
Τίποτα το αξιοσημείωτο.
Έρημα σπίτια, καθαροί οι δρόμοι από καβαλίνες
αναρωτιέσαι για την ύπαρξη ζώντος οργανισμού.
 
Στρίβεις αριστερά μια ασήμαντη πολιτεία.
Αρεόπολη τη λένε.
Ελάχιστοι επίδοξοι καμικάζι
Επιδίδονται σε σούζες
Με σκουριασμένα ποδήλατα.
ένας αδιάφορος ξενώνας
ευτυχώς δεν είσαι μόνη.
 
Και καταλήγεις με την πούλια μεσουράνια
στο Λιμένι, στο Οίτυλο
απόλυτη γαλήνη.
Είσαι κουρασμένη
είναι ό,τι χρειάζεσαι
ένα καλόγουστο δωμάτιο
ένα ψητό μυλοκόπι στα κάρβουνα
συνοδευμένο με γλυκό ντόπιο κρασί.
 
Μουδιάζει η γλώσσα
παραλύουν τα άκρα
ανακουφίζεσαι που δεν είσαι μόνη.
Τέλος πρώτης ημέρας.
 

Μ.Δ.

Your rating: None Average: 5 (3 votes)