Η διαφορά που δεν χρειάζεται πάντα δικαστή

Στην ελληνική νομική κουλτούρα, η δικαστική αίθουσα έχει σχεδόν μυθική θέση. Όταν υπάρχει σύγκρουση, η αυθόρμητη σκέψη είναι «θα τα πούμε στο δικαστήριο». Όμως πολλές αστικές και εμπορικές διαφορές δεν λύνονται καλύτερα επειδή θα περάσουν χρόνια σε δικόγραφα, αναβολές και αποδεικτικές διαδικασίες. Μερικές φορές λύνονται καλύτερα όταν τα μέρη καθίσουν στο ίδιο τραπέζι με κανόνες, εμπιστευτικότητα και έναν τρίτο που δεν αποφασίζει, αλλά βοηθά να μιλήσουν.

Αυτό είναι η διαμεσολάβηση. Όχι δικαστήριο χωρίς δικαστή. Όχι συμβιβασμός με το ζόρι. Όχι παραίτηση από δικαιώματα. Είναι διαδικασία διαπραγμάτευσης με τη βοήθεια ουδέτερου και αμερόληπτου διαμεσολαβητή, σε υποθέσεις όπου τα μέρη μπορούν να διαθέσουν το αντικείμενο της διαφοράς τους.

Τι είναι πραγματικά η υποχρεωτική αρχική συνεδρία

Ο Ν. 4640/2019 καθιέρωσε, για ορισμένες κατηγορίες διαφορών, την υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης. Το κρίσιμο είναι να μη μπερδεύουμε την υποχρεωτική ενημερωτική/αρχική συνάντηση με την υποχρεωτική επίλυση. Η συνεδρία είναι υποχρεωτική σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, αλλά η συνέχιση της διαμεσολάβησης παραμένει επιλογή των μερών.

Μετά την αρχική συνεδρία, αν ένα μέρος δεν θέλει να συνεχίσει, μπορεί να αποχωρήσει. Αυτό αναφέρεται και στα επίσημα έντυπα ενημέρωσης της Πύλης Διαμεσολάβησης. Άρα, η ΥΑΣΔ δεν είναι παγίδα που κλείνει τον διάδικο σε διαδικασία. Είναι θεσμική στάση πριν από τη δίκη, ώστε τα μέρη να εξετάσουν αν υπάρχει περιθώριο λύσης.

Ποιες υποθέσεις ενδιαφέρουν περισσότερο

Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση, η υποχρεωτική αρχική συνεδρία αφορά, μεταξύ άλλων, ορισμένες οικογενειακές διαφορές, διαφορές που υπερβαίνουν συγκεκριμένο οικονομικό αντικείμενο και θα υπάγονταν στην τακτική διαδικασία του Μονομελούς ή Πολυμελούς Πρωτοδικείου, καθώς και περιπτώσεις όπου υπάρχει ρήτρα διαμεσολάβησης σε ιδιωτική συμφωνία.

Αυτό σημαίνει ότι η διαμεσολάβηση αγγίζει πολύ πρακτικές συγκρούσεις: εμπορικές απαιτήσεις, εταιρικές διαφωνίες, μισθώσεις, έργα, οικογενειακές περιουσιακές διαφορές, συμβάσεις, ζητήματα ανάμεσα σε επαγγελματίες. Δεν είναι θεσμός μόνο για «ήπιες» υποθέσεις. Είναι θεσμός για υποθέσεις όπου η λύση μπορεί να είναι πιο έξυπνη από μια απλή νίκη ή ήττα.

Ο μεγαλύτερος μύθος: «αν πάω, δείχνω αδυναμία»

Πολλά μέρη φοβούνται ότι η συμμετοχή στη διαμεσολάβηση δείχνει αδυναμία. Στην πράξη μπορεί να δείχνει το αντίθετο: έλεγχο στρατηγικής. Ένας διάδικος που ξέρει τα δυνατά και αδύνατα σημεία του φακέλου του μπορεί να αξιοποιήσει τη διαμεσολάβηση για να πετύχει λύση καλύτερη από μια αβέβαιη δίκη.

Η δίκη δίνει απόφαση. Η διαμεσολάβηση μπορεί να δώσει λύση. Η διαφορά είναι μεγάλη. Σε μια εμπορική διαφορά, η λύση μπορεί να περιλαμβάνει χρονοδιάγραμμα πληρωμών, συνέχιση συνεργασίας, επιστροφή προϊόντων, αποκατάσταση φήμης ή ρήτρες μελλοντικής συμπεριφοράς. Το δικαστήριο συνήθως δεν σχεδιάζει τέτοιες λεπτομέρειες με την ίδια ευελιξία.

Σπάνιο αλλά χρήσιμο: η συμφωνία μπορεί να αποκτήσει εκτελεστότητα

Ένα από τα πιο χρήσιμα στοιχεία της διαμεσολάβησης είναι ότι η συμφωνία που θα προκύψει μπορεί, υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις, να αποκτήσει ισχύ εκτελεστού τίτλου. Αυτό σημαίνει ότι δεν μένει απλώς μια ιδιωτική υπόσχεση καλής θέλησης. Μπορεί να στηρίξει εκτέλεση αν δεν τηρηθεί.

Αυτή η λεπτομέρεια αλλάζει τη διαπραγμάτευση. Τα μέρη δεν υπογράφουν απλώς ένα χαρτί για να φύγουν από το τραπέζι. Μπορούν να δημιουργήσουν ένα πρακτικά εφαρμόσιμο πλαίσιο με δεσμευτικότητα. Γι' αυτό η παρουσία νομικών παραστατών και η προσεκτική διατύπωση είναι κρίσιμες.

Η ώρα πριν μπεις στην αίθουσα

Η διαμεσολάβηση αποτυγχάνει όταν κάποιος πηγαίνει απλώς για να πει ότι πήγε. Η προετοιμασία είναι το μισό αποτέλεσμα. Πριν από την πρώτη συνάντηση, το μέρος πρέπει να ξέρει ποια είναι η πραγματική του απαίτηση, ποια απόδειξη έχει, ποια λύση μπορεί να δεχτεί και ποιο είναι το κόστος αν όλα πάνε στο δικαστήριο.

Σκεφτείτε μια εμπορική διαφορά για απλήρωτα τιμολόγια. Ο πιστωτής θέλει όλο το ποσό, ο οφειλέτης λέει ότι υπήρχαν ελαττώματα, οι δικηγόροι έχουν μπροστά τους έγγραφα και οι δύο πλευρές είναι θυμωμένες. Αν μπουν στη διαδικασία μόνο για να επαναλάβουν τις θέσεις τους, δεν θα αλλάξει τίποτα. Αν όμως έχουν υπολογίσει χρόνο, έξοδα, ρίσκο απόδειξης και ανάγκη συνέχισης της συνεργασίας, μπορεί να βρεθεί λύση που δεν θα έβρισκε εύκολα ένα δικαστήριο.

Η διαμεσολάβηση δεν είναι κατάλληλη για κάθε υπόθεση. Όταν υπάρχει σοβαρή ανισορροπία δύναμης, όταν κάποιος θέλει μόνο καθυστέρηση ή όταν χρειάζεται άμεσα δικαστικό μέτρο, η ρομαντική συζήτηση δεν βοηθά. Αυτό όμως δεν ακυρώνει την αξία της σε υποθέσεις όπου οι άνθρωποι μπορούν ακόμη να διαπραγματευτούν με ασφάλεια.

Η πιο χρήσιμη ερώτηση πριν απορριφθεί η διαδικασία είναι απλή: τι θα χρειαζόμουν για να πω ότι δεν έχασα; Αν η απάντηση είναι μόνο «να ταπεινωθεί ο άλλος», τότε το πρόβλημα είναι διαφορετικό. Αν η απάντηση είναι χρόνος, χρήμα, αναγνώριση, δόσεις, παράδοση πράγματος ή καθαρή δέσμευση, τότε υπάρχει πεδίο.

Έτσι η διαμεσολάβηση παύει να φαίνεται σαν μαλακή λύση. Γίνεται οργανωμένη δοκιμή λογικής πριν το δικαστήριο. Και σε ένα σύστημα με καθυστερήσεις, αυτή η δοκιμή μπορεί να αξίζει πολύ περισσότερο από όσο δείχνει στην αρχή.

Πηγές και σημεία ελέγχου