Μπορεί ένας ενήλικος που αποχώρησε από μια θρησκευτική κοινότητα να ζητήσει τη διαγραφή των προσωπικών του δεδομένων από το μητρώο βάπτισης; Η ευρωπαϊκή συζήτηση απέκτησε νέο ενδιαφέρον την 1η Οκτωβρίου 2026, όταν η γενική εισαγγελέας Laila Medina παρουσίασε τις προτάσεις της στην υπόθεση C-12/25, Bisdom Gent. Το ερώτημα αφορά τη διατήρηση και χρήση προσωπικών δεδομένων, την αυτοδιάθεση του προσώπου και την αυτονομία της εκκλησίας. Δεν αφορά την ακύρωση ενός μυστηρίου ούτε θεμελιώνει, από μόνο του, αυτόματη διαγραφή σε όλες τις εκκλησίες.

Οι προτάσεις της γενικής εισαγγελέα δεν είναι απόφαση

Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η υπόθεση ξεκίνησε όταν Βέλγος πολίτης, βαπτισμένος ως παιδί, ζήτησε να αφαιρεθούν οι αναφορές που τον ταυτοποιούν από φυσικά και ψηφιακά αρχεία. Η επισκοπή της Γάνδης σημείωσε την αποχώρησή του και διέγραψε με γραμμή τα στοιχεία του, αφήνοντάς τα όμως αναγνώσιμα. Ακολούθησαν καταγγελία, εντολή της βελγικής αρχής προστασίας δεδομένων και δικαστική προσφυγή.

Οι προτάσεις της 1ης Οκτωβρίου, με αναγνωριστικό ECLI:EU:C:2026:803, εισηγούνται νομική λύση. Δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο και δεν αποτελούν την τελική του απόφαση. Με ημερομηνία ελέγχου την 10η Οκτωβρίου 2026, η εξέλιξη που παρουσιάζουμε είναι αυτή η εισήγηση. Η διατύπωση «η Ευρώπη διέταξε όλες τις εκκλησίες να σβήνουν βαπτίσεις» θα αλλοίωνε το περιεχόμενό της.

Γιατί ακόμη και ένα χειρόγραφο μητρώο μπορεί να υπάγεται στον ΓΚΠΔ

Ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων δεν αφορά μόνο ηλεκτρονικές βάσεις. Μπορεί να καλύπτει μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία όταν τα δεδομένα περιλαμβάνονται ή προορίζονται να περιληφθούν σε σύστημα αρχειοθέτησης. Το άρθρο 4 παράγραφος 6 αναφέρεται σε διαρθρωμένο σύνολο που είναι προσβάσιμο με συγκεκριμένα κριτήρια. Ο τρόπος οργάνωσης του αρχείου μετράει περισσότερο από το αν γράφτηκε με μελάνι.

Η γενική εισαγγελέας θεωρεί ότι το συγκεκριμένο μητρώο έχει αυτή τη διαρθρωμένη μορφή. Η φύλαξη, αναζήτηση και χρήση στοιχείων ενός βαπτισμένου αποτελούν επεξεργασία. Η εκκλησιαστική αυτονομία δεν δημιουργεί γενική εξαίρεση από τον κανονισμό. Ωστόσο, η αξιολόγηση ενός πραγματικού αρχείου χρειάζεται στοιχεία για την οργάνωση, την πρόσβαση και τους σκοπούς του, χωρίς να χαρακτηρίζεται κάθε ιστορικό χαρτί αυτομάτως ως ενεργό μητρώο.

Η νόμιμη βάση και τα ευαίσθητα δεδομένα είναι δύο διαφορετικά ζητήματα

Ένα μητρώο βάπτισης μπορεί να αποκαλύπτει θρησκευτικές πεποιθήσεις και, επομένως, να περιέχει ειδικές κατηγορίες δεδομένων κατά το άρθρο 9. Δεν αρκεί να βρεθεί μια νόμιμη βάση του άρθρου 6. Χρειάζεται επιπλέον να συντρέχει η κατάλληλη εξαίρεση από την απαγόρευση επεξεργασίας του άρθρου 9, με τους δικούς της περιορισμούς και εγγυήσεις.

Στις πλήρεις προτάσεις στην υπόθεση Bisdom Gent εξετάζονται το έννομο συμφέρον του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο στ΄ και το άρθρο 9 παράγραφος 2 στοιχείο δ΄ για ορισμένη επεξεργασία από μη κερδοσκοπικούς θρησκευτικούς φορείς. Το τελευταίο αφορά, υπό όρους, μέλη, πρώην μέλη ή πρόσωπα με τακτική επαφή και απαιτεί κατάλληλες εγγυήσεις. Η απουσία ρητής συγκατάθεσης δεν σημαίνει αυτομάτως παρανομία, όπως και η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος δεν επιτρέπει ανεξέλεγκτη διατήρηση.

Η εναντίωση ενεργοποιεί συγκεκριμένη στάθμιση δικαιωμάτων

Όταν η επεξεργασία βασίζεται σε έννομο συμφέρον, το πρόσωπο μπορεί να εναντιωθεί για λόγους που συνδέονται με την ιδιαίτερη κατάστασή του. Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων εξηγεί το δικαίωμα εναντίωσης του άρθρου 21: ο υπεύθυνος πρέπει να σταματήσει την επεξεργασία, εκτός αν αποδείξει επιτακτικούς νόμιμους λόγους που υπερισχύουν ή λόγους σχετικούς με νομικές αξιώσεις.

Η εισήγηση αναγνωρίζει ότι η ορθή τέλεση των μυστηρίων μπορεί να αποτελεί έννομο συμφέρον της εκκλησίας. Δεν αρκεί όμως η επίκλησή του αφηρημένα. Εξετάζονται η αναγκαιότητα των συγκεκριμένων στοιχείων, τα δικαιώματα ιδιωτικής ζωής και θρησκευτικής ελευθερίας του αιτούντος, η αυτονομία του φορέα και οι συνέπειες μιας άρνησης. Η συναισθηματική επιβάρυνση ή η επιθυμία αποσύνδεσης από την κοινότητα αξιολογούνται μέσα στις πραγματικές συνθήκες, όχι ως αυτόματος κανόνας για κάθε αίτημα.

Πότε συνδέεται η εναντίωση με το δικαίωμα διαγραφής

Το άρθρο 17 παράγραφος 1 στοιχείο γ΄ συνδέει τη διαγραφή με την εναντίωση όταν δεν υπάρχουν υπερισχύοντες νόμιμοι λόγοι επεξεργασίας. Η σειρά της εξέτασης έχει σημασία: ποια στοιχεία τηρούνται, για ποιον σκοπό, με ποια βάση και αν ο σκοπός απαιτεί ακόμη την ταυτοποίηση του προσώπου. Η αποχώρηση από μια κοινότητα δεν απαντά μόνη της σε όλες αυτές τις ερωτήσεις.

Ούτε η διαγραφή είναι απόλυτη ούτε η διατήρηση ισόβια επειδή το αρχείο είναι εκκλησιαστικό. Εξετάζονται επίσης οι νόμιμες εξαιρέσεις του άρθρου 17 παράγραφος 3. Η συγκεκριμένη υπόθεση δεν επιτρέπει γενικό συμπέρασμα ότι κάθε ενορία σε κάθε χώρα οφείλει να εφαρμόσει την ίδια λύση. Το εθνικό δικαστήριο καλείται να κρίνει τα πραγματικά περιστατικά, μέσα στο ενωσιακό πλαίσιο και με σεβασμό στα ανταγωνιστικά θεμελιώδη δικαιώματα.

Το «ιστορικό αρχείο» δεν είναι αυτόματη εξαίρεση

Η αρχειοθέτηση προς το δημόσιο συμφέρον και η ιστορική έρευνα έχουν ιδιαίτερη θέση στον ΓΚΠΔ, αλλά χρειάζονται συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Το άρθρο 17 παράγραφος 3 στοιχείο δ΄ και το άρθρο 89 συνδέουν τη δυνατότητα διατήρησης με την αναγκαιότητα, τις εγγυήσεις και την ελαχιστοποίηση των δεδομένων. Η απλή ονομασία ενός μητρώου ως «ιστορικού» δεν τεκμηριώνει αυτές τις απαιτήσεις.

Η γενική εισαγγελέας ζητά πραγματικό δημόσιο συμφέρον και εξέταση της νομικής υποχρέωσης τήρησης και της μορφής πρόσβασης από δημόσιες αρχές ή το κοινό. Η ιστορική έρευνα δεν ταυτίζεται με κάθε εσωτερική χρήση. Οι κανόνες αυτοί δεν σημαίνουν ελεύθερη δημοσιοποίηση ονομάτων: ακόμη και θεμιτός αρχειακός σκοπός απαιτεί έλεγχο πρόσβασης και προστασία από περιττή έκθεση. Χρειάζεται χωριστή αξιολόγηση της βάσης και των εγγυήσεων κάθε σκοπού.

Μια αναγνώσιμη διαγράμμιση δεν ισοδυναμεί με διαγραφή δεδομένων

Αν, μετά την αναγκαία εξέταση, διαπιστωθεί υποχρέωση διαγραφής, η εισήγηση θεωρεί ανεπαρκή μια γραμμή πάνω από στοιχεία που παραμένουν αναγνώσιμα, ακόμη και μαζί με σημείωση αποχώρησης. Το ζητούμενο είναι να μην μπορεί το πρόσωπο να ταυτοποιηθεί ή να ταυτοποιηθεί εύκολα από τα δεδομένα που διατηρούνται. Η τεχνική μέθοδος πρέπει να πετυχαίνει αυτόν τον σκοπό.

Μπορεί να προστατευθεί η ιστορική συνέχεια με κατάλληλη απόκρυψη των στοιχείων ταυτοποίησης, αφήνοντας πληροφορίες ότι έγινε βάπτιση σε έναν τόπο και χρόνο. Δεν απαιτείται αναγκαστικά καταστροφή σελίδων ούτε μεταβολή άλλων εγγραφών. Η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων παραμένει ξεχωριστή από τη θεολογική σημασία της πράξης. Αυτή η διάκριση αποτρέπει τόσο υπερβολικές υποσχέσεις προς τον αιτούντα όσο και αδικαιολόγητες γενικές αρνήσεις.

Πώς διατυπώνεται ένα αίτημα και πότε πρέπει να απαντηθεί

Ένα χρήσιμο αίτημα προσδιορίζει το πρόσωπο και, όσο χρειάζεται, την εγγραφή, ζητά ενημέρωση για σκοπούς, βάσεις, αποδέκτες και χρόνο τήρησης και εξηγεί τους ιδιαίτερους λόγους εναντίωσης. Η διαγραφή μπορεί να ζητηθεί αιτιολογημένα, με αναφορά στα στοιχεία που πρέπει να πάψουν να ταυτοποιούν τον αιτούντα. Δεν χρειάζεται να διαβιβάζονται αχρείαστα οικογενειακά ή άλλα ευαίσθητα έγγραφα.

Κατά το άρθρο 12 παράγραφος 3, η απάντηση παρέχεται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και το αργότερο μέσα σε έναν μήνα. Επιτρέπεται παράταση έως δύο επιπλέον μήνες λόγω πολυπλοκότητας ή αριθμού αιτημάτων, με ενημέρωση και αιτιολογία μέσα στον πρώτο μήνα. Η επίσημη καθοδήγηση για την ενημέρωση και διαφάνεια εξηγεί τη διαδικασία. Μια άρνηση πρέπει να αιτιολογείται και να ενημερώνει για καταγγελία στην αρμόδια αρχή και δικαστική προστασία. Η έκβαση χρειάζεται εξέταση της συγκεκριμένης περίπτωσης.

Συντακτική Ομάδα Νομικών Επιλέκτων. Το άρθρο συντάχθηκε με υποβοήθηση τεχνητής νοημοσύνης και επαλήθευση των παρατιθέμενων επίσημων πηγών στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρέχει γενική νομική ενημέρωση και δεν αποτελεί εξατομικευμένη συμβουλή για συγκεκριμένη υπόθεση.