Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2018


Ουνκουλάρ κούτσι-κούτσι

 
Η περιήγηση αυτή τη φορά μας φέρνει στην Αιθιοπία, μιά χώρα μόνιμα παρεξηγημένη. Από την αποχή του Ηροδότου, ως “Αιθιοπία” εθεωρείτο βασικά όλη η Αφρική νοτίως της Αιγύπτου (άλλες φορές, πάλι, η ευρύτερη αυτή Αφρική ονομαζόταν “Λιβύη”, ίσως γι’ αυτό και ο Καντάφι ήθελε να γίνει ο ηγέτης όλης της ηπείρου...). Σήμερα η χώρα έχει βασικά προσδιοριστεί στην περιοχή που ξέρουμε, αν και η τελευταία διένεξη με την Ερυθραία έδειξε πως τα σύνορα δεν είναι ακόμη 100% ξεκαθαρισμένα.
 
Υπάρχει, πάντως, ακόμη και η παρεξήγηση, ότι πρόκειται για μιά χώρα καθαρά αφρικανική, με τη στερεότυπη έννοια της φρικτής ζέστης και της ξηρασίας. Στην πραγματικότητα, οι καθ’ αυτό Αιθίοπες είναι μια σημιτική φυλή, με χρώμα σκούρο μεν αλλά όχι εντελώς μαύρο και με χαρακτηριστικά προσώπου (μύτη, χείλη κτλ.), που θυμίζουν περισσότερο λευκό (σημίτη) παρά μαύρο. Το μεγαλύτερο μέρος της χώρας είναι σε υψόμετρο περί τα 2.000 μέτρα και παραπάνω, πράγμα που σημαίνει μιά θερμοκρασία ιδεώδη για όλο το έτος: Δεν χρειάζεσαι ούτε θερμάστρα, ούτε ανεμιστήρα, ούτε κλιματιστικό. Το πολύ - πολύ να χρειαστείς ένα πουλόβερ την εποχή των βροχών – και, βέβαια, μιά ομπρέλα. Τέλος, η Αιθιοπία είναι στο μεγαλύτερο μέρος της καταπράσινη, ευφορώτατη, με πανέμορφη φύση, και πολλά ποτάμια και λίμνες. Ευδοκιμούν τόσο τα τροπικά δένδρα και φρούτα όσο και πολλά ευρωπαϊκά. Το κομμάτι του Νείλου που έχει το περισσότερο νερό (ο “Γαλάζιος Νείλος”), για παράδειγμα, ξεκινά από την λίμνη Τάνα της Αιθιοπίας.
 
Δυστυχώς, αν και αρχαίος πολιτισμός, οι Αιθίοπες δεν δημιούργησαν ποτέ ένα αρδευτικό σύστημα για τη διαχείριση του νερού, με αποτέλεσμα να παρατηρείται αδικαιολόγητη λειψυδρία σε μερικές περιοχές, όταν, για παράδειγμα, οι βροχές καθυστερήσουν ή μειωθεί η συχνότητά τους, ενώ μερικά χιλιόμετρα πιό πέρα υπάρχει λίμνη ή ποτάμι και άφθονη βλάστηση.
 
Πρόκειται, πάντως, για μιά χώρα με 84 εκατομμύρια πληθυσμό, πάνω από ένα εκατομμύριο τετραγωνικά χιλιόμετρα έκταση και πολλές διαφορετικές φυλές, γλώσσες και θρησκείες, πράγμα που σημαίνει μεγάλη ποικιλία γεωγραφίας, κλίματος, μουσικής, χορού, θρησκείας, εθίμων, ενδυμασίας, και νοοτροπίας γενικώτερα. Έτσι, υπάρχουν περιοχές άγονες και ξηρές, κυρίως κοντά στο Τζιμπουτί και τη Σομαλία, καθώς και περιοχές που είναι στο υψόμετρο της επιφάνειας της θάλασσας, όπως η Ντιριντάουα και η Γκαμπέλα, όπου το θερμόμετρο φτάνει συχνά και στους 50 βαθμούς Κελσίου – και αν δεν φτάσει στους 50, οι 40 είναι εγγυημένοι.
 
Βέβαια, σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι πληθυσμοί που ζουν σε μιά άγονη περιοχή και πεινούν, δεν έχουν παρά να ματακομίσουν μερικές δεκάδες χιλιόμετρα πιό πέρα και να εγκατασταθούν σε μιά εύφορη περιοχή με άφθονο νερό. Πριτς! Δεν δέχονται με τίποτε κάτι τέτοιο! Υπήρξαν περιπτώσεις που η κυβέρνηση οργάνωσε μεγάλα προγράμματα μετεγκατάστασης σε εύφορες περιοχές, με κίνητρα, αλλά δεν είχαν καμία ανταπόκριση. Συχνά αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν ακόμη και τη βία, αλλά όσοι μετεγκατεστάθηκαν με το ζόρι τελικά δραπέτευσαν και επέστρεψαν στα πάτρια εδάφη τους, όπου τους περίμενε ο βέβαιος θάνατος από την πείνα.
 
Και εδώ μπήκαμε ήδη στα νοοτροπιακά θέματα που υπάρχουν.
 
Η Αιθιοπία είναι χώρα με αρχαίο πολιτισμό, που μνημονεύεται ακόμη και στη Βίβλο. Είναι η μόνη αφρικανική χώρα με δική της γραφή και με δική της εκκλησία, που θεωρείται κοπτική (δηλαδή, αιγυπτιακή) αλλά έχει εντελώς δική της μορφή λατρείας. Με τα σημερινά δεδομένα, όμως, ο πολιτισμός της Αιθιοπίας θα πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι μεσαιωνικού τύπου. Διέπεται από έναν στείρο συντηρητισμό και επιμένει σε ωρισμένα πράγματα, κλείνοντας τα αυτιά και τα μάτια σε κάθε νέα ιδέα, ώστε να ευνοεί την οπισθοδρομικότητα και να φρενάρει όχι μόνον την ανάπτυξη, αλλά και την επίλυση στοιχειωδών προβλημάτων, όπως αυτό της πείνας, που προαναφέραμε. Η δε εκκλησία της Αιθιοπίας φαίνεται να ασχολείται με μεγάλη σπουδή με θέματα όπως το αν θα μπορούμε να πίνουμε καφέ με γάλα την εποχή της νηστείας (την οποία ακολουθούν οι πάντες, ακόμη και οι άθεοι), όταν έχουμε πρόβλημα γαστρίτιδας (“ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει”). Οι δε Αιθίοπες ιερωμένοι θεωρούν το πλύσιμο και την περιποίηση του σώματός τους ως “κοσμική” συνήθεια, σε σύγκριση με την πιό ασκητική (και, ως εκ τούτου, “πνευματική”) απλυσιά, με αποτέλεσμα κάθε φορά που συναντάς παπά στον δρόμο να αναγκάζεσαι να αλλάξεις πεζοδρόμιο για να μη λιποθυμήσεις από τη μπόχα. Μέσα δε στην εκκλησία, εν ώρα λατρείας, πολλές φορές η μπόχα αυτή να υπερνικά και αυτό το άφθονο λιβάνι, που χρησιμοποιούν, με αποτέλεσμα να αισθάνεσαι πως είσαι σε στάβλο.
 
Η ίδια εκκλησία απέρριψε τον τροχό, όταν εισήχθη για πρώτη φορά στη χώρα, ως όργανο του διαβόλου, αλλά και τον σιδηρόδρομο, που εγκατέστησαν οι Γάλλοι από το λιμάνι του Τζιμπουτί στις αρχές του 20ου αιώνα, ώστε να διευκολύνεται το διεθνές εμπόριο. Ευτυχώς, που ο τότε αυτοκράτορας, Μενελίκος ο Β΄ (1844 – 1913), ήταν προοδευτικός (με την σωστή σημασία της λέξης) και για να πείσει τον κόσμο ότι το τρένο δεν είχε καμία σχέση με τον σατανά ανέβηκε ο ίδιος με την συνοδεία του και έκανε ένα ταξίδι, αλλοιώς δεν τολμούσε να μπει άνθρωπος μέσα.
 
Οι Γάλλοι εγκατέστησαν την εν λόγω σιδηροδρομική γραμμή και κατασκεύασαν και ένα αριστουργηματικό κτίριο στο κέντρο της Αδδίς Αμπέμπας για κεντρικό σταθμό, όμως, εδώ και δέκα περίπου χρόνια η γραμμή έπαυσε να λειτουργεί (σε πολλά σημεία την έχουν καλύψει με τσιμέντο) και ο σταθμός στο κέντρο της πρωτεύουσας είναι κλειστός και καταρρέει από την έλλειψη συντήρησης. Το πως εξυπηρετείται το εισαγωγικό - εξαγωγικό εμπόριο σε μιά τόσο μεγάλη χώρα, που η μόνη διέξοδος στη θάλασσα είναι το Τζιμπουτί, είναι μυστήριο. Υπάρχει, βέβαια, ένας δρόμος μεταξύ Αδδίς Αμπέμπας και Τζιμπουτί, αλλά και αυτός υποφέρει από το ίδιο πρόβλημα όπως σε όλους τους άλλους τομείς: Την έλλειψη συντήρησης.
 
Αν η συντήρηση είναι τόσο χαρακτηριστική ιδιότητα στον αιθιοπικό τρόπο ζωής, όπως εκφράζεται στις καθημερινές συνήθειες, τα συναλλακτικά ήθη, τη γαστρονομία και αλλού, η συντήρηση αυτοκινήτων, κτιρίων και υποδομών εν γένει λάμπει περίτρανα με την παντελή της απουσία. Ακόμη και καινούριες επενδύσεις, σπίτια, εμπορικά κέντρα κτλ., που έγιναν τα τελευταία πέντε έως δέκα χρόνια, είναι ήδη παλιατζούρες διότι ο Αιθίοπας (και ο αφρικανός, γενικότερα) αρνείται φανατικά να επισκευάσει ο,τιδήποτε χάλασε, το πολύ - πολύ να το ψευτομουτζώξει για να κάνει προσωρινά τη δουλειά του. Βλέπεις νεόδμητη βίλα, και μάλιστα από αρχιτέκτονα που σπούδασε και ζει μόνιμα στην Ευρώπη ή στην Αμερική, που έχει μέσα μέχρι και γιακούζι, αλλά δεν υπάρχει ούτε μιά πόρτα ή βρύση ή διακόπτης που να μην είναι σπασμένος και σαραβαλιασμένος.
 
Η συντηρητική νοοτροπία έχει, βέβαια, και τα συνακόλουθά της. Κάθε τι το πρωτάκουστο, κάθε νέα ιδέα ή συνήθεια, απορρίπτεται από χέρι. Ιδέες για βελτίωση της παραγωγής στη γεωργία, για παράδειγμα, μπορούν να έχουν μιά κάποια επιτυχία μόνον αν ένας ξένος καταφέρει και ξεπεράσει τα φρικαλέα εμπόδια της γραφειοκρατίας και του κάκιστου νομικού και τραπεζικού συστήματος και μπορέσει να οργανώσει κάπου μιά φάρμα. Αν, τώρα, ο ξένος αυτός θελήσει να εισάγει ένα νέο φυτό ή ζώο, θα συναντήσει συμπαγή αντίδραση, πάνω απ΄ όλα, από τους ίδιους τους υπαλλήλους του. Ίσως γι’ αυτό τελικά και οι Κινέζοι, που νοικιάζουν τεράστιες εκτάσεις για να καλλιεργήσουν ρύζι για τις ανάγκες της πατρίδας τους, φέρνουν εργατικό δυναμικό από την Κίνα. Διότι κάποτε, προ εικοσαετίας, προσπάθησαν οι Γιαπωνέζοι να διδάξουν την καλλιέργεια του ρυζιού, αλλά η αποτυχία ήταν παταγώδης, διότι ο Αιθίοπας, που δεν τρώει ρύζι, δεν εννοεί και να καταλάβει την αξία του ρυζιού σαν εξαγωγικό προϊόν, από το οποίο μπορεί να κερδίσει χρήματα. Τα πράγματα θ’ άλλαζαν, βέβαια, αν οι Γιαπωνέζοι τους μάθαιναν κα κάνουν αλκοόλ από το ρύζι (“σάκε”). Τότε θα έβλεπες όλη την αιθιοπική ύπαιθρο γεμάτη ορυζώνες...
 
Ο αιθιοπικός συντηρητισμός κάνει θραύση στις κάθε είδους συνήθειες της καθημερινότητας. Επιμένουν ακόμη να τρώνε με τα χέρια, χωρίς κουταλοπήρουνα, μάλιστα, αν είσαι μουσαφίρης σου κάνουν την τιμή να σε ταΐσουν στο στόμα με τα χέρια τους και πρέπει να δεχτείς τουλάχιστον τρεις μπουκιές, διαφορετικά είναι μεγάλη προσβολή. Βέβαια, όλος ο κόσμος έτρωγε με τα χέρια του στο παρελθόν, γι’ αυτό και δεν υπάρχουν μαχαιροπήρουνα στις εικόνες του Μυστικού Δείπνου, όταν όμως κάποια στιγμή αυτά εφευρέθηκαν, οι περισσότεροι λαοί τα υιοθέτησαν. Για τους Αιθίοπες, όμως, έχει αναχθεί σε θέμα πατριωτισμού το να τρώνε με τα χέρια τους και να προβάλλουν ένα σωρό επιχειρήματα, κυρίως, ότι το φαγητό είναι νοστιμότερο έτσι και δίνει μιά ιδιαίτερη αίσθηση.
 
Η αιθιοπική κουζίνα είναι το άκρο άωτο του συντηρητισμού. Περιέχει γύρω στα πέντε ή έξι πιάτα όλα - όλα. Δεν έχει ούτε σούπες, ούτε σαλάτες, ούτε επιδόρπια, ούτε ψητά. Τα υπάρχοντα φαγητά είναι όλα γιαχνιά καραπιπεράτα με πολλά κρεμμύδια και κρέας από αρνί, βοδινό ή κοτόπουλο. Άλλα κρέατα ή θαλασσινά δεν τρώνε. Ένα φυτό ή κρέας που δεν εμπεριέχεται στον κατάλογο αυτόν αποκλείεται, όπως αποκλείονται και τα ψάρια. Σημειωτέον, τα ίδια αυτά φαγητά τρώγονται και το πρωί και το μεσημέρι και το βράδι.
 
Τα υπάρχοντα φαγητά στον σύντομο αυτό κατάλογο είναι, βέβαια, πεντανόστιμα. Αν κανείς αντέχει τα καυτερά και τα πολλά μπαχαρικά, πρόκειται για αριστουργήματα, είναι σαν να δοκίμασαν τα πάντα και κράτησαν τα καλύτερα, κατά κάποιον τρόπο. Από την άλλη πλευρά, ο κατάλογος είναι τόσο μικρός, που προϋποθέτει πως όλοι έχουν τα ίδια γούστα και πως κανείς δεν έχει ιδιαιτερότητες, όπως για παράδειγμα κάποιο πρόβλημα υγείας.
 
Το δικό μου το πρόβλημα ήταν πως ενώ απολάμβανα τις πανδαισίες των μπαχαρικών το μεσημέρι και το βράδι, δεν μπορούσα να φάω τέτοια πράγματα στο πρωινό. Όταν λοιπόν ταξίδευα εντός της χώρας και έπρεπε να διανυκτερεύσω σε κάποιο ξενοδοχείο, κάθε πρωί είχα αυτό το πρόβλημα. Το μόνο που θα μπορούσα να φανταστώ ήταν να μου τηγανίσουν αυγά χωρίς την προσθήκη κανενός καρυκεύματος, και να τα φάω με λίγο ψωμί. Όμως, αυτό ήταν εκτός καταλόγου. Αυτό που υπήρχε στον κατάλογο ήταν μια ομελέτα - βόμβα, με ένα σωρό τηγανισμένα κρεμμύδια και καυτερά πιπέρια. Είχα λοιπόν μάθει την έκφραση “ουνκουλάρ κούτσι-κούτσι”, που σημαίνει αυγά τηγανιτά, και όταν κατέβηκα εκείνο το πρωί στο εστιατόριο του ξενοδοχείου παράγγειλα ακριβώς “ουνκουλάρ κούτσι-κούτσι”. Η σερβιτόρα απάντησε “ισί”, που σημαίνει “εντάξει”. Γνωρίζοντας, τώρα, ότι στην Αιθιοπία ποτέ δεν αρκεί να πεις κάτι μιά φορά, όταν έβλεπα τη σερβιτόρα να περνάει της υπενθύμιζα το ¨ουνκουλάρ κούτσι-κούτσι”, και αυτή απαντούσε πάντα “ισί”. Στο τέλος, στέλνω και τον οδηγό μου στην κουζίνα, για να είμαστε βέβαιοι ότι δεν θα μου φέρουν κάτι άλλο, άκουσα την βροντώδη φωνή του να λέει στις γυναίκες εκεί μέσα “ουνκουλάρ κούτσι-κούτσι”, και η απάντηση ήταν πάλι “ισί”.
 
Παρ’ όλα αυτά, στο τέλος μου έφεραν την ομελέτα - βόμβα! Δεν μπορούσε ούτε να καταλάβει ούτε να δεχτεί το προσωπικό του εστιατορίου ότι κάποιος ήθελε να φάει κάτι εκτός παραδοσιακού ρεπερτορίου. Αυγά τηγανιτά είναι ασυνήθιστα, άρα ανύπαρκτα, αντικαθίστανται αυτόματα με το πλησιέστερο έδεσμα μέσα στον κατάλογο των έξη φαγητών.
 
Βέβαια, εκτός από τον συντηρητισμό, το ανωτέρω περιστατικό μπορεί να οφείλεται και στην πατροπαράδοτη απροσεξία και τσαπατσουλιά, διότι η εργασιακή νοοτροπία είναι καθαρά τριτοκοσμική, πράγμα που σημαίνει, συν τοις άλλοις, ότι κανείς δεν είναι συγκεντρωμένος στη δουλειά που κάνει. Το μεν σώμα είναι εκεί, το δε πνεύμα κάπου αλλού (κάτι ξέρουμε και στα καθ’ ημάς για το φαινόμενο αυτό: Δουλεύουμε, λέει, περισσότερες ώρες από τους Γερμανούς, αλλά το πώς “δουλεύουμε” ένας Θεός το ξέρει). Κουβεντούλα και κουτσομπολιά στους διαδρόμους, προσωπικά τηλέφωνα στους συγγενείς και τα φιλαράκια, χασμουρητά, λούφα, και το αποτέλεσμα είναι ότι ακόμη και από τα φαγητά του καταλόγου των έξη να παραγγείλεις υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να σου φέρουν άλλο. Το ίδιο ισχύει και με τα ποτά. Παραγγέλνεις μπύρα και υπάρχει περίπτωση να σου φέρουν τσάι. Όταν δε οι ξένοι δεν δέχονται το τσάι αντί για μπύρα και το επιστρέφουν, Αιθίοπες τους θεωρούν ιδιότροπους και μικροπρεπείς. “Μα, κάτι να πιεί δεν θέλει, στο κάτω της γραφής; Για ψύλλους στα άχυρα ψάχνει τώρα;”.¨
 
Τώρα, επειδή η Αιθιοπία είναι η πατρίδα 70 μεγάλων φυλών και πολλών μικροτέρων, οι νοοτροπίες μπορεί να διαφέρουν λίγο, αλλά μόνον προς το χειρότερο, διότι τα παραδείγματα που ανέφερα παραπάνω είναι από τις συμπεριφορές των Αμάρα, που είναι η δεσπόζουσα και πιό εξελιγμένη φυλή της χώρας.
 
Από τις μεγαλύτερες διαφορές είναι η συμπεριφορά σχετικά με την οδική κυκλοφορία. Όταν πλησιάζει το αυτοκίνητο, οι Αμάρα δεν αντιδρούν καθόλου αν ο οδηγός δεν κορνάρει. Αντιδρούν μόνον σε ηχητικά και όχι σε οπτικά εναύσματα. Οι νειλωτικές φυλές, από την άλλη πλευρά, που είναι ίσως οι λιγώτερο ανεπτυγμένες, μόλις δουν όχημα από τα 300 μέτρα πανικοβάλονται και τρέχουν σαραντάκαπνοι να κρυφτούν.
 
Όμως, η συντηρητική προσήλωση στα ήθη και έθιμα είναι εξίσου θρησκευτική παντού. Οι νειλωτικοί, για παράδειγμα, που δεν ανήκουν στην αιθιοπική εκκλησία, δεν έχουν διαποτιστεί από τις ιδέες περί πνευματικής απλυσιάς, η οποία εγγυάται οικόπεδο στον παράδεισο. Τουναντίον, μπανιάρονται στα ποτάμια τρεις και τέσσερεις φορές την ημέρα. Όμως, στο ίδιο σημείο, που κάνουν μπάνιο, πίνουν, πλένουν και τα ρούχα τους και κάνουν και τις ανάγκες τους. Δεν εννούν να καταλάβουν ότι θα πρέπει το μέρος που πίνουν να είναι το πρώτο, κατά τη ροή του νερού, το δε σημείο που κάνουν την ανάγκη τους να είναι το τελευταίο. Ούτε δέχονται τέτοιες συμβουλές όταν διεθνείς οργανισμοί, που τρέχουν αναπτυξιακά προγράμματα στην περιοχή τους, προσπαθούν να τους βάλουν μιά λογική τάξη. Έχουν υπάρξει περιπτώσεις που ο ΟΗΕ αναγκάστηκε να εγκαταστήσει ένοπλους φρουρούς, οι οποίοι να πυροβολούν στον αέρα όταν γίνονται σχετικές “παραβάσεις”, ώστε να αποσυμφορηθεί το τοπικό νοσοκομείο από ένα σωρό περιπτώσεις δυσεντερίας, που θα μπορούσαν κάλιστα να είχαν αποφευχθεί με λίγη προσοχή.
 
Το εν λόγω νοσοκομείο το είχε επίσης εγκαταστείσει ο ΟΗΕ στην περιοχή των νειλωτικών, οι οποίοι, όμως, δεν είχαν ξαναδεί τέτοιο πράγμα στη ζωή τους. Κατάλαβαν, βέβαια, σχετικά γρήγορα, ότι νοσοκομείο είναι ένα μέρος όπου όταν είσαι άρρωστος ξαπλώνεις σε ένα κρεββάτι μέχρι να γίνεις καλά, οπότε γυρίζεις στο σπίτι του. Αυτό που δεν μπορούσαν να καταλάβουν με τίποτε ήταν οι διοικητικές διαδικασίες μέσα στο νοσοκομείο. Έτσι, όποιος αισθανόταν άρρωστος, έμπαινε στο νοσοκομείο, έβρισκε κάπου ένα άδειο κρεββάτι, και ξάπλωνε. Ύστερα από λίγο, έβλεπε πως ένας γνωστός του ήταν ξαπλωμένος σε άλλον θάλαμο, οπότε μετακόμιζε εκεί για να έχει παρέα. Στο τέλος, όταν αισθανόταν καλύτερα, σηκωνόταν και έφευγε. Όλα αυτά, χωρίς να πει τίποτε στο προσωπικό. Το αποτέλεσμα ήταν καθολικό χάος, όπου οι περισσότεροι ασθενείς έπαιρναν λάθος αγωγή, αφού το προσωπικό δεν μπορούσε ποτέ να ξέρει ποιός άρρωστος ήταν σε ποιό κρεββάτι.
 
Την πρώτη ημέρα που δούλεψα στο γραφείο του ΟΗΕ στην Γκαμπέλα, περιοχή όπου κατοικούν νειλωτικές φυλές, ήλθε μιά μάνα με ένα μωρό για κάποιο θέμα που την απασχολούσε. Περιμένοντας στον διάδρομο, ξαφνικά το μωρό κατουρήθηκε και λέρωσε και τη μητέρα του. Αυτόματα, εγώ, την οδήγησα προς την τουαλέτα του γραφείου, μήν ξέροντας πως η γυναίκα αυτή δεν είχε δει τουαλέτα ποτέ στη ζωή της. Η πρώτη της κίνηση ήταν να βουτήξει το μωρό ολόκληρο μέσα στη λεκάνη, σαν να το βάπτιζε σε κολυμβήθρα. Αμέσως της φώναξα εγώ, αυτή με κύτταξε με ένα ερωτηματικό στο πρόσωπο, και στο τέλος κατέληξε να ακουμπήσει το μωρό στα χείλη της λεκάνης, να παίρνει νερό με το χέρι της μέσα από τη λεκάνη και να πλένει το παιδί... Θα μου μείνει αξέχαστη η σκηνή.
 
Στα θέματα φιλοξενίας δεν θα μπορούσαν οι πολιτιστικές παρεξηγήσεις να ήταν μεγαλύτερες, ιδίως με τις εν λόγω νειλωτικές φυλές. Η διευθύντρια του γραφείου του ΟΗΕ, μια Ιταλίδα, αποφάσισε να καλέσει περί τα 30 άτομα ντόπιους παράγοντες για ένα δείπνο στον αυλόγυρο του γραφείου. Έκανε λοιπόν ψώνια και ετοιμασίες για 30 – 35 άτομα. Όμως, καθένας από τους προσκεκλημένους που ερχόταν, συναντούσε και δυο - τρεις φίλους του στο δρόμο και τους έπαιρνε και αυτούς μαζί. Στο τέλος, μαζεύτηκαν πάνω από 100 άτομα, οπότε το φαγητό δεν έφτανε με τίποτε. Η διευθύντρια, πάνω στην απελπισία της, έδωσε οδηγίες στο προσωπικό να κάνει τις μερίδες όσο πιό μικρές γινόταν, για να φτάσουν. Το αποτέλεσμα ήταν πως την επομένη βούϊξε όλη η Γκαμπέλα από φήμες, ότι η κ. Τοσκάνι είναι καρατσιγκούνα, αφού κάλεσε ένα σωρό κόσμο για δείπνο και τους έδωσε να φάνε μικροσκοπικές μερίδες και ψωμί κομμένο τσιγαρόχαρτο, ώστε να φύγουν όλοι λυσασμένοι από την πείνα.
 
Μιά από τις νειλωτικές φυλές που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν οι Άνυουακ, οι οποίοι, σε αντίθεση με άλλες φυλές, δεν μας κάλεσαν ποτέ στις καλύβες τους για φαγητό, ούτε καν σαν ανταπόδοση πρόσκλησης. Τους είχα χαρακτηρίσει, λοιπόν, ως αφιλόξενους. Ήταν μόνον προς το τέλος της διετούς παραμονής μου στη Γκαμπέλα, που συζήτησα το θέμα με έναν Άνυουακ πιό μορφωμένο από τους άλλους (τον είχε στείλει το τοτε κομμουνιστικό καθεστώς για σπουδές στην Κούβα). Μου είπε, λοιπόν, πως ο Άνυουακ δεν έχει καθόλου την παράδοση να προσκαλεί κόσμο για φαγητό, αισθάνεται όμως μεγάλη τιμή όταν μπει κάποιος στην καλύβα του απρόσκλητος και αρχίσει να τρώει ό τι βρει μπροστά του, "με το θάρρος”. Τους είχε δε φανεί πολύ περίεργο που εμείς, το προσωπικό του ΟΗΕ, δεν πήγαμε ποτέ στις καλύβες τους να τους επισκεφτούμε και μας είχαν κακοχαρακτηρίσει ως ακατάδεκτους!
 
Το καθεστώς είχε στείλει τότε (μέσα δεκαετίας ΄80) και τον μετέπειτα δήμαρχο της Γκαμπέλας, έναν νειλωτικό της φυλής των Νούερ, για σπουδές στη Βουλγαρία. Ήμουν, λοιπόν, πολύ περίεργος να μάθω πως του είχε φανεί μιά βαλκανική χώρα, που δεν διαφέρει πολύ από την Ελλάδα. Μου είπε, λοιπόν, όταν τον ρώτησα, ότι στην αρχή ήταν καλά, μετά, όμως, άρχισε να πέφτει η θερμοκρασία και να γίνεται διαρκώς όλο και πιό κρύο, μέχρι που στο τέλος δεν άντεξε και αναγκάστηκε να αγοράσει ένα σωρό ρούχα. Σε σχετική μου ερώτηση, μου απάντησε, ότι πίστευε πως όλες οι χώρες του κόσμου είχαν το ίδιο κλίμα, και εξεπλάγη με τόσο κρύο στη Βουλγαρία (προφανώς, όταν πρωτοπήγε ήταν Καλοκαίρι). Είναι, βέβαια, ενδιαφέρον και το ότι εκτός από τον καιρό δεν είχε καμιά άλλη παρατήρηση να κάνει για το πως ήταν τα πράγματα στη Βουλγαρία, βασικά, σαν να μην είχε πάει ποτέ...
 
Γεράσιμος Φουρλάνος  (www.fourlanos.com)
Your rating: None Average: 4.3 (4 votes)