Συνεχίζουμε και σήμερα για τη διχόνοια των Ελλήνων. Η αρχομανία και η φιλαυτία οδηγεί σε ερωτήματα του τύπου: Γιατί αυτός και όχι εγώ; Ποιος είναι καλύτερος από ποιόν; Ποιος κυβερνά ποιόν; κτλ. Αυτά τα ερωτήματα σπέρνουν και την διχόνοια.

Αν δεν υπήρχαν αυτά τα διχαστικά ερωτήματα, αν κυριαρχούσε η συναίνεση και όχι η σύγκρουση, αν το ερώτημα δεν ήταν: «Τι κάνει η πατρίδα για μένα/ εμάς, αλλά τι κάνω εγώ/εμείς για την πατρίδα», κι’ αν το «Εγώ» το αντικαθιστούσαμε με το «Εμείς», τότε, σίγουρα θα περιορίζαμε τη διχόνοια και θα επικρατούσε περισσότερη ομόνοια.

Πολλοί Έλληνες θέλουν να είναι αρχηγοί. Να είναι μπροστάρηδες, να είναι στην κορυφή. Παράδειγμα, οι μισοί τουλάχιστον Έλληνες λένε: «Αν ήμουνα εγώ πρωθυπουργός». Γιατί άραγε; Ίσως, για τη δόξα. Ίσως, για την εξουσία. Ίσως, για να διακριθούν. Ίσως, για να προσφέρουν. Ίσως, για να κερδίσουν. Ίσως, για άλλους λόγους. Όμως, επειδή ακριβώς πολλοί θέλουν την αρχηγία, γι’ αυτό υπάρχει πολλή διχόνοια και πολλές συγκρούσεις.

Κάθε άνθρωπος επιλέγει ανάλογα με τις επιθυμίες του. Κι’ αν επιθυμεί κάτι πολύ, αυτό του δίνει τη δύναμη για να το κατορθώσει. Αυτή η δύναμη προϋποθέτει ισχυρό «Εγώ», ισχυρή εμπιστοσύνη στον εαυτό, αυτοπεποίθηση, ισχυρή ατομικότητα. Ακριβώς εδώ, στο ισχυρό «Εγώ», στην ισχυρή «ατομικότητα» βρίσκεται η σύγκρουση και ο διχασμός των Ελλήνων.

Όταν κάθε Έλληνας προτάσσει το «Εγώ» του, κι’ όταν καθένας επιθυμεί να κατορθώσει αυτό που επιθυμεί, αναπόφευκτα θα έρθει σε σύγκρουση με τα «Εγώ» των άλλων. Έτσι γεννιέται η σύγκρουση. Η σύγκρουση-διαμάχη επιλύεται με τον αγώνα. Όποιος νικήσει στον αγώνα, αυτός θα επικρατήσει. Ο ηττημένος αναγκάζεται να παραδοθεί ή να εξοριστεί. Κλασσικό παράδειγμα ο εξοστρακισμός στην αρχαία Ελλάδα.

Η διχόνοια και η «φαγωμάρα» των Ελλήνων υπάρχει παντού. Είναι το «σαράκι», που κατατρώει τις σάρκες του Ελληνισμού. Είναι η διαρκής και ανεξήγητη αντιπαλότητα μεταξύ των Ελλήνων. Είναι η κατάρα, που μας κυνηγά και μας προξενεί μεγάλο κακό από τις απαρχές της Ιστορίας μας.

Πού οφείλεται η εμφύλια διχόνοια των Ελλήνων; Το ξαναλέμε: Η αρχομανία, ο εγωϊσμός, η φιλαυτία, η ζηλοφθονία, το αίσθημα ανωτερότητας, που μάλλον έχει ως βάση ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας, αποτελούν τις αιτίες της διχόνοιας. Αυτή καταστρέφει τα λαμπρά κατορθώματα του Έθνους και οδηγεί τους Έλληνες και την Ελλάδα στην καταστροφή.

Δυστυχώς, η διχόνοια των Ελλήνων προκαλεί πολλά αρνητικά συναισθήματα. Πίκρα, απογοήτευση, διαψεύσεις, αποτυχίες, μίσος, φθόνος. Αυτά, όταν φουντώσουν, γίνονται ανεξέλεγκτα, σαν τη φωτιά. Επηρεάζουν μακροχρόνιες φιλίες. Σχέσεις πολλών ετών διαλύονται και οι άνθρωποι από φίλοι γίνονται εχθροί. Επαγγελματικές συνεργασίες διαλύονται. Επιπλέον, επηρεάζονται και οι σχέσεις μας με τις άλλες χώρες, αφού αμαυρώνουν την διεθνή εικόνα της Χώρας. Αλλά οδηγεί και σε εμφύλιους πολέμους και εθνικές καταστροφές.

Τη διχόνοια λοιπόν δεν τη συναντάμε μόνο στο οικογενειακό, φιλικό και επαγγελματικό μας περιβάλλον, ή μεταξύ των πολιτικών κομμάτων που ανταγωνίζονται για την κατάκτηση της εξουσίας. Τη συναντάμε και μεταξύ των λαών, κυρίως για πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα και επικράτηση στις διεθνείς σχέσεις. Τα επακόλουθα της διχόνοιας ανάμεσα στους λαούς είναι δυσάρεστα και μπορεί να οδηγήσουν ακόμα και σε πολέμους.

Πολλοί ισχυρίζονται ότι η διχόνοια είναι χαρακτηριστικό των Ελλήνων. Κάποιοι λένε ότι βρίσκεται στο DNA των Ελλήνων. Ίσως, δεν είναι τυχαίο, ότι οι αρχαίοι Έλληνες ήταν ο μοναδικός λαός στον κόσμο που είχε επινοήσει και λάτρεψε μία θεότητα-προσωποποίηση της φιλονικίας και της διχόνοιας: την Έριδα.

Όταν επικρατούσε διχόνοια, οι συνέπειες ήταν καταστροφικές για το Ελληνικό Έθνος, ενώ, όταν επικρατούσε ομόνοια και οι Έλληνες ήμασταν ενωμένοι, μεγαλουργήσαμε. Απελευθερωθήκαμε από την τουρκική σκλαβιά, απελευθερώσαμε υπόδουλους Έλληνες και μπορέσαμε να προστατέψουμε τη χώρα μας από κάθε κίνδυνο.

Τα διακόσια χρόνια από την επανάσταση του 1821 είναι μια ευκαιρία να θυμηθούμε τις συνέπειες της διχόνοιας, αλλά και τα επιτεύγματα των Ελλήνων, όταν ομονοούν. Γι’ αυτό, όλοι οι Έλληνες έχουμε υποχρέωση να πολεμούμε τη διχόνοια και να καλλιεργούμε την ομόνοια.

Παύλος Μάραντος

marantosp@gmail.com