Αρχειακό σημείωμα: Το κείμενο προέρχεται από το παλιό αρχείο των Νομικών Επιλέκτων και διατηρείται με επιμέλεια για ιστορική και ενημερωτική ανάγνωση.
Το χρήμα έχει αλλάξει μορφή και χαρακτήρα πολλές φορές κατά τη διάρκεια της μακράς ιστορίας του. Σε ωρισμένα τροπικά νησιά κοντά στην Παπούα Νέα Γουϊνέα, το χρήμα ρυθμίζεται από το παραδοσιακό εθιμικό δίκαιο, το οποίο επιτρέπει στον καθένα να ¨εκτυπώσει¨ δικά του ¨χαρτονομίσματα¨ πάνω σε φύλα δένδρων, ύστερα από μιά ειδική και χρονοβόρα επεξεργασία. Στις ΗΠΑ, στο ξεκίνημα του ανεξάρτητου αμερικανικού κράτους, το δολάριο εκδιδόταν από ιδιωτικές τράπεζες, μέχρι που κρατικοποιήθηκε από τον Alexander Hamilton το 1792 (έως τότε το δολλάριο ήταν το επίσημο νόμισμα μόνον στην πολιτεία της Βιργίνιας). Το χρήμα που χρησιμοποιούμε στη χώρα μας – και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γενικώτερα – ελέγχεται αυστηρά από την κρατική εξουσία, που καθορίζει το εκάστοτε ισχύον νόμισμα ως υποχρεωτικό για τις συναλλαγές (legal tender), θεωρείται, δε, ως πράγμα κινητό και αντικαταστατό κατά το Αστικό Δίκαιο. Όταν, δηλαδή, δανειζόμαστε 100 Ευρώ, στην αποπληρωμή του δανείου δεν απαιτείται να επιστρέψουμε το ίδιο χαρτονόμισμα που μας είχε δώσει ο δανειστής, αλλά το ισόποσο. Αυτό ακριβώς δημιουργεί και ωρισμένα προβλήματα, κυρίως αποδεικτικής φύσεως, στην περίπτωση δίωξης για διάθεση προϊόντος εγκλήματος, ξέπλυμα χρήματος κ.α. Φαίνεται, όμως, ότι αυτές οι βασικές αρχές αλλάζουν στον καιρό μας, με την άνοδο της τεχνολογίας, ιδίως του ¨πλαστικού χρήματος¨ (ήδη σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες υπάρχουν καταστήματα, που αρνούνται να πληρωθούν σε χρήμα και απαιτούν πιστωτική ή χρεωστική κάρτα) – αλλά και με τη διαρκή προσθήκη νέων αξιόποινων πράξεων στην ποινική μας νομοθεσία. Η όλη νομοθεσία περί ξεπλύματος βρώμικου χρήματος είναι ένα εύγλωττο παράδειγμα. Η νομοθεσία αυτή προωθείται διεθνώς από διεθνείς οργανισμούς, κυρίως, το όργανο του ΟΗΕ που ασχολείται με τα ναρκωτικά και το (οργανωμένο) έγκλημα (United Nations Office on Drugs and Crime, UNODC). Πάνω στη σπουδή τους να ¨χτυπήσουν¨ τους μεγαλοεγκληματίες ¨εκεί που τους πονά περισσότερο,¨ που είναι τα κέρδη τους, τα όργανα αυτά έχουν θεσμοθετήσει μιά σειρά από διεθνείς συνθήκες και άλλα μέτρα, τα οποία κατά κανόνα δεν φέρνουν κανένα αποτέλεσμα στην καταπολέμηση του ξεπλύματος του βρώμικου χρήματος, ενώ δυσκολεύουν σημαντικά τις συναλλαγές του μέσου πολίτη, αυξάνοντας υπέρμετρα τη γραφειοκρατία. Έτσι, οι πραγματικοί μεγαλέμποροι ναρκωτικών αγοράζουν ολόκληρες τράπεζες σε χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας και αλλού (ακόμη και στην Ευρωπαϊκή ή Βορειοαμερικανική ήπειρο), ενώ στην Ευρώπη γίνεται όλο και πιό δύσκολο να διαχειριστεί κανείς ένα μικρό ποσό της τάξεως των πέντε ή δέκα χιλιάδων Ευρώ, ν’ ανοίξει έναν τραπεζικό λογαριασμό, ή να διενεργήσει μιά πληρωμή ρουτίνας! Μέσα στον Απρίλιο 2011, ανακοινώθηκε στη Σουηδία πως η πληρωμή εισιτηρίων στις συγκοινωνίες της Στοκχόλμης μέσω SMS δεν θα είναι πλέον δυνατή όταν η κάρτα SIM του τηλεφώνου, που χρησιμοποιείται για την πληρωμή, δεν είναι καταχωρημένη ονομαστικά σε συγκεκριμένο κάτοχο. Ως λόγος για αυτό το μέτρο αναφέρεται η καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος, που είναι προϊόν εγκλήματος, και το συναφές, ότι οι τηλεφωνικές εταιρείες, που διενεργούν την πληρωμή κατά την αγορά του εισιτηρίου, πρέπει να γνωρίζουν εκ μέρους ποίου πληρώνουν (τί γνωρίζουν, άραγε, όταν κανείς πληρώνει χρησιμοποιόντας το τηλέφωνο κάποιου άλλου;). Δεδομένου ότι η αγορά εισιτηρίου στα λεωφορεία κτλ. με πραγματικό χρήμα (το επίσημο νόμισμα της χώρας) είναι επίσης αδύνατη, αντιλαβανόμαστε το πόσο δύσκολη μπορεί να γίνει η χρήση της συγκοινωνίας, όταν δεν έχουμε μαζί μας ένα κινητό τηλέφωνο στο όνομά μας. Ενώ σε κάποιο θεωρητικό επίπεδο η νομοθεσία αυτή – και ο τρόπος ερμηνείας και εφαρμογής της – ίσως έχει κάποια βάση, εν τούτοις, η κατάληξη θα είναι, ως συνήθως, ένα ακόμη επίπεδο πολυπλοκότητας στις μικρές καθημερινές συναλλαγές, που ακριβώς επειδή είναι μικρού μεγέθους, το αποτέλεσμα από πλευράς καταπολέμησης του εγκλήματος θα είναι πραγματικά μικροσκοπικό. Κάνοντας μιά ζύγιση αγαθών, εύκολα καταλήγουμε στο συμπέρασμα, πως πληρώνουμε ένα δυσανάλογα υψηλό τίμημα για ένα αμελητέο όφελος. Κατά τη γνώμη του γράφοντος, η πραγματική αιτία για την υιοθέτηση παρομοίων νομικών διατάξεων και μέτρων είναι η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και ο συναφής ολοκληρωτικός έλεγχος της ζωής των πολιτών. Επειδή δε, οι τράπεζες ενδιαφέρονται όχι μόνον για τη μεγιστοποίηση των κερδών τους, αλλά και για περισσότερη εξουσία, ώστε ο πελάτης να μην είναι πελάτης, αλλά υπήκοός τους, εξυπηρετούνται και αυτές με τέτοιου είδους μέτρα, με αποτέλεσμα η ποιότητα της καθημερινής μας ζωής να χειροτερεύει διαρκώς.
Σχόλια
Μοιραστείτε την άποψή σας για το άρθρο.
Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμη. Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.
Υποβολή σχολίου