Η Δικαιοσύνη δεν κρίνεται μόνο από τις αποφάσεις της

Η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη δεν εξαρτάται μόνο από το αν ένας πολίτης κέρδισε ή έχασε μια υπόθεση. Εξαρτάται από κάτι βαθύτερο: αν πιστεύει ότι ο δικαστής αποφασίζει ανεξάρτητα, αν το σύστημα λειτουργεί χωρίς αθέμιτες επιρροές, αν οι κορυφές της δικαστικής ιεραρχίας επιλέγονται με τρόπο που εμπνέει θεσμική εμπιστοσύνη.

Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, που εμφανίζεται εκ νέου στη Βουλή τον Ιούνιο του 2026, ανοίγει ακριβώς αυτό το ζήτημα. Οι προτάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και οι θέσεις της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων στρέφουν την προσοχή στον τρόπο επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, στα δικαστικά συμβούλια, στα όρια συνταξιοδότησης, στα ασυμβίβαστα και στον έλεγχο συνταγματικότητας.

Γιατί ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας είναι τόσο κρίσιμος

Στα ανώτατα δικαστήρια, η ηγεσία δεν είναι απλώς διοικητικό αξίωμα. Επηρεάζει τον ρυθμό, τη δημόσια εικόνα, την εσωτερική οργάνωση και, έμμεσα, την εμπιστοσύνη στο δικαστικό σώμα. Όταν η επιλογή γίνεται με έντονο κυβερνητικό αποτύπωμα, δημιουργείται εύλογο ερώτημα: είναι αρκετές οι εγγυήσεις ανεξαρτησίας;

Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί πραγματική παρέμβαση για να υπάρξει θεσμικό πρόβλημα. Αρκεί η εντύπωση ότι η κορυφή της Δικαιοσύνης εξαρτάται υπερβολικά από την εκτελεστική εξουσία. Σε θεσμούς εμπιστοσύνης, η εικόνα έχει σημασία, γιατί επηρεάζει τη νομιμοποίηση του συστήματος.

Τι προτείνει το ΣτΕ

Σύμφωνα με τη δημοσιευμένη παρουσίαση, οι προτάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας αφορούν, μεταξύ άλλων, τον τρόπο επιλογής προέδρου και αντιπροέδρων των ανώτατων δικαστηρίων, τη συγκρότηση και λειτουργία των ανώτατων δικαστικών συμβουλίων, την πρόβλεψη Εθνικού Συμβουλίου Δικαιοσύνης, την αιτιολογία και δημόσια απαγγελία δικαστικών αποφάσεων, την οργάνωση της διοικητικής δικαιοσύνης και τον προληπτικό έλεγχο συνταγματικότητας περιβαλλοντικών νομοσχεδίων.

Αυτά δεν είναι τεχνικές λεπτομέρειες. Αγγίζουν τη σχέση δικαστή, νομοθέτη και διοίκησης. Αγγίζουν επίσης το ερώτημα αν η Δικαιοσύνη μπορεί να αυτοοργανωθεί με μεγαλύτερη θεσμική αυτονομία, χωρίς να αποκοπεί από τη δημοκρατική αρχή.

Τι θέτει η ΕΝΔΕ

Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, σύμφωνα με τις δημοσιευμένες θέσεις του Προεδρείου, θέτει ζητήματα αλλαγής του τρόπου επιλογής της φυσικής ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων, χρονικού αυτοπεριορισμού στην κατάληψη δημοσίων θέσεων από συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς, διατήρησης υφιστάμενων ορίων συνταξιοδότησης, αποσύνδεσης της ποινικής δίωξης πολιτικών προσώπων από κοινοβουλευτικές διαδικασίες και παραπομπής στον φυσικό δικαστή.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η θέση υπέρ της διατήρησης του διάχυτου ελέγχου συνταγματικότητας και κατά της ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου. Εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο βαθιά θεσμικά διλήμματα της αναθεώρησης.

Σπάνιο αλλά χρήσιμο: διάχυτος έλεγχος σημαίνει ότι κάθε δικαστής μπορεί να ελέγξει τη συνταγματικότητα

Στην Ελλάδα, ο έλεγχος συνταγματικότητας είναι κατά βάση διάχυτος και παρεμπίπτων. Αυτό σημαίνει ότι κάθε δικαστήριο, όταν δικάζει συγκεκριμένη υπόθεση, μπορεί να μην εφαρμόσει διάταξη νόμου που κρίνει αντισυνταγματική. Δεν υπάρχει ένα μόνο Συνταγματικό Δικαστήριο που έχει αποκλειστικά αυτή την αρμοδιότητα.

Αυτό το σύστημα έχει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Πλεονέκτημα είναι ότι ο έλεγχος βρίσκεται κοντά στον πολίτη και στην πραγματική υπόθεση. Μειονέκτημα είναι ότι μπορεί να δημιουργούνται διαφορετικές κρίσεις μέχρι να υπάρξει ενιαία νομολογιακή κατεύθυνση. Η συζήτηση για Συνταγματικό Δικαστήριο δεν είναι απλώς οργανωτική. Είναι συζήτηση για το ποιος έχει τον τελικό λόγο στη σύγκρουση νόμου και Συντάγματος.

Η ευθύνη πολιτικών προσώπων

Η πρόταση για αποσύνδεση της ποινικής δίωξης πολιτικών προσώπων από κοινοβουλευτικές διαδικασίες αγγίζει ένα θέμα με μεγάλο κοινωνικό φορτίο. Κάθε φορά που η δίωξη υπουργών ή πολιτικών εξαρτάται από ειδικές διαδικασίες, ένα μέρος της κοινωνίας φοβάται ότι δημιουργείται προνομιακό καθεστώς.

Η παραπομπή στον φυσικό δικαστή εμφανίζεται ως λύση που ενισχύει την ισότητα ενώπιον του νόμου. Ταυτόχρονα, πρέπει να διασφαλίζεται ότι η ποινική διαδικασία δεν γίνεται εργαλείο πολιτικής εξόντωσης. Η ισορροπία ανάμεσα στη λογοδοσία και στην προστασία από καταχρηστικές διώξεις είναι λεπτή.

Τα δικαστικά ασυμβίβαστα και η «περιστρεφόμενη πόρτα»

Το ζήτημα της ανάληψης δημοσίων θέσεων από συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η κοινωνία συχνά αντιδρά όταν ανώτατοι δικαστικοί, λίγο μετά την αποχώρησή τους, αναλαμβάνουν θέσεις που συνδέονται με την πολιτική εξουσία. Ακόμη και αν δεν υπάρχει παρανομία, υπάρχει ζήτημα εικόνας.

Ένας χρονικός αυτοπεριορισμός μπορεί να λειτουργήσει ως θεσμικό φίλτρο. Δεν απαξιώνει την εμπειρία των δικαστικών λειτουργών. Προστατεύει την εντύπωση ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. Και στην εποχή της χαμηλής εμπιστοσύνης στους θεσμούς, η εντύπωση δεν είναι δευτερεύουσα.

Το τεστ εμπιστοσύνης

Η συζήτηση για τη Δικαιοσύνη γίνεται συχνά με μεγάλες λέξεις: ανεξαρτησία, λογοδοσία, ταχύτητα, κύρος. Ο πολίτης όμως τη μετρά αλλιώς. Τη μετρά όταν περιμένει χρόνια για απόφαση, όταν δεν καταλαβαίνει γιατί αλλάζει η ηγεσία, όταν βλέπει πολιτικές συγκρούσεις γύρω από θεσμούς που θα έπρεπε να εμπνέουν ψυχραιμία.

Μια σοβαρή αναθεώρηση δεν αρκεί να αλλάξει διαδικασίες στα χαρτιά. Πρέπει να απαντήσει σε δύο φόβους ταυτόχρονα: τον φόβο της πολιτικής επιρροής και τον φόβο της κλειστής συντεχνίας. Αν η λύση μεταφέρει όλη την εξουσία αλλού χωρίς έλεγχο, δεν λύνει το πρόβλημα. Απλώς αλλάζει το σημείο όπου γεννιέται η δυσπιστία.

Το ίδιο ισχύει για την ευθύνη πολιτικών προσώπων και τα ασυμβίβαστα. Ο κόσμος δεν ζητά θεωρητική τελειότητα. Ζητά να ξέρει ότι κανείς δεν έχει ειδικό διάδρομο διαφυγής και ότι κανείς δεν μπορεί να περνά από θέση εξουσίας σε θέση επιρροής χωρίς καθαρούς κανόνες. Η θεσμική ηθική φαίνεται περισσότερο στις μεταβάσεις παρά στις δηλώσεις.

Η πιο ώριμη ερώτηση για κάθε πρόταση είναι: θα τολμούσαμε να τη δεχτούμε αν αύριο κυβερνούσε ο αντίπαλός μας; Αν η απάντηση είναι όχι, τότε η πρόταση δεν είναι θεσμική. Είναι συγκυριακή. Και η συνταγματική αναθεώρηση δεν πρέπει να γράφεται με νεύρα στιγμής.

Το άρθρο μπορεί να σταθεί δυνατό επειδή δεν υπόσχεται εύκολη κάθαρση. Δείχνει ότι η Δικαιοσύνη χρειάζεται κανόνες που να αντέχουν στον χρόνο, όχι λύσεις που ακούγονται ωραίες σε ένα πολιτικό πάνελ. Η εμπιστοσύνη δεν επιστρέφει με σύνθημα. Επιστρέφει όταν ο πολίτης βλέπει προβλέψιμη, ανεξάρτητη και λογοδοτούσα λειτουργία.

Πηγές και σημεία ελέγχου